Το πλήρες όνομά του ήταν Λεοβεγίλντο Λινς ντα Γκάμα Ζούνιορ, αλλά στον κόσμο του ποδοσφαίρου στο άκουσμα "Ζούνιορ" το μυαλό πάει κατευθείαν στον θρυλικό αριστερό μπακ της ομάδας του "Jogo Bonito...
Το πλήρες όνομά του ήταν Λεοβεγίλντο Λινς ντα Γκάμα Ζούνιορ, αλλά στον κόσμο του ποδοσφαίρου στο άκουσμα "Ζούνιορ" το μυαλό πάει κατευθείαν στον θρυλικό αριστερό μπακ της ομάδας του "Jogo Bonito" (Όμορφου Παιχνίδιου) Γεννήθηκε στις 29 Ιουνίου 1954 στη Ζοάο Πεσόα στη βορειοανατολική Βραζιλία, μεγάλωσε στην Κόπα Καμπάνα του Ρίο ντε Τζανέιρο και έμαθε ποδοσφαιρο στις παραλίες της πόλης.
Το παρατσούκλι «Κατσέτε» — «κράνος» στα πορτογαλικά — το πήρε από την πυκνή αφάνα του.
Αγωνιζόταν ως αριστερός μπακ που έπαιζε σαν μέσος, μπορούσε να σταθεί με ευκολία και στα δύο άκρα της άμυνας, με εξαιρετική τεχνική, οξυδέρκια 10αριού και επικίνδυνος στα στημένα — ο τύπος του αμυντικού που ανεβαίνει, δημιουργεί και επιστρέφει για να μαρκάρει. Στη Φλαμένγκο, ο Ζούνιορ δεν ήταν απλά σημαντικός παίκτης.
Ήταν η εικόνα μιας ολόκληρης γενιάς.
Στην πρώτη του περίοδο (1974–1984) κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα Βραζιλίας, πέντε πρωτάθληματα Καριόκα, το Κόπα Λιμπερταδόρες του 1981 και το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων του 1981 απέναντι στη Λίβερπουλ στο Τόκιο.
Εκείνος ο Δεκέμβριος στην Ιαπωνία ήταν μια επίδειξη βραζιλιάνικης κυριαρχίας: Η Φλαμένγκο σκόραρε τρεις φορές στο πρώτο ημίχρονο, ενώ ο προπονητής της Λίβερπουλ της κορυφαίας δύναμης του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου της εποχής Μπομπ Πέισλι παραδέχτηκε μετά πως «η καλύτερη ομάδα κέρδισε εύκολα». Συνολικά, ο Ζούνιορ μέτρησε 876 εμφανίσεις με τη φανέλα της Φλαμένγκο — ρεκόρ που παραμένει μέχρι σήμερα. Ο Ζίκο, που μοιράστηκε μαζί του αποδυτήρια για πολλά χρόνια, χαρακτήρισε την ομάδα εκείνη «μια τέλεια μίξη διαφορετικών φιλοσοφιών», τονίζοντας ότι το Φλαμένγκο του 1981 και η εθνική ομάδα λειτουργούσαν με πανομοιότυπη λογική στο γήπεδο.
Το 1982, η Σελεσάο έφτασε στην Ισπανία ως το μεγάλο φαβορί. Ο Ζούνιορ αγωνίστηκε και στους πέντε αγώνες, σκόραρε 1 γκολ και μοίρασε 2 ασίστ — εξαιρετικό νούμερο για αριστερό μπακ. Η Βραζιλία στη πρώτη φάση ήταν καταιγιστική με τρεις νίκες και 10-2 γκολ.
Στη συνέχεια σειρά είχε η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Αργεντινή του Μαραντόνα, του Πασαρέλα και του Κέμπες που γνώρισε την ήττα με 3-1. Με τον Ζούνιορ να είναι αυτός που έκλεισε το σκορ. Η Βραζιλία έμοιαζε ασταμάτητη.
Όμως στις 5 Ιουλίου, στη Βαρκελώνη, η Ιταλία και ο Πάολο Ρόσι αποφάσισαν να σβήσουν το Βραζιλίνικο όνειρο.
Σε εκείνο το παιχνίδι ο Ζούνιορ έδωσε την ασίστ για το 2-2 στον Φαλκάο — μια πάσα που για μερικά λεπτά έφερνε τη Βραζιλία στην επόμενη φάση — αλλά ο Ρόσι στο ματς της ζωής του ολοκλήρωσε το χατ-τρικ και η Ιταλία κέρδισε 3-2. Μετά τον αποκλεισμό, ο Ζούνιορ έπρεπε να πάει να πάει ταρακούνησει τον Σερέζο, που φαίνοταν συντετριμενος για το λάθος του στο 2-1 της Ιταλίας. «Σταμάτα να κλαις» «αλλιώς θα σε χτυπήσω.» φαιρεται να του είπε. Ο Ζούνιορ με τις εμφανίσεις του κέρδισε θέση στη κορυφαία 11άδα της διοργάνωσης.
Η ομάδα εκείνη αποκλείστηκε χωρίς να νικηθεί πραγματικά.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο Μεξικό 1986, ο Ζούνιορ ήταν ξανά εκεί — η δεύτερη και τελευταία παρουσία του σε Μουντιάλ.
Αυτή τη φορά σε θέση κεντρικού μέσου στο πλάι του Σόκρατες.
Η ομάδα εκείνη έφτασε ξανά μέχρι τα προημιτελικά όμως αυτή τη φορά αποκλείστηκε στα πέναλτι απο τη Γαλλία του Μισέλ Πλατινί.
Συνολικά μέτρησε 74 διεθνείς συμμετοχές με 6 γκολ.
Το 2004 ο Πελέ τον συμπεριέλαβε στη λίστα με τους 125 κορυφαίους εν ζωή ποδοσφαιριστές. Τον Ιούνιο του 1984, τριάντα ετών πλέον, ο Ζούνιορ μεταγράφηκε στην Τορίνο αντί δύο εκατομμυρίων δολαρίων, με ένα αίτημα: να παίξει ως μέσος.
Πήρε αυτό που ζήτησε και έγινε ηγέτης στη μεσαία γραμμη και όχι στην άμυνα, σημειώνοντας 12 γκολ σε 86 εμφανίσεις.Τη πρώτη του χρονιά στο Τορίνο βοήθησε ώστε η ομάδα να τερμάτισει στη 2ή θέση του Καμπιονάτο επίτευγμα εντυπωσιακό.
Με τον ίδιο να αναδεικνυεται κορυφαίος παίχτης του Ιταλικού πρωτάθληματος.
Στα γήπεδα της Σέριε Α ο Ζούνιορ γνώρισε και τη σκιά του ρατσισμού — στο Μιλάνο δέχθηκε φραστικές επιθέσεις μετά τον αγώνα, ενώ οι φίλαθλοι της Γιουβέντους ανάρτησαν προσβλητικά πανό στο ντέρμπι.
Μετά την Πέσκαρα (1987–1989) επέστρεψε στο Φλαμένγκο, όπου ακόμη και στα 38 του αναδείχθηκε καλύτερος παίκτης του βραζιλιάνικου πρωταθλήματος 1992 — μια τελευταία, ανεπανάληπτη πράξη.
Αποσύρθηκε στα 39 του.
Στο δεύτερο πέρασμα του απο τη Φλαμένγκο κατέκτησε τρεις ακόμα τίτλους όμως η "Μενγκάο" δεν είχε καμία σχέση με την ομάδα-φόβητρο που ήταν δέκα χρόνια πριν.
Μετά το τέλος της καριέρας του δοκίμασε και άλλα πόστα, αναλαμβάνοντας τεχνικός διευθυντής και προπονητής σε Φλαμένγκο (1993–94, 1997) και της Κορίνθιανς (2003) χωρίς όμως επιτυχία.
Εκεί όμως που πραγματικά έκανε θραύση ήταν το μπιτς σόκερ που θεωρείται ένας από τους κορυφαίους όλων των εποχών με έξι σερι κατακτήσεις Παγκόσμιου Κυπέλλου (1995-2000) και με δεκάδες ακόμα διακρίσεις.
Σήμερα ο Ζούνιορ εργάζεται στην τηλεόραση ως σχολιαστής και αναλυτής του Ρέντε Γκλόμπο, του μεγαλύτερου βραζιλιάνικου δικτύου. Ο Ζούνιορ εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ο θεματοφύλακας εκείνης της όμορφης -από πολλες απόψεις- ποδοσφαιρικής εποχής που, κατά τον Ζίκο: «Μας αγαπούσαν γιατί ήμασταν η τελευταία γενιά ποδοσφαιριστων που δε ζούσαμε σε γυάλα, ο κόσμος μπορούσε να μας στους δρόμους του Ρίο, όχι μόνο στην τηλεόραση».
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους