[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το υστερνό... Η Λενιώ, έμεινε χήρα στα είκοσι εννιά της. Ο άντρας της, ο Θωμάς, δεν γύρισε ποτέ από την Αλβανία. Της άφησε δύο αγόρια, ένα κορίτσι στην αγκαλιά και ένα στην κοιλιά. Τέταρτο παιδί...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το υστερνό... Η Λενιώ, έμεινε χήρα στα είκοσι εννιά της. Ο άντρας της, ο Θωμάς, δεν γύρισε ποτέ από την Αλβανία.

Της άφησε δύο αγόρια, ένα κορίτσι στην αγκαλιά και ένα στην κοιλιά.

Τέταρτο παιδί, τέταρτο στόμα.

Όταν της το είπαν, δεν έκλαψε.

Μόνο έσφιξε τα δόντια τόσο που νόμισε θα σπάσουν.

Το χωριό ήταν ο Καρυές, πέτρινο και ξεχασμένο στα ριζά του Ταϋγέτου.

Φτώχεια τέτοια που μετρούσαν τις μπουκιές. Η Λενιώ είχε μάθει να ζει με το τίποτα.

Με τον Θωμά ζωντανό, το τίποτα έμοιαζε λίγο.

Χωρίς αυτόν, έγινε βάρος που πλάκωνε το στήθος.

Όταν ήρθαν οι πόνοι, ήταν μόνη στο αχούρι.

Η μαμή, η κυρα-Δήμητρα, έφτασε αργά.

Το παιδί βγήκε μικρό σαν γατάκι, μελανιασμένο.

Κορίτσι. «Δεν ανάπνει καλά», μουρμούρισε η μαμή. Η Λενιώ γύρισε το κεφάλι. «Ασ’ το. Θα γλιτώσει από τα βάσανα.

Τι να το κάνω; Να το βλέπω να πεινάει;» Η κυρα-Δήμητρα σταυροκοπήθηκε. «Βάστα Λενιώ μου.

Αμαρτία απ’ τον Θεό». «Ο Θεός με ξέχασε όταν μου πήρε τον Θωμά», είπε η Λενιώ. «Δεν έχω γάλα ούτε για τούτο που βυζαίνει.

Άλλη μια ψυχή θα την πάρω στον λαιμό μου;» κι όμως το μωρό δεν έλεγε να φύγει.

Έκλαιγε σιγανά, σαν πουλάκι που κρυώνει.

Η μεγάλη της κόρη, η Φωτεινή, δέκα χρονών τότε, το τύλιξε στη φασκιά της και το κράταγε μέρα-νύχτα πάνω της.

Το ζέσταινε με την ανάσα της.

Το βάφτισαν κρυφά. Η Φωτεινή διάλεξε το όνομα: «Ελπίδα.

Γιατί χωρίς ελπίδα πεθάναμε». Η Λενιώ δεν το φώναξε ποτέ με το όνομά του.

Το έλεγε «το υστερνό». Όχι από κακία.

Από φόβο.

Αν το αγαπούσε και το έχανε, θα έσπαγε κι αν ζούσε, πώς θα το πάντρευε χωρίς προίκα; Πώς θα το έθρεφε στην Κατοχή που έτρωγαν βολβούς και κουκούτσια; Πέρασαν τα χρόνια σαν πέτρες που τις κουβαλάς στην πλάτη. Η Λενιώ δούλευε σε ξένα χωράφια, έπλενε σε ξένες αυλές, μάζευε ελιές με τα χέρια πληγιασμένα.

Τα αγόρια της μεγάλωσαν απότομα.

Ο μεγάλος, ο Μήτσος, στα δεκαεφτά του είπε: «Μάνα, θα πάρω την Αρετή». Η Λενιώ πάγωσε. «Ποια Αρετή, γιε μου;» «Του Στεφανή του τσοπάνη την κόρη.

Είναι έγκυος». Της ήρθε να ουρλιάξει.

Να του θυμίσει τις δύο αδερφές που περίμεναν προίκα.

Μα κοίταξε τα μάτια του, ήταν ίδια με του Θωμά όταν της ζήτησε να κλεφτούν.

Κατάπιε τη χολή. «Αν είναι έτσι, να τη φέρεις.

Αλλά να ξέρεις: σπίτι δεν έχουμε, χωράφια δεν έχουμε.

Μόνο χρέη και πείνα». Η Αρετή ήρθε ξυπόλητη, με μια μποχτσά ρούχα.

Δεν ήταν όμορφη, δεν ήταν και προικούσα.

Ήταν όμως εργατική σαν μυρμήγκι και γλυκομίλητη. Η Λενιώ δεν της μίλησε μήνες.

Την έβλεπε να ζυμώνει, να σκάβει, να κοιμίζει τα κουνιάδια της, και σώπαινε.

Δεν ήταν αδιαφορία.

Ήταν ντροπή.

Ντρεπόταν που δεν είχε να της δώσει τίποτα, ούτε μια καλή κουβέντα. Η Ελπίδα, το υστερνό, είχε γίνει δεκαπέντε χρονών.

Λεπτή σαν καλάμι, με μάτια μεγάλα.

Αγαπούσε τη νύφη της.

Κρυφά της μάθαινε γράμματα τα βράδια, με ένα καρβουνάκι πάνω σε σανίδα.

Όταν η Αρετή γέννησε, το παιδί ήρθε στραβά.

Η μαμή είπε τα ίδια λόγια που άκουγε η Λενιώ χρόνια πριν: «Θέλει γιατρό. Στην Σπάρτη.

Αλλιώς χαθήκανε». Ο Μήτσος πούλησε το γαϊδούρι.

Δεν έφτανε.

Πήγε στον Βαγγέλα τον ταξιτζή. «Πάρε το χωράφι το πατρικό.

Μόνο σώσε τη». Η Λενιώ τα άκουσε όλα πίσω απ’ την πόρτα.

Περίμενε να νιώσει θυμό.

Να φωνάξει . Αντί γι’ αυτό, θυμήθηκε τα λόγια τα δικά της: «Ασ’ το να πεθάνει». Θυμήθηκε την Φωτεινή που κράταγε την Ελπίδα ζεστή μες στον κόρφο της.

Ξεκρέμασε από τον λαιμό της το φλουρί κωνσταντινάτο.

Της το είχε περάσει η μάνα της τη μέρα του γάμου της.

Το μόνο τιμαλφές που είχε.

Το έδωσε στον Μήτσο. «Πάρ’ το και να μου φέρεις πίσω μάνα και παιδί ζωντανά.

Τα χωράφια ξαναγίνονται.

Οι άνθρωποι όχι». Γύρισαν μετά από τρεις μέρες. Η Αρετή ζούσε.

Το μωρό, κορίτσι, ζούσε.

Το είπαν Λενιώ. Η Λενιώ το πήρε αγκαλιά πρώτη φορά.

Ήταν τόσο δα, ζεστό.

Το μύρισε.

Μύριζε γάλα και ζωή.

Κοίταξε την Αρετή που ήταν χλωμή στο κρεβάτι.

Κοίταξε την Ελπίδα που χαμογελούσε με δάκρυα.

Κοίταξε τους γιους της.

Από κείνη τη μέρα άλλαξε το σπίτι. Η Λενιώ άρχισε να μιλάει.

Να λέει παραμύθια στην εγγονή.

Να μαθαίνει γράμματα μαζί με την Ελπίδα τα βράδια.

Όταν ήρθε η ώρα να παντρέψουν την Φωτεινή, δεν είχαν προίκα.

Ο γαμπρός όμως είπε: «Παίρνω την κόρη, όχι τα χωράφια.

Τέτοια πεθερά θέλω για τα παιδιά μου». Χρόνια μετά, η Λενιώ ήταν πια γριά, με πλάτη καμπουριασμένη και χέρια ρόζους γεμάτα. Η Ελπίδα είχε γίνει δασκάλα στο χωριό.

Το υστερνό, έμελλε να σώσει τη ζωή άλλων παιδιών με τα γράμματα.

Ένα μεσημέρι η δισέγγονή της, η μικρή Λενιώ, της έφερε ζωγραφιά απ’ το σχολείο. «Γιαγιά, σε έκανα!» Η γριά πήρε την ζωγραφιά.

Ήταν μια γυναίκα με ανοιχτή αγκαλιά και γύρω της παιδιά. «Τι γράφει εδώ;» ρώτησε, γιατί τα γράμματα τα είχε μάθει γεράματα. «Γράφει: Η γιαγιά μου η Λενιώ. Η Λενιώ χαμογέλασε.

Πρώτη φορά μετά τον Θωμά ένιωσε το στήθος ελαφρύ. «Καλορίζικο να ‘σαι, κόρη μου», ψιθύρισε. «Καλορίζικα να ‘ναι όλα τα παιδιά του κόσμου» και έκλεισε τα μάτια, με τη ζωγραφιά σφιγμένη στη χούφτα. Άννα Δανάλη μυθοπλασία

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences