Αντιπλοίαρχος Αθανάσιος Δρίβας ΠΝ*: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ - Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Η περιφερειακή κρίση, που εκδηλώθηκε στις 28...
Αντιπλοίαρχος Αθανάσιος Δρίβας ΠΝ*: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ - Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Η περιφερειακή κρίση, που εκδηλώθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2026 με την κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων μεταξύ των εμπλεκομένων δρώντων ΗΠΑ-Ισραήλ-Ιράν, καταδεικνύει ότι η ασφάλεια της Ελλάδας δεν περιορίζεται γεωγραφικά στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ένταση από τον Περσικό Κόλπο έως την Ανατολική Μεσόγειο, η πιθανότητα διάχυσης της κρίσης σε πολλαπλά υποσυστήματα ισχύος, η απειλή κατά των θαλασσίων γραμμών επικοινωνιών, καθώς και η αυξημένη χρήση πυραυλικών και μη επανδρωμένων μέσων, επιβάρυναν ουσιωδώς το στρατηγικό περιβάλλον, το οποίο επηρεάζεται από ένα ευρύτερο τόξο αστάθειας και διασύνδεσης, που εκτείνεται από το Στενό του Ορμούζ και το Bab el-Mandeb έως την Ανατολική Μεσόγειο, την Κρήτη και την Κύπρο. Η U.S. Energy Information Administration επισημαίνει ότι το στενό του Ορμούζ παραμένει κρίσιμος παγκόσμιος θαλάσσιος δίαυλος για το πετρέλαιο και το LNG (ημερησίως διακινείται μέσω αυτού το 20,9% της παγκόσμιας παραγωγής αργού πετρελαίου), γεγονός που σημαίνει ότι κάθε σοβαρή διαταραχή στον Κόλπο μετατρέπεται αμέσως σε ζήτημα ενέργειας, ναυσιπλοΐας, οικονομικής σταθερότητας και ανάπτυξης.
Για μια χώρα με το ναυτιλιακό και γεωστρατηγικό αποτύπωμα της Ελλάδας, η ενεργειακή σταθερότητα των ροών που διακινούνται στον Περσικό Κόλπο δεν αποτελεί εξωτερική μεταβλητή, αλλά ζήτημα άμεσου εθνικού συμφέροντος. Η Αθήνα αντιμετώπισε την κρίση ως παράγοντα που απαιτεί άμεση στρατηγική προσαρμογή, με κινήσεις στρατιωτικών μονάδων από τα ανατολικά Βαλκάνια έως την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο, σε στενό συντονισμό με τις ΗΠΑ και τη Γαλλία.
Αυτό αποδεικνύει ότι η Ελλάδα δεν παρακολουθεί παθητικά τις εξελίξεις, αλλά αντιλαμβάνεται το νέο περιβάλλον ως ενιαίο επιχειρησιακό και γεωπολιτικό χώρο, αναδεικνύοντας ότι η αμερικανική παρουσία εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός παράγοντας σταθερότητας και αποτροπής στην ευρύτερη περιοχή, στοιχείο που ενισχύει τη σημασία της Ελλάδας ως αξιόπιστου συμμάχου των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ενίσχυση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΕΔ) την τελευταία διετία με φρεγάτες τύπου FDI, αεροσκάφη Rafale, εκσυγχρονισμένα F-16 Viper και με τον πολυεπίπεδο αμυντικό σχεδιασμό της «Ασπίδας του Αχιλλέα» δεν συνιστά απλώς ανανέωση στρατιωτικών μέσων, αλλά σταδιακή υλοποίηση μιας συνεκτικότερης στρατηγικής αποτροπής.
Η επίσημη δήλωση του υπουργού Εθνικής Άμυνας, κ. Νικόλαου Δένδια, εντάσσει τα νέα εξοπλιστικά προγράμματα (βλ. Infographic) στο μακροπρόθεσμο προγραμματισμό αμυντικών εξοπλισμών και στην «Ατζέντα 2030». Με κεντρικό άξονα την πολυεπίπεδη αναβάθμιση της ελληνικής αεράμυνας, τη δημιουργία υποδομών για την υποδοχή αεροσκαφών F-35 στην Ανδραβίδα, την αναβάθμιση επιπλέον σαράντα F-16 Block 50 σε επίπεδο Viper, τον εκσυγχρονισμό των φρεγατών ΜΕΚΟ-200, την προμήθεια μη επανδρωμένων αεροχημάτων και τη μεγαλύτερη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.
Με αυτή τη λογική, η χώρα δεν αποκτά απλώς νέα στρατιωτικά μέσα, αλλά οικοδομεί σταδιακά ένα νέο σύστημα αποτροπής.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» επιχειρεί να υπερβεί τη λογική της αποσπασματικής προστασίας σημείων και να μεταβεί σε πολυεπίπεδη άμυνα περιοχής (λαμβάνοντας υπόψη τα διδάγματα της ουκρανικής σύγκρουσης), με διαστρωμάτωση και διασύνδεση των αισθητήρων, των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης, αναχαίτισης και των κέντρων διοίκησης και ελέγχου.
Επιβεβαιώνεται ο πολυεπίπεδος χαρακτήρας του νέου μηχανισμού αντιμετώπισης απειλών από αεροσκάφη, μη επανδρωμένα μέσα, πυραύλους και βαλλιστικές απειλές, με συνδυαστική αξιοποίηση συστημάτων αναχαίτισης διαφορετικών βεληνεκών. Το Defence Review αναφέρει ενδεικτικά ότι η Ελλάδα επέλεξε να υλοποιήσει την «Ασπίδα του Αχιλλέα», με τα υπό προμήθεια ισραηλινά συστήματα Spyder AIO, Barak MX και David’s Sling, καθώς και τη διασύνδεσή τους με το ραντάρ EL/M-2084, ενεργής ηλεκτρονικής σάρωσης AESA, το οποίο παρέχει τρισδιάστατη αεροπορική εικόνα.
Η σημασία της ανωτέρω εξοπλιστικής αναβάθμισης δεν εξαντλείται στο επιχειρησιακό επίπεδο.
Όσο ενισχύεται η ικανότητα της Ελλάδας να προστατεύει τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας, να ρυθμίζει τις περιφερειακές συνιστώσες ασφαλείας και να λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ Βαλκανίων, Ανατολικής Μεσογείου και Περσικού Κόλπου, έτσι αυξάνεται και το γεωπολιτικό της βάρος.
Με αυτόν τον τρόπο, η στρατιωτική ισχύς μετατρέπεται σε μέσο διπλωματικής επιρροής.
Το κράτος που μπορεί να συνεισφέρει με αξιόπιστες δυνατότητες αεράμυνας, ναυτικής παρουσίας και περιφερειακής επιτήρησης διαθέτει μεγαλύτερη αξιοπιστία και, συνακόλουθα, ευρύτερα περιθώρια στρατηγικής διαπραγμάτευσης με συμμάχους και εταίρους.
Σύμφωνα με τον κ. Αλέξη Παπαχελά, στον Περσικό Κόλπο δεν εξελίσσεται απλώς μία ακόμη περιφερειακή κρίση, αλλά μια ευρύτερη αποσταθεροποίηση του διεθνούς πλαισίου ασφάλειας, ενέργειας και οικονομίας.
Εφόσον οι μέχρι πρότινος μηχανισμοί προβλεψιμότητας αποδυναμώνονται και οι στόχοι των συγκρούσεων μεταβάλλονται, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά μεγαλύτερη σημασία ως χώρος σταθερότητας και στρατηγικής ανασύνταξης.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η Ελλάδα έχει αντικειμενικά τη δυνατότητα να ενισχύσει τον ρόλο της όχι με ρητορική, αλλά με πραγματικές δυνατότητες παροχής σταθερότητας, συνδεσιμότητας και συνέπειας.
H αμερικανική παρουσία εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός παράγοντας σταθερότητας και αποτροπής στην ευρύτερη περιοχή, στοιχείο που ενισχύει τη σημασία της Ελλάδας ως αξιόπιστου συμμάχου των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στη φωτογραφία, το αεροπλανοφόρο USS Harry S. Truman εισερχόμενο στον κόλπο της Σούδας. Ο Mohammed Soliman (ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο Μέσης Ανατολής MEI), σε συνέντευξη του στο Νίκο Μαρκάτο στο Βήμα, υποστηρίζει ότι η παρούσα περιφερειακή κρίση επιταχύνει τη μετάβαση από την παραδοσιακή έννοια της «Μέσης Ανατολής» σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο «Δυτικής Ασίας», στο οποίο η ασφάλεια, η τεχνολογία, οι διάδρομοι συνδεσιμότητας και οι νέες ισορροπίες ισχύος υπερβαίνουν τα κλασικά περιφερειακά όρια. Ο Mohammed Soliman υποστηρίζει ότι η παρούσα περιφερειακή κρίση επιταχύνει τη μετάβαση από την παραδοσιακή έννοια της «Μέσης Ανατολής» σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο «Δυτικής Ασίας», στο οποίο η ασφάλεια, η τεχνολογία, οι διάδρομοι συνδεσιμότητας και οι νέες ισορροπίες ισχύος υπερβαίνουν τα κλασικά περιφερειακά όρια.
Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη του Κόλπου επιδιώκουν πιο σύνθετα και διαφοροποιημένα δίκτυα ασφαλείας, με μεγαλύτερα περιθώρια στρατηγικής αυτονομίας και πολυμερούς εξισορρόπησης.
Υπό αυτή την οπτική, η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει όχι απλώς ως γεωγραφικό προγεφύρωμα της Ευρώπης, αλλά ως λειτουργικός μεσογειακός κόμβος στη διασύνδεση Ευρώπης, Ανατολικής Μεσογείου και ευρύτερης Δυτικής Ασίας, αναβαθμίζοντας το ρόλο της από θέση στρατηγικής χρησιμότητας σε θέση λειτουργικής γεωπολιτικής σημασίας.
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νικόλαος Δένδιας, εντάσσει την «Ασπίδα του Αχιλλέα» και άλλες αποφάσεις στο μακροπρόθεσμο προγραμματισμό αμυντικών εξοπλισμών και στην «Ατζέντα 2030». Η σημασία της Κύπρου Η Κύπρος, μέσα σε αυτή τη νέα στρατηγική πραγματικότητα, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελεί μόνο χώρο ιδιαίτερης εθνικής σημασίας για την Ελλάδα, αλλά και τον ανατολικό πυλώνα της ελληνικής στρατηγικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η σημασία της συνδέεται άμεσα με τη θαλάσσια επιτήρηση, την ενεργειακή ασφάλεια, την αεροναυτική παρουσία, την προστασία κρίσιμων υποδομών και τη συνολική σταθερότητα της περιοχής.
Όσο η κρίση στον Κόλπο παρατείνεται και όσο η Ευρώπη αναζητεί ασφαλέστερους άξονες σταθερότητας και διασύνδεσης, τόσο ενισχύεται η στρατηγική συνάφεια Ελλάδας και Κύπρου ως ενιαίου γεωπολιτικού και επιχειρησιακού χώρου.
Υπό αυτή την έννοια, η δυνατότητα έγκαιρης και αξιόπιστης ελληνικής υποστήριξης προς την Κυπριακή Δημοκρατία δεν συνιστά αποσπασματική αντίδραση, αλλά οργανικό στοιχείο μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής αποτροπής, παρουσίας και περιφερειακής σταθερότητας.
Σε αυτή τη συγκυρία αναδεικνύεται μια σημαντική στρατηγική ευκαιρία για την Αθήνα και τη Λευκωσία: η προσεκτική ερμηνεία και πολιτικοστρατηγική προσαρμογή της ελληνοκυπριακής αμυντικής συνεργασίας υπό τις σημερινές ευρωπαϊκές και συμμαχικές συνθήκες.
Μια τέτοια προσέγγιση δεν θα είχε τον χαρακτήρα μονομερούς στρατιωτικής διακήρυξης, αλλά θα μπορούσε να διατυπωθεί ως ευρωπαϊκή πρωτοβουλία ενίσχυσης της αποτροπής και της προστασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), έναντι πυραυλικών, αεροπορικών και μη επανδρωμένων απειλών που ενδέχεται να προκύψουν από ευρύτερη περιφερειακή κλιμάκωση.
Η σχετική νομική και πολιτική βάση υφίσταται ήδη στο άρθρο 42(7) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο προβλέπει υποχρέωση συνδρομής των λοιπών κρατών μελών και ενεργοποιείται, σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά κράτους μέλους, επιτρέποντας ένα ευρύ φάσμα μέτρων, από διπλωματική και τεχνική υποστήριξη έως στρατιωτική βοήθεια. Η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί και τον ανατολικό πυλώνα της ελληνικής στρατηγικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς συνδέεται άμεσα με τη θαλάσσια επιτήρηση, την ενεργειακή ασφάλεια, την αεροναυτική παρουσία, την προστασία κρίσιμων υποδομών και τη συνολική σταθερότητα της περιοχής.
Στη φωτογραφία (κάτω), ελληνικό F-16 κατά την απογείωσή του από τη βάση «Ανδρέας Παπανδρέου», στην Πάφο, στις 12 Μαρτίου 2026. Η ASPIDES Η προοπτική αυτή αποκτά πρόσθετη σημασία, καθόσον η Ε.Ε. διαθέτει ήδη ενεργά εργαλεία θαλάσσιας ασφάλειας, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη ναυτική επιχείρηση EUNAVFOR ASPIDES.
Η επιχείρηση αυτή συμβάλλει στην προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, στην ασφάλεια των εμπορικών πλοίων και στη διατήρηση της σταθερότητας κατά μήκος κρίσιμων θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας, ενώ το επιχειρησιακό της στρατηγείο εδρεύει στην Ελλάδα.
Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα δεν περιορίζεται σε ρόλο απλής συμμετοχής, αλλά αναδεικνύεται σε ουσιαστικό πυλώνα της ευρωπαϊκής θαλάσσιας ασφάλειας, γεγονός που ενισχύει τόσο το στρατηγικό της βάρος όσο και τη δυνατότητα σύνδεσης της ελληνοκυπριακής αποτρεπτικής λογικής με το ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας και άμυνας. Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποφάσισε στις 23 Φεβρουαρίου 2026 την παράταση της επιχείρησης EUNAVFOR ASPIDES έως τις 28 Φεβρουαρίου 2027, με αποστολή τη διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα και στις παρακείμενες θαλάσσιες ζώνες, σε απάντηση στις συνεχιζόμενες απειλές κατά της εμπορικής ναυτιλίας.
Η επιχείρηση παρέχει αμυντική θαλάσσια ασφάλεια, προστατεύει πλοία και στηρίζει τη σταθερότητα κατά μήκος κρίσιμων θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας, ενώ το επιχειρησιακό της στρατηγείο εδρεύει στη Λάρισα.
Συνεπώς, μια ελληνική πρωτοβουλία υπέρ ενισχυμένης προστασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν θα εκκινούσε από μηδενική βάση, αλλά θα μπορούσε να στηριχθεί σε ήδη υφιστάμενες ευρωπαϊκές δομές θαλάσσιας επιτήρησης, επίγνωσης της κατάστασης και επιχειρησιακού συντονισμού, εντάσσοντας την κυπριακή ασφάλεια σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ευρωπαϊκής θαλάσσιας σταθερότητας και προστασίας κρίσιμων θαλάσσιων οδών.
Η όξυνση των περιφερειακών απειλών από κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες στην Ανατολική Μεσόγειο, σε συνδυασμό με την κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν το Μάρτιο του 2026, καθώς και η πιθανότητα επέκτασης πυραυλικών ή μη επανδρωμένων επιθέσεων προς χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλό θεωρητικό ενδεχόμενο σε περίοδο τόσο έντονης αστάθειας.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα έχει συμφέρον να προωθήσει εντός της Ε.Ε. ένα αμυντικό και αποτρεπτικό σχήμα προστασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι πιθανών απειλών, οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν είτε από ευρύτερη περιφερειακή κλιμάκωση είτε από συνδεδεμένους ένοπλους μη κρατικούς δρώντες (π.χ. Χεζμπολάχ). Η προσέγγιση αυτή δεν εντάσσεται σε επιθετική λογική, αλλά αποσκοπεί στη διαμόρφωση ενός περισσότερο αξιόπιστου πλαισίου αεράμυνας, έγκαιρης προειδοποίησης, θαλάσσιας επιτήρησης και πολιτικοστρατηγικού συντονισμού μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ευρωπαίων εταίρων.
Σύμφωνα με την ανάλυση του δρος Χρήστου Ζιώγα, επίκουρου καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή παράγουν σύνθετα στρατηγικά διλήμματα για τις μεγάλες δυνάμεις και τους εταίρους τους, καθώς αυξάνουν το κόστος των επιλογών, οξύνουν το δίλημμα μεταξύ εμπλοκής και αυτοσυγκράτησης και ενεργοποιούν μηχανισμούς συμμαχικής δέσμευσης.
Υπό αυτό το πρίσμα, η αμερικανική εμπλοκή μπορεί να ερμηνευθεί όχι μόνο ως αντίδραση σε μια περιφερειακή κρίση, αλλά και ως προσπάθεια διατήρησης της αποτρεπτικής αξιοπιστίας των ΗΠΑ, της ασφάλειας των συμμάχων τους και της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας σε έναν χώρο κρίσιμο για την παγκόσμια ενέργεια και το διεθνές εμπόριο.
Για την ελληνική στρατηγική οπτική, το ουσιώδες συμπέρασμα είναι ότι, σε περιόδους έντονης αβεβαιότητας, αυξάνεται η αξία του σταθερού, προβλέψιμου και επιχειρησιακά ικανού συμμάχου, ο οποίος δεν περιορίζεται σε πολιτική στήριξη, αλλά είναι σε θέση να συμβάλει πρακτικά στην περιφερειακή ασφάλεια.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα διαθέτει τη δυνατότητα να ενισχύσει περαιτέρω την εικόνα της ως αξιόπιστου συμμαχικού εταίρου, λειτουργώντας συμπληρωματικά προς τις ΗΠΑ και τους Ευρωπαίους συμμάχους της, τόσο μέσω της γεωστρατηγικής της θέσης όσο και μέσω της ενεργού επιχειρησιακής της παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι χερσαίες εμπλοκές σε σύνθετα και ασταθή περιφερειακά περιβάλλοντα συνεπάγονται συνήθως υψηλό πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό κόστος, χωρίς να εξασφαλίζουν αντίστοιχη στρατηγική απόδοση.
Η εμπειρία της Μέσης Ανατολής έχει δείξει ότι η κατάκτηση ή ο άμεσος έλεγχος εδάφους δεν οδηγεί αυτομάτως σε διατηρήσιμη σταθερότητα, αλλά συχνά παρατείνει τη φθορά, διευρύνει την αστάθεια και δημιουργεί νέα κενά ασφαλείας.
Η γεωπολιτική αξία της Ελλάδας δεν συνδέεται με λογικές στρατιωτικής υπερεπέκτασης, αλλά με την ικανότητά της να λειτουργεί ως αξιόπιστος παράγοντας θαλάσσιας και εναέριας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, επιτηρώντας κρίσιμες θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας, προστατεύοντας υποδομές στρατηγικής σημασίας και συμβάλλοντας στην αποτροπή ευρύτερης περιφερειακής κλιμάκωσης.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι εξοπλισμοί των ΕΕΔ αποκτούν πλήρες στρατηγικό περιεχόμενο, διότι αποτελούν μέσα που ενισχύουν την αποτρεπτική αξιοπιστία, την επιχειρησιακή ευελιξία και τη διαλειτουργικότητα της χώρας με τους συμμάχους της.
Οι φρεγάτες FDI ενισχύουν τη ναυτική παρουσία και την αντιαεροπορική άμυνα περιοχής, τα αεροπλάνα Rafale και τα F-16 Viper προσδίδουν αυξημένη ικανότητα αεροπορικής υπεροχής και ταχείας αντίδρασης, ενώ η «Ασπίδα του Αχιλλέα» εντάσσεται σε μια αναγκαία λογική πολυεπίπεδης αεράμυνας και προστασίας του εθνικού χώρου έναντι πυραυλικών και μη επανδρωμένων απειλών.
Έτσι, η ελληνική στρατιωτική ισχύς αποκτά τη μεγαλύτερη στρατηγική της αξία όχι ως εργαλείο χερσαίας εμπλοκής, αλλά ως μηχανισμός ελέγχου, επιτήρησης, προστασίας και αποτροπής σε έναν χώρο όπου συγκλίνουν η ευρωπαϊκή ασφάλεια, η ενεργειακή συνδεσιμότητα και οι περιφερειακές κρίσεις. Η Τουρκία επιδιώκει να αποφύγει την άμεση εμπλοκή στη σύγκρουση με το Ιράν, διατηρώντας όμως σαφείς κόκκινες γραμμές, όπως το ενδεχόμενο επιτυχούς ιρανικού πλήγματος με βαλλιστικούς πυραύλους σε τουρκικό έδαφος, η αυξανόμενη πίεση από συμμάχους και εταίρους, καθώς και η πιθανή αναζωπύρωση του κουρδικού ζητήματος.
Για την ελληνική στρατηγική, η εκτίμηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι καταδεικνύει ότι η τουρκική στάση διαμορφώνεται σε περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, σύνθετων εξωτερικών πιέσεων και εσωτερικών ευαισθησιών ασφαλείας.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία ενισχύουν τη σημασία τους ως περισσότερο σταθεροί, θεσμικά ενταγμένοι και προβλέψιμοι πυλώνες ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, γεγονός που αναβαθμίζει περαιτέρω τη στρατηγική τους αξία για τη Δύση και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η αναβάθμιση της ελληνικής στρατιωτικής ισχύος μεταφράζεται ήδη σε αυξημένη διπλωματική επιρροή και σε σταδιακή γεωπολιτική ενίσχυση της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα αναδεικνύεται προοδευτικά σε κράτος που δεν περιορίζεται στην άμυνα του εθνικού χώρου, αλλά συμμετέχει ενεργότερα στη διαμόρφωση των όρων σταθερότητας σε μια περιοχή όπου συνδυάζονται οι θαλάσσιες ροές, η ενεργειακή ασφάλεια, οι συμμαχικές ανάγκες και οι περιφερειακές κρίσεις.
Η στρατιωτική της ενίσχυση βελτιώνει την αποτρεπτική της αξιοπιστία, ενισχύει τη διαπραγματευτική της θέση, αυξάνει τη συμμαχική της αξία και διευρύνει τα περιθώρια της στρατηγικής της παρουσίας.
Μαζί με την Κυπριακή Δημοκρατία, μπορεί να συγκροτήσει έναν άξονα με αυξανόμενη σημασία για την ασφάλεια και τη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.
Από αυτή την άποψη, η επένδυση στην ελληνική στρατιωτική ισχύ δεν αποτελεί μόνο αμυντική επιλογή, αλλά και εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, γεωπολιτικής αναβάθμισης και ουσιαστικής ενίσχυσης του ρόλου της Ελλάδας ως σταθερού συμμάχου των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης στην Ανατολική Μεσόγειο. *Ο Αντιπλοίαρχος Αθανάσιος Δρίβας ΠΝ είναι Υποδιοικητής της Σχολής Πολέμου Πολεμικού Ναυτικού (ΣΠΠΝ), με υπηρεσία σε μονάδες επιφανείας και σε επιτελικές θέσεις της ΣΝΔ, του ΑΣ, του ΓΕΝ, του ΓΕΕΘΑ και του ΝΑΤΟ (NCIA). Είναι απόφοιτος της ΣΝΔ, της ΣΔΙΕΠΝ, της ΑΔΙΣΠΟ και της 10ης Εκπαιδευτικής Σειράς Διεθνούς Σχολείου Σπουδών της ΣΕΘΑ. Κατέχει MSc in Electrical Engineering with Distinction από το Naval Postgraduate School των ΗΠΑ και είναι υπότροφος σπουδαστής στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα MA Applied Strategy and International Security του University of Plymouth.
Έχει πολυετή διδακτική εμπειρία στη ΣΝΔ, στο ΚΕ ΠΑΛΑΣΚΑΣ και δημοσιεύσεις σε θέματα ναυτικών επιχειρήσεων, ηλεκτρονικών συστημάτων ναυτικών χαρτών WECDIS, ασφάλειας πληροφοριών και StratCom. amynanet.gr
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους