Δημοσκοπήσεις χωρίς διαφάνεια Όταν η μέτρηση της κοινής γνώμης κινδυνεύει να γίνει κατασκευή κοινής γνώμης του Μιχάλη Χαιρετάκη Σημείωση: Το κείμενο που ακολουθεί είναι άρθρο γνώμης και θεσμικής...
Δημοσκοπήσεις χωρίς διαφάνεια Όταν η μέτρηση της κοινής γνώμης κινδυνεύει να γίνει κατασκευή κοινής γνώμης του Μιχάλη Χαιρετάκη Σημείωση: Το κείμενο που ακολουθεί είναι άρθρο γνώμης και θεσμικής κριτικής.
Δεν αποδίδει συγκεκριμένη παράνομη πράξη σε καμία κατονομαζόμενη εταιρεία δημοσκοπήσεων, σε κανέναν δημοσιογράφο και σε καμία πολιτική προσωπικότητα.
Όπου παρατίθενται παραδείγματα, αυτά είναι ρητά υποθετικά και διδακτικά, παραγμένα αποκλειστικά για να εξηγήσουν στον αναγνώστη πώς διαμορφώνεται μεθοδολογικά μια μέτρηση.
Όλες οι αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα ή φορείς γίνονται με βάση δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες και αφορούν αποκλειστικά ζητήματα θεσμικής διαφάνειας και προστασίας της δημοκρατικής διαδικασίας.
Στη δημοκρατία, η μέτρηση της κοινής γνώμης δεν είναι ουδέτερη τεχνική πράξη.
Είναι μια μορφή δημόσιου λόγου.
Και κάθε δημόσιος λόγος, για να είναι έντιμος, πρέπει να μπορεί να ελεγχθεί.
Όχι από μυημένους.
Όχι από κομματικά επιτελεία.
Από τον πολίτη.
Υπάρχει μια φράση που ακούγεται συχνά, σχεδόν σαν πιστοποιητικό καθαρότητας: «η εταιρεία είναι μέλος του τάδε επαγγελματικού φορέα». Ωραία. Χρήσιμο.
Αναγκαίο, ίσως.
Αλλά όχι αρκετό.
Διότι μια ταμπέλα αξιοπιστίας δεν αντικαθιστά την ίδια την αξιοπιστία.
Και η αξιοπιστία, στις δημοσκοπήσεις, αρχίζει από ένα και μόνο πράγμα: το τι ακριβώς ρωτήθηκε, με ποια σειρά και με ποιες επιλογές απάντησης.
Ο ελληνικός νόμος ορίζει το ερωτηματολόγιο ως «το σύνολο των ερωτήσεων, καθώς και τη σειρά αυτών, όπως αυτές ακριβώς διατυπώνονται στους συμμετέχοντες στη δημοσκόπηση». Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια.
Είναι η καρδιά της υπόθεσης. 1. Γιατί η διατύπωση μετράει περισσότερο από το ποσοστό Η πιο σημαντική, και η πιο παρεξηγημένη, αλήθεια για τις δημοσκοπήσεις είναι αυτή: ένα ποσοστό από μόνο του δεν λέει τίποτα.
Λέει κάτι μόνο σε συνδυασμό με την ακριβή ερώτηση που το παρήγαγε.
Ο αναγνώστης που βλέπει «το κόμμα Χ στο 12%» χωρίς να βλέπει την ερώτηση, βλέπει μισή πληροφορία.
Η άλλη μισή, η πιο κρίσιμη, είναι ο μηχανισμός που οδήγησε τους ερωτώμενους σε αυτή την απάντηση.
Για να γίνει αυτό αντιληπτό, αξίζει να δούμε τέσσερα συγκεκριμένα παραδείγματα.
Όλα είναι υποθετικά, δηλαδή κατασκευασμένα από εμένα για διδακτικούς λόγους.
Κανένα δεν παραπέμπει σε υπαρκτή έρευνα.
Η αξία τους είναι ότι δείχνουν πώς, με την ίδια αρχική «αλήθεια» μέσα στους ψηφοφόρους, μπορούν να παραχθούν τελείως διαφορετικά νούμερα.
Παράδειγμα 1. Η σειρά των ερωτήσεων (priming) Φανταστείτε δύο πανομοιότυπα δείγματα 1.000 πολιτών.
Ίδια ηλικιακή κατανομή, ίδια γεωγραφική κατανομή, ίδιο εκπαιδευτικό επίπεδο.
Η εταιρεία Α και η εταιρεία Β ρωτούν την ίδια τελική ερώτηση: «Αν είχαμε εκλογές την επόμενη Κυριακή, ποιο κόμμα θα ψηφίζατε;». Όμως η διαδρομή πριν φτάσει ο ερωτώμενος σε αυτή την ερώτηση είναι διαφορετική.
Υποθετικό παράδειγμα: ίδιο δείγμα, διαφορετική διαδρομή Εταιρεία Α (ουδέτερη ροή): 1. Πόσο ικανοποιημένος είστε από τη ζωή σας γενικά; 2. Ποια θεωρείτε τα τρία πιο σημαντικά προβλήματα της χώρας; 3. Αν είχαμε εκλογές την Κυριακή, τι θα ψηφίζατε; Εταιρεία Β (κατευθυνόμενη ροή): 1. Πόσο ανησυχείτε για την αύξηση της εγκληματικότητας τους τελευταίους μήνες; 2. Πιστεύετε ότι η σημερινή κυβέρνηση χειρίζεται σωστά την ασφάλεια και τα σύνορα; 3. Ποιο πολιτικό αρχηγό θεωρείτε πιο αξιόπιστο σε θέματα ασφάλειας; 4. Αν είχαμε εκλογές την Κυριακή, τι θα ψηφίζατε; Στην πρώτη περίπτωση, ο ερωτώμενος φτάνει στην κάλπη με ανοιχτό μυαλό.
Στη δεύτερη, έχει ήδη περάσει από τρεις ερωτήσεις που τον προδιαθέτουν να σκεφτεί ότι η ασφάλεια είναι το κορυφαίο ζήτημα της χώρας, και ότι σε αυτό το ζήτημα υπάρχει «αξιόπιστος αρχηγός». Όταν στο τέλος ρωτηθεί τι θα ψηφίσει, ψυχολογικά έχει ήδη οδηγηθεί προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Αυτό στη μεθοδολογία λέγεται φαινόμενο priming, και είναι ένα από τα πιο τεκμηριωμένα στην επιστημονική βιβλιογραφία της έρευνας κοινής γνώμης.
Η ποιοτική διαφορά είναι κρίσιμη.
Στην πρώτη περίπτωση μετράμε.
Στη δεύτερη παράγουμε.
Και τα δύο μπορεί να φτάσουν στον αναγνώστη ως «δημοσκόπηση», χωρίς ποτέ να γίνει ορατή η ροή που τα παρήγαγε.
Παράδειγμα 2. Η διατύπωση της ίδιας ερώτησης Ακόμη και χωρίς priming, η ίδια ερώτηση μπορεί να διατυπωθεί με δύο τρόπους που παράγουν διαφορετικά αποτελέσματα. Διατύπωση Α (ουδέτερη) Διατύπωση Β (φορτισμένη) «Συμφωνείτε ή διαφωνείτε με την υπό συζήτηση μεταρρύθμιση στο εργασιακό;» «Συμφωνείτε με την προτεινόμενη εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση που θα προστατεύσει χιλιάδες θέσεις εργασίας;» «Πώς κρίνετε τη λειτουργία του δημόσιου συστήματος υγείας τους τελευταίους δώδεκα μήνες;» «Πώς κρίνετε τις προσπάθειες της κυβέρνησης να αναβαθμίσει το δημόσιο σύστημα υγείας μετά τα προβλήματα που κληρονομήθηκαν;» «Ποια είναι η γνώμη σας για τη συμφωνία Χ;» «Συμφωνείτε με τη συμφωνία Χ που τερματίζει χρόνια αβεβαιότητας στις σχέσεις της χώρας;» Και οι δύο διατυπώσεις σε κάθε γραμμή είναι, τεχνικά, νόμιμες ερωτήσεις.
Καμία δεν παραβιάζει νόμο.
Αλλά δεν μετρούν το ίδιο πράγμα.
Η πρώτη μετράει στάση.
Η δεύτερη μετράει αντίδραση σε ένα ήδη συσκευασμένο αφήγημα.
Όταν ο αναγνώστης δει το αποτέλεσμα στην εφημερίδα, δεν μαθαίνει ποτέ ποια εκδοχή χρησιμοποιήθηκε.
Παράδειγμα 3. Η λίστα των επιλογών Όταν ρωτάμε «τι θα ψηφίζατε», υπάρχουν δύο εντελώς διαφορετικές μέθοδοι: η αυθόρμητη αναφορά, όπου ο ερωτώμενος λέει μόνος του ένα όνομα, και η υποβοηθούμενη αναφορά, όπου του διαβάζεται ή του εμφανίζεται μια λίστα.
Οι δύο μέθοδοι δίνουν διαφορετικά αποτελέσματα.
Και αυτό το γνωρίζει κάθε στατιστικός.
Στην υποβοηθούμενη αναφορά, κρίσιμο γίνεται ένα ερώτημα που σπάνια απαντιέται δημόσια: ποια ονόματα μπήκαν στη λίστα και ποια όχι; Διότι ένα κόμμα που δεν εμφανίζεται στη λίστα είναι πρακτικά αόρατο για τον ερωτώμενο εκείνη τη στιγμή.
Αν ο πολίτης σκόπευε να το ψηφίσει, θα πρέπει να κάνει την επιπλέον κίνηση να πει «άλλο», κίνηση που στατιστικά υποαντιπροσωπεύεται.
Υποθετικό παράδειγμα: δύο λίστες, δύο εκλογικές γεωγραφίες Λίστα Α παρουσιάζει στον ερωτώμενο: Κόμμα 1, Κόμμα 2, Κόμμα 3, Κόμμα 4, Κόμμα 5, Κόμμα 6, Άλλο, Λευκό/Άκυρο, Δεν θα ψηφίσω, Δεν απαντώ. Λίστα Β παρουσιάζει στον ερωτώμενο: Κόμμα 1, Κόμμα 2, Κόμμα 3, Κόμμα 4, «πιθανό νέο κόμμα του Χ προσώπου», Άλλο, Λευκό/Άκυρο, Δεν θα ψηφίσω. Το Κόμμα 5 και το Κόμμα 6, υπαρκτά κόμματα στη Λίστα Α, εξαφανίζονται στη Λίστα Β. Στη θέση τους εμφανίζεται ένα κόμμα που δεν έχει ακόμη ιδρυθεί.
Η γεωγραφία του πολιτικού χάρτη που βλέπει ο ερωτώμενος έχει αλλάξει.
Δεν χρειάζεται κανείς να επικαλεστεί δόλο για να αναγνωρίσει ότι αυτές οι δύο λίστες θα παράξουν διαφορετικά νούμερα.
Είναι ζήτημα στατιστικής μηχανικής.
Στη μία περίπτωση μετριέται το πραγματικό πολιτικό σύμπαν.
Στην άλλη μετριέται ένα φιλτραρισμένο πολιτικό σύμπαν, στο οποίο κάποιοι παίκτες έχουν δηλωθεί ως υπαρκτοί πριν υπάρξουν, και άλλοι ως ανύπαρκτοι ενώ υπάρχουν.
Αυτή η μεθοδολογική επιλογή δεν είναι από μόνη της παράνομη.
Είναι όμως ζήτημα ισονομίας.
Αν ένα μη ανακοινωμένο κόμμα ενός πολιτικού Χ μετριέται ως διακριτή επιλογή, τότε αύριο, με κριτήριο ισονομίας, πρέπει να μετριέται με τον ίδιο τρόπο και κάθε άλλο μη ανακοινωμένο κόμμα ενός πολιτικού Ψ που έχει συγκρίσιμη δημόσια παρουσία.
Αλλιώς, η μεθοδολογία δεν αποτυπώνει. Επιλέγει.
Παράδειγμα 4. Η κατηγορία «λοιπά» και η εξαναγκασμένη επιλογή Υπάρχει ακόμη ένα στρώμα στο οποίο αλλοιώνεται η αποτύπωση της βούλησης.
Σε πολλές δημοσκοπήσεις, μετά την αρχική απάντηση, ακολουθεί ένα δεύτερο ερώτημα προς όσους απάντησαν «δεν ξέρω», «δεν απαντώ», «αναποφάσιστος» ή ψήφισαν μικρότερο κόμμα: «και αν έπρεπε οπωσδήποτε να διαλέξετε, σε ποιο από τα ακόλουθα θα κατευθυνόσασταν;». Αυτή η μέθοδος ονομάζεται forced choice και είναι θεμιτή, με την προϋπόθεση ότι ο αναγνώστης ξέρει ότι εφαρμόστηκε, και ότι βλέπει ξεχωριστά το αρχικό και το τελικό ποσοστό.
Όταν αυτό δεν διευκρινίζεται, το αποτέλεσμα είναι παράδοξο.
Ένα κόμμα μπορεί να εμφανίζεται με 4% «πρόθεσης ψήφου» που στην πραγματικότητα είναι 1,5% αρχικής δήλωσης και 2,5% επιπρόσθετο, που προέκυψε αφού οι ερωτώμενοι πιέστηκαν να επιλέξουν ανάμεσα σε λιγότερες επιλογές.
Στο τέλος του χωνιού, τα μικρότερα κόμματα συμπιέζονται στην κατηγορία «λοιπά», η οποία, σε μερικές δημοσκοπήσεις, λειτουργεί ως μικρό πολιτικό νεκροταφείο.
Εκεί μέσα χωράνε άνθρωποι, κινήματα, οργή, απογοήτευση.
Αλλά στην οθόνη εμφανίζονται σαν υπόλοιπο λογιστικής πράξης. 2. Το «κενό» που νομιμοποιεί τις υποψίες Όλα τα παραπάνω παραδείγματα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: είναι μεθοδολογικά επιλέξιμα.
Δεν παραβιάζουν νόμο.
Η ερώτηση δεν είναι αν είναι παράνομα.
Η ερώτηση είναι γιατί ο πολίτης δεν τα βλέπει.
Γιατί στα δελτία ειδήσεων φτάνει το νούμερο και όχι η διαδρομή του.
Σε αυτό το κενό γεννιούνται οι εύλογες υποψίες.
Δεν είναι παράλογες.
Είναι προσαρμοστική λογική του πολίτη.
Όταν η νομοθεσία δεν απαιτεί την προκαταβολική κατάθεση πλήρους ερωτηματολογίου σε ανεξάρτητη αρχή· όταν δεν προβλέπει συστηματικές κυρώσεις για απόκρυψη μεθοδολογίας· όταν ο έλεγχος είναι τυπικός και εκ των υστέρων· τότε δημιουργείται ένα γκρίζο θεσμικό πεδίο χωρίς κατ’ ανάγκην παρανομία.
Επιτρέπονται πρακτικές που δεν είναι παράνομες, αλλά είναι μεθοδολογικά προβληματικές ή μη επαρκώς διαφανείς, και ο πολίτης το αντιλαμβάνεται.
Η ανοχή που χρειάζεται μια τέτοια κατάσταση δεν χρειάζεται να είναι συνεννόηση.
Αρκεί να είναι σιωπή.
Μπορεί να είναι παθητική: η εποπτική αρχή να μην έχει επαρκή θεσμικά εργαλεία, πόρους ή διαδικαστική δυνατότητα για βαθύτερο έλεγχο.
Μπορεί να είναι δομική: να μην έχει πόρους, προσωπικό ή πραγματική ανεξαρτησία.
Μπορεί να είναι λειτουργική: να χρησιμοποιεί κι αυτή τις ίδιες δημοσκοπήσεις ως επιχείρημα, και επομένως να μην έχει συμφέρον να αμφισβητήσει το εργαλείο. 3. Τα οικονομικά της παραγωγής Μια εταιρεία δημοσκοπήσεων δεν είναι μυστικιστικό εργαστήριο.
Είναι επιχείρηση.
Έχει προσωπικό, συστήματα, τηλεφωνικά κέντρα ή online panels, αναλυτές, στατιστικούς, διοικητικό κόστος, λογιστήριο, λογισμικά, υποδομές, συμμόρφωση με τον GDPR, κόστος δειγματοληψίας, κόστος στάθμισης, κόστος ποιοτικού ελέγχου.
Όταν τα δημόσια οικονομικά στοιχεία μιας εταιρείας, όπως αυτά κατατίθενται στο ΓΕΜΗ και είναι θεσμικά προσβάσιμα, δείχνουν εκ πρώτης όψεως πολύ περιορισμένη οικονομική δραστηριότητα σε σχέση με τον όγκο των δημοσιοποιημένων ερευνών, ο πολίτης έχει δικαίωμα όχι να καταγγείλει, αλλά να ρωτήσει.
Οι ερωτήσεις είναι θεσμικά υγιείς: • Με ποιους ακριβώς πόρους παράγονται αυτές οι μετρήσεις; • Πόσοι εργάζονται, με ποιο εργασιακό καθεστώς, και με ποια τεχνική υποστήριξη; • Χρησιμοποιούνται εξωτερικές πλατφόρμες ή υπεργολάβοι; Αν ναι, ποιοι; • Ποιος έχει πρόσβαση στα ακατέργαστα δεδομένα (raw data) πριν τη στάθμιση; • Ποιος κάνει τη στάθμιση και με ποια κριτήρια; • Ποιος ασκεί ποιοτικό έλεγχο, και τα ευρήματα του ελέγχου είναι διαθέσιμα; Αυτές δεν είναι ερωτήσεις καχυποψίας.
Είναι το ελάχιστο φίλτρο σοβαρότητας που εφαρμόζεται σε κάθε άλλη οικονομική δραστηριότητα δημοσίου ενδιαφέροντος.
Δεν αφορούν την ταυτότητα κάποιας συγκεκριμένης εταιρείας.
Αφορούν τον κλάδο.
Αν μια εταιρεία μπορεί να εξηγήσει τα μεγέθη της με συνέπεια, τότε η εξήγηση τη δικαιώνει.
Αν δεν μπορεί, αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει παρανομία, αλλά αποδεικνύει την ανάγκη ριζικής διαφάνειας. 4. Συγκρούσεις συμφερόντων και ιδιοκτησιακό βάθος Στις δημοκρατίες δεν αρκεί να μην υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων.
Πρέπει και να μη μένει σκοτάδι εκεί όπου θα μπορούσε να υπάρχει.
Όταν διοικητικά στελέχη εταιρειών δημοσκοπήσεων έχουν παράλληλες δραστηριότητες σε επικοινωνία, διαφήμιση, δημόσιες σχέσεις, πολιτική συμβουλευτική ή μέσα ενημέρωσης, αυτό δεν στοιχειοθετεί αυτομάτως τίποτα παράνομο.
Στοιχειοθετεί όμως υποχρέωση δημοσιοποίησης.
Οι θεσμικά εύλογες απαιτήσεις διαφάνειας στον κλάδο είναι, σε γενικό επίπεδο, οι ακόλουθες: 1. Δημοσιοποίηση του τελικού πραγματικού δικαιούχου (UBO) της εταιρείας. 2. Δημοσιοποίηση των μελών της διοίκησης και των επαγγελματικών τους συνδέσεων. 3. Δημοσιοποίηση των κύριων πελατών, τουλάχιστον όταν πρόκειται για δημόσιους φορείς, κόμματα, ή μέσα ενημέρωσης που χρηματοδοτούν συγκεκριμένες έρευνες. 4. Δημοσιοποίηση τυχόν συμμετοχών σε συναφείς αγορές: διαφήμιση, σύμβουλοι επικοινωνίας, παραγωγή περιεχομένου, αναλύσεις για ΜΜΕ.
Όταν αυτά είναι διαθέσιμα, η εμπιστοσύνη είναι ελέγξιμη.
Όταν δεν είναι, η εμπιστοσύνη ζητείται.
Και στη δημοκρατία η εμπιστοσύνη δεν ζητείται.
Κερδίζεται. 5. Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία Το πιο επικίνδυνο αποτέλεσμα της αδιαφάνειας δεν είναι ότι παράγει λανθασμένα νούμερα.
Είναι ότι παράγει αδιαφορία.
Όταν η κοινή γνώμη πιστέψει ότι όλες οι δημοσκοπήσεις είναι «φτιαχτές», συμβαίνουν τρία πράγματα ταυτόχρονα: χάνεται κάθε χρήσιμη πληροφορία ακόμη και όταν είναι έγκυρη· ο πολίτης αποσύρεται ή ψηφίζει αντιδραστικά· και οι δημοσκοπήσεις κινδυνεύουν να χρησιμοποιηθούν χειραγωγικά, ακριβώς επειδή το κόστος της χειραγώγησης έχει μηδενιστεί: δεν τις πιστεύει κανείς, άρα δεν τις ελέγχει κανείς.
Αυτή είναι η οριστική μορφή θεσμικής φθοράς: ένα εργαλείο μέτρησης της δημοκρατίας μετατρέπεται σε εργαλείο διάβρωσής της, χωρίς να χρειαστεί να γίνει τίποτε παράνομο. 6. Τι πρέπει να δημοσιεύει υποχρεωτικά μια σοβαρή δημοσκόπηση Η πρόταση που ακολουθεί δεν είναι επίθεση στις δημοσκοπικές εταιρείες.
Είναι άμυνα της δημοκρατίας, και ταυτόχρονα προστασία των ίδιων των εταιρειών που εργάζονται έντιμα.
Διότι το φως δεν βλάπτει τον τίμιο.
Βλάπτει μόνο τη σκιά.
Ελάχιστος κατάλογος υποχρεωτικής δημοσιοποίησης 5. Το πλήρες ερωτηματολόγιο, με την ακριβή σειρά των ερωτήσεων όπως υποβλήθηκαν στους ερωτώμενους. 6. Η ακριβής λίστα των κομμάτων ή πολιτικών σχημάτων που δόθηκαν ως επιλογές, και ο τρόπος υποβολής (αυθόρμητη / υποβοηθούμενη). 7. Σαφής διάκριση ανάμεσα σε υπαρκτά κόμματα, υπό ίδρυση σχήματα, υποθετικά σενάρια και προσωπικές δημοτικότητες, ώστε ο αναγνώστης να μην τα συγχέει. 8. Πλήρης μεθοδολογία: τρόπος δειγματοληψίας, μέγεθος δείγματος, ποσοστά μη απάντησης, μέθοδος στάθμισης, αν εφαρμόστηκε forced choice και σε ποιο σημείο. 9. Ο εντολέας της έρευνας, και η ένδειξη της πληρωμής (ποιος χρηματοδότησε). 10. Στοιχεία εταιρικής διαφάνειας: ιδιοκτησία, διοίκηση, συνδεδεμένες δραστηριότητες, πιθανοί τομείς σύγκρουσης συμφερόντων. 11. Εύλογη οικονομική λογική: όταν τα δημόσια στοιχεία της εταιρείας δείχνουν περιορισμένη δραστηριότητα, σύντομη εξήγηση της επιχειρησιακής δυνατότητας παραγωγής έρευνας μεγάλης επιρροής.
Ποιος αποφασίζει ποιος αξίζει να μετρηθεί Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι αθώες.
Δεν είναι απλά νούμερα.
Δεν είναι, όπως μονότονα λέγεται, «μια φωτογραφία της στιγμής». Είναι μηχανισμοί πολιτικής ψυχολογίας.
Επηρεάζουν ψηφοφόρους, χορηγούς, δημοσιογράφους, εσωκομματικές ισορροπίες, στρατηγικές, αποχωρήσεις, συμμαχίες, ακόμη και το ποιος θεωρείται «χαμένη ψήφος». Όταν ένας πολίτης ακούει κάθε εβδομάδα ότι ένα κόμμα «δεν μπαίνει στη Βουλή», δεν πληροφορείται απλώς. Εκπαιδεύεται.
Όταν ακούει ότι ένας πολιτικός «έχει δυναμική» πριν καν φτιάξει κόμμα, δεν ενημερώνεται απλώς. Προετοιμάζεται.
Όταν βλέπει συνεχώς τους ίδιους παίκτες στο κάδρο και άλλους θαμμένους στα «λοιπά», δεν παρακολουθεί απλώς πολιτική.
Παρακολουθεί την κατασκευή του επιτρεπτού πολιτικού χάρτη.
Το πρόβλημα δεν είναι ποιος προηγείται στις δημοσκοπήσεις.
Το πρόβλημα είναι ποιος αποφασίζει ποιος αξίζει να μετρηθεί.
Η δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από εταιρείες που ζητούν πίστη.
Έχει ανάγκη από εταιρείες που αντέχουν τον έλεγχο.
Αν όλα είναι καθαρά, η πλήρης διαφάνεια τις προστατεύει.
Αν οι μετρήσεις είναι σοβαρές, το πλήρες ερωτηματολόγιο τις ενισχύει.
Αν τα οικονομικά μεγέθη εξηγούνται, ας εξηγηθούν.
Αν δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων, ας φανεί καθαρά.
Διότι όσο η κανονιστική προστασία της κοινής γνώμης παραμένει χαλαρή, οι υποψίες δεν θα μειωθούν.
Θα πληθύνουν.
Και δεν θα είναι άδικες προς όσους εργάζονται έντιμα.
Θα είναι το λογικό αποτέλεσμα μιας θεσμικής ανοχής που δεν χρειάζεται καν να εκφραστεί. Αρκεί να σιωπά.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους