Ένας ποιητής (Un poeta / A poet) Κολομβία – Γερμανία - Σουηδία, 2025 Σκηνοθεσία: Σιμόν Μέζα Σότο Σενάριο: Σιμόν Μέζα Σότο Ρόλοι: Ουμπέιμαρ Ρίος, Ρεμπέκα Αντράντε, Γκιγέρμο Καρντόνα, Μαργαρίτα Σότο...
Ένας ποιητής (Un poeta / A poet) Κολομβία – Γερμανία - Σουηδία, 2025 Σκηνοθεσία: Σιμόν Μέζα Σότο Σενάριο: Σιμόν Μέζα Σότο Ρόλοι: Ουμπέιμαρ Ρίος, Ρεμπέκα Αντράντε, Γκιγέρμο Καρντόνα, Μαργαρίτα Σότο, Ούγκο Βαλέντσια, Ουμπέρτο Ρεστρέπο Διάρκεια: 123΄ Ποια η αξία της ποίησης στις μέρες μας; Γενικότερα, ποια η σημασία της τέχνης; Σίγουρα τα έργα του πολιτισμού ομορφαίνουν τις ζωές μας, αποτελούν διέξοδο σε εποχές βαρβαρότητας.
Εμείς που τα απολαμβάνουμε είμαστε προφανώς κερδισμένοι, αλλά οι δημιουργοί τους; Ξεκινώντας από αυτό το διόλου φιλολογικό ερώτημα, ο Σιμόν Μέζα Σότο μας παρουσιάζει έναν ποιητή, χωμένο μέσα στις δυσκολίες της καθημερινότητας, με κύρια ασχολία τη φροντίδα της γριάς μάνας του.
Από τα πρώτα λεπτά της ταινίας αντιλαμβανόμαστε ότι δεν διάγει και τον πιο λαμπρό βίο, καθώς χαρτζηλικώνεται από εκείνη, χρησιμοποιεί το δικό της αυτοκίνητο και ξημεροβραδιάζεται σε μπαρ.
Οι νύχτες του με συντροφιά «ομοϊδεάτες» και λοιπούς αρνητές της βιοπάλης καταλήγουν μάλιστα συνήθως να τον βρίσκουν σωριασμένο στα πεζοδρόμια της πόλης τα χαράματα.
Ο κεντρικός ήρωας τούτου του φιλμ είναι ο ορισμός της μιζέριας, μοιάζει τυραννισμένος από την ίδια του την ύπαρξη, ξεχασμένος από θεούς κι ανθρώπους.
Οι άλλες του συγγένειες, ανάμεσα στις οποίες και μια έφηβη κόρη, δεν θέλουν να τον βλέπουν, είναι ένα άτομο ουσιαστικά «Χωρίς οικογένεια» για να θυμηθούμε και τον Έκτορα Μαλό.
Με μόνη εξαίρεση τη δόλια μάνα, η οποία βλέπει το χάλι του, αλλά διακρίνει και τα θετικά του παιδιού της – προστάτη της, όσα απέμειναν… Είναι εντυπωσιακό το πώς ο λατινοαμερικάνικος κινηματογράφος μας συστήνει συχνά – πυκνά κακάσχημους φυσιογνωμικά χαρακτήρες, τέτοιους που στις Η.Π.Α. δεν θα τολμούσαν να διαβούν ούτε την πόρτα για casting.
Ο εξαιρετικός Ουμπέιμαρ Ρίος δεν είναι καν ηθοποιός, αλλά πληροί το περίεργο πακέτο που προτείνεται ως αντίβαρο στο χολιγουντιανό μοντέλο.
Είναι γεννημένος για να υποδυθεί τον ανέμπνευστο, αποτυχημένο, παραιτημένο, άνεργο, διαζευγμένο, αυτόν για τον οποίο ντρέπεται το παιδί του! Αλλά και τον πεισματάρη, τον ασυμβίβαστο, τον έχοντα τις ηθικές αρχές που σε πολλούς απουσιάζουν.
Μια αυθεντική σκατόφατσα πραγματικά, που σφίγγεσαι να συμπαθήσεις! Κάποτε αυτός ο τύπος έγραφε ωραίους στίχους, βραβευόταν και τον ανέμεναν ως ελπίδα της ποίησης.
Τώρα, μακριά από οτιδήποτε γραπτό εδώ και… αιώνες, θα στρέψει το ενδιαφέρον του στην ανάδειξη ενός ταλέντου που εντοπίζει στο πρόσωπο μιας πιτσιρίκας, μαύρης και χοντρούλας, που δεν φαντάζει και η δημοφιλέστερη στο σχολείο της, αλλά έχει κάποιο φυσικό χάρισμα στη γραφή.
Αυτή θα γίνει το αποκούμπι του, αυτός θα είναι ο μέντοράς της.
Διδάσκοντάς την με επιμονή και εμμονή, καθρεφτίζοντας τον εαυτό του και όσα δεν κατόρθωσε ο ίδιος στο δικό της πρόσωπο, προσαρμόζοντας πάνω της τα όνειρά του.
Ο άλλοτε καλός ποιητής θα πασχίσει να γίνει καλός άνθρωπος, μια που και ο συνδυασμός αυτός δεν είναι αυτονόητος.
Μας βοηθά να το κατανοήσουμε ο περίγυρός του.
Αναμειγνύοντας το σοβαρό της υπόθεσης με υπερβολές στη διαχείριση σκηνών, αλλά και σατιρίζοντας ενίοτε τα δρώμενα επί της οθόνης, ο Κολομβιανός σκηνοθέτης μάς γνωρίζει ένα άλλο Μεντεγίν, όπου τα ναρκωτικά δεν είναι μόνο οι άσπρες σκόνες (θα δούμε και λίγες από δαύτες μια – δυο φορές κατ’ εξαίρεση). Είναι και τα πρωινάδικα, που δεν διαφέρουν σε τίποτα από τα πρωινάδικα του τόπου μας, όντας η μόνη οδός εύκολης απόκτησης δημοφιλίας.
Σ’ αυτά ο ποιητής καλείται να ψελλίσει ερωτόλογα προς το πλήθος, ενώ ο ράπερ τραγουδά για το τζακούζι του! Και η νεολαία γουστάρει, ακόμα κι αν αυτά που ακούει μέσα από τα άσματά του έρχονται σε ολοκληρωτική αντίθεση με την καταραμένη φτώχεια που κυριαρχεί. Λ.χ. η οκταμελής φαμίλια της μικρής που μένει σε καμαρούλα μια σταλιά, ο ένας πάνω στον άλλο, απολαμβάνει κι αυτή τα συγκεκριμένα τραγούδια και τα βιντεοκλίπ τους.
Κάπου εδώ η κριτική του Σιμόν Μέζα Σότο περνά σε άλλη φάση.
Όταν ο Όσκαρ (τυχαία η επιλογή ονόματος που παραπέμπει στο μεγαλύτερο κινηματογραφικό βραβείο;), ο πρωταγωνιστής μας, προτείνει στην οικογένεια της προστατευόμενής του να τη βοηθήσει με την ποίηση, το μόνο που ενδιαφέρει τόσο την κοπέλα όσο και τους δικούς της είναι η οικονομική διέξοδος.
Το χρήμα.
Αν και το κορίτσι θα προτιμούσε να ανοίξει μαγαζί για βαφή νυχιών αν υπάρχει τρόπος να βγουν ευκολότερα τα «φράγκα», τότε είναι καλοδεχούμενος.
Τι τραγική ειρωνεία! Ο αδέκαρος ποιητής εμφανίζεται ως σανίδα σωτηρίας στο μυαλό τους για να πλουτίσουν.
Η ποίηση λάμπει ως χρυσός στα μάτια τους, ενώ για εκείνον η αφοσίωση σ’ αυτήν συνετέλεσε σε καταστροφή.
Και πώς να μην πιστέψουν κάτι τέτοιο οι αδαείς, όταν βλέπουν μάλιστα ότι ολόκληροι μηχανισμοί στήνονται για να εκμεταλλευτούν την υψηλότερη ίσως μορφή τέχνης.
Θα δούμε στην ταινία του Σότο ινστιτούτα ποίησης, με εκμεταλλευτές επικεφαλής τους.
Βασιλεύει η υποκρισία, με διαμόρφωση θεματικών των ποιημάτων που να απολαμβάνει της εκτίμησης των πλούσιων λευκών, ντόπιων ή ξένων πατρίκιων, που έτσι «καθαίρονται» από τις αμαρτίες τους, προβάλλοντας κατά παραγγελία έργα τέχνης που εξιστορούν τα βάσανα των πληβείων. «Τους καημένους, αξίζουν ένα έπαθλο ποίησης» είναι η κατάληξη… Την ώρα που σπουδαίοι ποιητές πέθαναν στην ψάθα ή οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία μην αντέχοντας τον βίο τους, πάντα θα υπάρχουν επιτήδειοι να πωλούν το προϊόν του κόπου και της αγάπης των άλλων.
Για κάθε Όσκαρ θα υπάρχει πάντα ένας Εφραΐν.
Ο θάνατος του πρώτου είναι η ζωή του δεύτερου.
Μιλώντας για θάνατο, ένας θάνατος, αυτός του Χοσέ Ασουνσιόν Σίλβα, του σπουδαίου Κολομβιανού ποιητή που η αφίσα του είναι κολλημένη στον τοίχο του δωματίου του κακομοίρη ήρωά μας, είναι δυστυχώς η κύρια επίδραση για τη δική του ζωή.
Η αυτοκτονία εκείνου, με έναν πυροβολισμό στην καρδιά, λειτουργεί ως πρότυπο και για αυτόν τον (λάθος) λόγο.
Μάλιστα, το βιβλίο που είναι τοποθετημένο πάνω – πάνω στο ράφι, ακριβώς κάτω από την αφίσα του Σίλβα, είναι άλλο ένα δείγμα της κατεύθυνσης που έχει πάρει ο Όσκαρ. «Ο θρίαμβος του θανάτου» του Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο: τα λέει όλα ο τίτλος.
Έλκεται από τον χάρο, τον φαντάζεται ως διαφυγή, όμως ευτυχώς δεν θα αυτοχειρήσει, έστω κι αν αυτό είναι από δειλία, όπως τον κατηγορεί (!) η αδελφή του.
Γυρίζοντας σε φιλμ 16mm, με τη φωτογραφία του Χουάν Σαρμιέντο να είναι έξοχη, όπως και η μουσική που ντύνει επιμέρους σημεία του φιλμ, ο σκηνοθέτης περνά ενίοτε από τον ρεαλισμό στον νατουραλισμό, σε πιο ακραία εκδήλωση των συναισθημάτων και των αντιδράσεων του πρωταγωνιστή του, σε μια υστερική προσέγγιση που μάλλον δεν είναι και τόσο λειτουργική, φαντάζει εξεζητημένη και αχρείαστη.
Αποφασίζει δε να κλείσει το «Ένας ποιητής» με στιλ όχι τόσο κινηματογραφικό, καθώς επιλέγει τη γραφή αντί της εικόνας, το περιφερόμενο τετράδιο της Γιουρλάντι (επίσης θαυμάσια στο ρόλο η πρωτοεμφανιζόμενη Ρεμπέκα Αντράντε) φιλοξενεί πια ιδιότυπη αλληλογραφία αντί ποιημάτων.
Όμως, «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» κατά τους Κοέν.
Το φινάλε είναι μια σταγόνα αισιοδοξίας στον ωκεανό της μαυρίλας, happy και unhappy μαζί. Σαν τη ζωή. Δημοσθένης Ξιφιλίνος
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους