Ηλία μου, αγάπη μου, μωρό μου, Απόψε θα σου γράψω όσο ακόμη μπορώ. Δεν ξέρω αν αύριο το χέρι μου θα έχει την ίδια δύναμη, αν τα γράμματα θα βγαίνουν καθαρά, αν το κεφάλι μου θα υπακούει στην καρδιά...
Ηλία μου, αγάπη μου, μωρό μου, Απόψε θα σου γράψω όσο ακόμη μπορώ.
Δεν ξέρω αν αύριο το χέρι μου θα έχει την ίδια δύναμη, αν τα γράμματα θα βγαίνουν καθαρά, αν το κεφάλι μου θα υπακούει στην καρδιά μου.
Η αλήθεια είναι πως το σώμα μου με εγκαταλείπει σιγά σιγά, σαν σπίτι που σβήνουν ένα ένα τα φώτα του.
Κι εγώ, ακόμη και τώρα, αντί να φοβάμαι για μένα, φοβάμαι για σένα.
Αυτό είναι μάλλον η μάνα: να φεύγει και πάλι να σκέφτεται αν το παιδί της θα φάει, αν θα κοιμηθεί, αν θα αντέξει το πρωί που δεν θα μπορεί πια να της τηλεφωνήσει.
Θα έρθει η μέρα, αγόρι μου, που δεν θα με ξαναδείς.
Και το γράφω αυτό με το χέρι να τρέμει, όχι γιατί δεν το ξέρω, αλλά γιατί είναι άλλο να το ξέρει το σώμα και άλλο να το λέει η μάνα στο παιδί της.
Δεν θα είμαι εκεί να σου ανοίξω την πόρτα.
Δεν θα ξανακούσω το κλειδί σου.
Δεν θα σου πω «πάρε μια ζακέτα». Δεν θα βάλω το χέρι μου στο μέτωπό σου να δω αν έχεις πυρετό.
Δεν θα μυρίσω τα ρούχα σου όταν θα γυρίζεις από έξω.
Δεν θα κάνω πως σε μαλώνω για να κρύψω πως σε λατρεύω.
Και αυτό με σκοτώνει πιο πολύ από τον θάνατο.
Όχι ότι θα φύγω.
Αλλά ότι θα σταματήσουν όλα αυτά τα μικρά, τα γελοία, τα καθημερινά, που ήταν η ζωή μου ολόκληρη.
Οι μανάδες δεν ζουν μόνο στις μεγάλες στιγμές των παιδιών τους.
Ζουν στα ποτήρια που αφήνουν στο νεροχύτη, στα παπούτσια που πετούν στην είσοδο, στις φωνές τους από το άλλο δωμάτιο, στο «μαμά» που λέγεται βιαστικά, χωρίς να ξέρει το παιδί ότι αυτή η λέξη κρατά έναν άνθρωπο ζωντανό.
Θα πονέσεις.
Το ξέρω.
Και θα ήθελα να μπορούσα να πάρω λίγο από τον πόνο σου μαζί μου, να μην τον αφήσω όλον πάνω σου.
Μα δεν μπορώ.
Μπορώ μόνο να σου γράψω αυτό: μην κάνεις τον πόνο σπίτι σου.
Μπες μέσα του, κλάψε, φώναξε, θύμωσε, πες πως είναι άδικο, πες πως δεν ήρθε η ώρα, πες πως με χρειάζεσαι ακόμη.
Όλα να τα πεις.
Αλλά μη μείνεις εκεί για πάντα.
Μη με κάνεις φυλακή σου, Ηλία μου.
Μη με αγαπήσεις τόσο πένθιμα που να ξεχάσεις να ζήσεις.
Θέλω να γελάσεις ξανά.
Το γράφω και κλαίω, αλλά το θέλω.
Θέλω μια μέρα να γελάσεις χωρίς να νιώσεις ότι με προδίδεις.
Θέλω να ερωτευτείς, να χορέψεις, να βγεις βράδυ, να πιεις ένα ποτό παραπάνω, να κάνεις σχέδια, να βαρεθείς, να ξαναρχίσεις.
Θέλω να έχεις μέρες που δεν θα με σκέφτεσαι από το πρωί ως το βράδυ.
Όχι γιατί θα με έχεις ξεχάσει.
Αλλά γιατί θα έχεις σωθεί.
Και η μάνα αυτό θέλει στο τέλος: όχι να τη θυμούνται με πόνο, αλλά να ζει το παιδί της χωρίς να κουβαλά τον θάνατό της σαν πέτρα στο στήθος.
Μην έρχεσαι κάθε μέρα στον τάφο μου από ενοχή.
Να έρχεσαι όταν το θέλει η καρδιά σου.
Και αν μια Κυριακή έχει ήλιο και θέλεις να πας βόλτα αντί να έρθεις σε μένα, πήγαινε βόλτα.
Αν μια γιορτή γελάσεις, γέλα.
Αν μια μέρα ξεχάσεις την ημερομηνία, μην τρομάξεις.
Η αγάπη δεν μετριέται με ημερολόγια.
Δεν θα σε αγαπώ λιγότερο επειδή θα ζήσεις.
Αν μπορούσα να σου αφήσω μία εντολή, θα ήταν αυτή: ζήσε χωρίς να μου ζητάς άδεια.
Θα σου λείψω στα πιο παράξενα σημεία.
Όχι πάντα εκεί που θα το περιμένεις.
Θα σου λείψω σε ένα φαγητό, σε μια μυρωδιά σαπουνιού, σε μια φράση που θα πεις και ξαφνικά θα καταλάβεις πως είναι δική μου.
Θα σου λείψω όταν αρρωστήσεις και δεν θα υπάρχει το χέρι μου.
Θα σου λείψω όταν πετύχεις κάτι και δεν θα ξέρεις πού να με πάρεις να μου το πεις πρώτη.
Εκεί να κλάψεις, παιδί μου.
Εκεί να μου μιλήσεις.
Θα σε ακούω με όποιον τρόπο ακούνε οι μανάδες όταν πια δεν έχουν σώμα.
Να προσέχεις τον εαυτό σου.
Να τρως.
Να κοιμάσαι.
Να μην αφήνεις τους ανθρώπους να σε κάνουν μικρότερο απ’ όσο είσαι.
Να μην ντρέπεσαι να ζητάς βοήθεια.
Να μη φοβάσαι την τρυφερότητα.
Να θυμάσαι πως δεν χρειάζεται να είσαι δυνατός συνέχεια.
Οι άντρες που δεν κλαίνε δεν είναι πιο δυνατοί.
Είναι απλώς πιο μόνοι.
Κλάψε όταν σε πνίγει.
Μίλα όταν δεν αντέχεις.
Μην κλειστείς.
Η σιωπή, όταν κρατά πολύ, γίνεται δεύτερος θάνατος.
Κι αν κάποτε θυμώσεις μαζί μου που έφυγα, να θυμώσεις.
Δεν θα σε παρεξηγήσω.
Έχεις δικαίωμα.
Κι εγώ θυμώνω.
Θυμώνω που δεν θα δω τη ζωή σου να μεγαλώνει.
Θυμώνω που δεν θα γεράσω αρκετά για να σε καμαρώσω όπως ήθελα.
Θυμώνω που θα αφήσω στη μέση τόσες κουβέντες, τόσα χάδια, τόσα «πρόσεχε». Αλλά κάτω από τον θυμό υπάρχει κάτι πιο μεγάλο: η ευγνωμοσύνη μου που υπήρξα μάνα σου.
Αν δεν είχα ζήσει τίποτε άλλο, θα μου έφτανε αυτό.
Ηλία μου, αγάπη μου, μωρό μου, όταν με θυμάσαι, μη με θυμάσαι μόνο άρρωστη.
Μη με κρατήσεις μέσα σου με το πρόσωπο του νοσοκομείου, με τα σωληνάκια, με την κούραση, με τη φωνή μου σπασμένη.
Θυμήσου με να γελάω.
Θυμήσου με να σου φωνάζω από την κουζίνα.
Θυμήσου με να σε κοιτάζω όταν δεν με έβλεπες.
Θυμήσου με νέα, κουρασμένη, άδικη καμιά φορά, υπερβολική, τρυφερή, δική σου.
Όχι αγία. Μάνα.
Και να θυμάσαι αυτό: δεν τελειώνει η αγάπη επειδή τελειώνει το σώμα.
Το σώμα κουράζεται, λυγίζει, σβήνει.
Η αγάπη όμως έχει έναν τρόπο να περνάει αλλού.
Στις κινήσεις σου.
Στη φωνή σου.
Στον τρόπο που θα αγαπήσεις κάποτε έναν άνθρωπο.
Στον τρόπο που θα συγχωρήσεις.
Στον τρόπο που θα σταθείς δίπλα σε κάποιον που πονά.
Εκεί θα είμαι.
Όχι σαν σκιά.
Σαν ρίζα.
Αυτά για απόψε, παιδί μου.
Θα ακουμπήσω λίγο το κεφάλι μου στο μαξιλάρι και θα προσπαθήσω να κοιμηθώ.
Αν αύριο μπορέσω, θα σου γράψω πάλι.
Αν δεν μπορέσω, κράτα αυτό το γράμμα σαν να σου κρατώ το χέρι.
Σ’ αγαπώ πιο πολύ απ’ όσο χωράει η ζωή και πιο πέρα απ’ όσο φτάνει ο θάνατος. Η μαμά σου.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους