🎨 Τον απέρριψαν δύο φορές από τη Σχολή Καλών Τεχνών. Δεν τον πείραξε. Ο Γιάννης Τσαρούχης του είχε πει: «Ό,τι διδάσκεται είναι τεχνητό. Το μόνο αληθινό βγαίνει από μέσα μας.» Και ο Μίνως Αργυράκης...
🎨 Τον απέρριψαν δύο φορές από τη Σχολή Καλών Τεχνών. Δεν τον πείραξε. Ο Γιάννης Τσαρούχης του είχε πει: «Ό,τι διδάσκεται είναι τεχνητό.
Το μόνο αληθινό βγαίνει από μέσα μας.» Και ο Μίνως Αργυράκης αποφάσισε να το ανακαλύψει μόνος του – στην ταράτσα του σπιτιού του, ζωγραφίζοντας με τις ώρες, με τις μέρες.
Δεν είχε πτυχίο.
Δεν είχε δασκάλους που να του έδωσαν την εύνοιά τους.
Είχε ένα πινέλο, έναν καμβά, και μια πίστη ότι η τέχνη δεν χρωστάει υποταγή σε κανέναν.
Απομονωμένος στην ταράτσα, ούτε ήλιος ούτε βροχή τον σταμάτησε.
Τα χέρια του γέμισαν μπογιές που δεν ξεβάφανε ποτέ.
Ένας φίλος του, ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης, πήρε κάποια σκίτσα του και τα έστειλε στο London Magazine χωρίς να τον ρωτήσει.
Το περιοδικό ενθουσιάστηκε.
Τον κάλεσαν να εργαστεί εκεί. Ο Μίνως τα μάζεψε και ταξίδεψε.
Δεν ήταν ούτε είκοσι ετών. Το Λονδίνο ήταν η αρχή. Το Παρίσι ήταν η αποκάλυψη.
Εκεί, ανάμεσα σε καλλιτέχνες που μιλούσαν ελεύθερα, χωρίς φόβο, χωρίς λογοκρισία, ένιωσε για πρώτη φορά ότι ανήκει κάπου.
Δεν τον έκριναν από το πτυχίο.
Τον έκριναν από τη δουλειά του.
Κι η δουλειά του μιλούσε από μόνη της.
Το 1962 γύρισε στην Ελλάδα.
Τότε ήρθε η συνάντηση με τον Μάνο Χατζιδάκι.
Μαζεύονταν μια φορά την εβδομάδα στου Ζωναρά – ο Χατζιδάκις, ο Χορν, ο Γκάτσος.
Καθένας πετούσε μια ιδέα, έναν στίχο, μια μελωδία.
Έτσι, χωρίς σχέδιο, χωρίς συμβόλαια, γεννήθηκε η «Οδός Ονείρων». Το όνομα το είχε «κλέψει» ο Μίνως από μια πινακίδα στην οδό Θόλου, στην Πλάκα.
Μια παλιά ταμπέλα έγραφε «Οδός Ονείρων». Το βρήκε τόσο όμορφο που το κράτησε μέσα του. Ο Μίνως Αργυράκης δεν υπήρξε ποτέ καλλιτέχνης της συναλλαγής.
Χάριζε συνεχώς έργα του.
Σε φίλους, σε γνωστούς, σε ανθρώπους που αγάπησε.
Κανείς δεν τον είχε υποχρεώσει. «Το πλήρωσα ακριβά», είπε αργότερα.
Αλλά δεν το μετάνιωσε.
Η αγάπη δεν μετριέται σε δραχμές.
Κι όταν τύχαινε να πιάσει χρήματα στα χέρια του, τα ξόδευε.
Κυρίως σε ταξίδια.
Γιατί τα ταξίδια ήταν η τροφή της ψυχής του.
Δεν μπορούσε να κάθεται σε ένα υπουργείο, να περιμένει σε μια ουρά, να παρακαλάει κάποιον αρμόδιο. «Σας παρακαλώ, δώστε μου κάτι» – αυτή η φράση δεν υπήρχε στο λεξιλόγιό του. «Αγάπησα τη ζωή, κι εκείνη μου το ανταπέδωσε», είπε κάποτε. «Τη χάρηκα τη ριμάδα τη ζωή!» Ακόμα και στα τελευταία του χρόνια, όταν βρέθηκε στο Γηροκομείο, δεν παραπονέθηκε.
Δεν ζήτησε χάρες.
Είχε ένα σχέδιο. «Μπορεί να έχω οικονομικό πρόβλημα, αλλά όταν με το καλό βγω από το Γηροκομείο, θα κοιτάξω να δουλέψω.
Αυτό έχω συνηθίσει να κάνω.» Δεν ζητούσε λύπη.
Ζητούσε ένα πινέλο και έναν καμβά. Ο Μίνως Αργυράκης έφυγε από τη ζωή το 1998.
Η τέχνη του έμεινε πίσω, αλλά έμεινε και κάτι ακόμα: μια στάση ζωής.
Μια άρνηση να υποκλιθεί.
Μια πίστη ότι η δημιουργία δεν χρειάζεται άδεια.
Χρειάζεται μόνο να κοιτάξεις μέσα σου.
Υπάρχει όμως μια τελευταία λεπτομέρεια που λίγοι γνωρίζουν.
Μια κουβέντα που είπε ο Μίνως λίγο πριν φύγει, όταν ένας νέος ζωγράφος τον επισκέφθηκε στο Γηροκομείο.
Εκείνο το αγόρι κρατούσε ένα σκίτσο στα χέρια του και φοβόταν. Ο Μίνως το κοίταξε, χαμογέλασε, και του είπε μια φράση που θα μπορούσε να είναι η διαθήκη του. 👇 Η συνέχεια – τι είπε ο Μίνως Αργυράκης σε εκείνο τον νέο ζωγράφο, και γιατί εκείνη η φράση είναι το πιο σημαντικό μάθημα για κάθε καλλιτέχνη που φοβάται την απόρριψη – βρίσκεται στον σύνδεσμο στα σχόλια.
Πατήστε εκεί.
Αν αυτή η ιστορία σας συγκίνησε, κάντε LIKE και SHARE για να τη δουν όσοι πιστεύουν ότι η αληθινή τέχνη δεν διδάσκεται – ανακαλύπτεται. 🎨💔🙏
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους