[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η μουριά της οδού Κανάρη Κάθε γειτονιά είχε τη μουριά της. Η δική μας ήταν θηρίο. Στεκόταν στην άκρη του οικοπέδου του κυρ-Μιχάλη, του συνταξιούχου σιδηροδρομικού, με κορμό χοντρό σαν βαρέλι και...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η μουριά της οδού Κανάρη Κάθε γειτονιά είχε τη μουριά της.

Η δική μας ήταν θηρίο.

Στεκόταν στην άκρη του οικοπέδου του κυρ-Μιχάλη, του συνταξιούχου σιδηροδρομικού, με κορμό χοντρό σαν βαρέλι και κλαδιά που δραπέτευαν πάνω από τον μαντρότοιχο, λες και ήθελαν να δουν τι γίνεται στον δρόμο. Τον Ιούνιο μύριζε.

Όχι άρωμα.

Μυρωδιά βαριά, γλυκιά, από τα μούρα που έσκαγαν στο πεζοδρόμιο και γίνονταν μελάνι.

Τα παπούτσια μας, οι παλάμες μας, τα γόνατά μας — όλα μωβ.

Αποδεικτικό στοιχείο.

Η συμμορία μας είχε τελετουργικό.

Στις τρεις το μεσημέρι, όταν οι μεγάλοι ροχάλιζαν με το ανεμιστηράκι στο τέρμα, μαζευόμασταν στο πεζούλι. Ο Στέλιος ο ψηλός, η Μαρία με τις κοτσίδες, εγώ ο κοντός, κι ο Φάνης που πάντα σκαρφιζόταν σχέδια. «Σήμερα έχει επιχείρηση “Μωβ Δάχτυλα”», ψιθύριζε ο Φάνης.

Κι έβγαζε από την τσέπη μια πλαστική σακούλα του μπακάλη, διπλωμένη προσεκτικά σαν αλεξίπτωτο.

Ο κυρ-Μιχάλης ήξερε.

Πάντα ήξερε.

Καθόταν στο μπαλκόνι με το κομπολόι του, έκανε πως διαβάζει εφημερίδα, αλλά το μάτι του γυάλιζε πίσω από τα τζάμια.

Τον πρώτο καιρό φώναζε: «Αλήτες, θα φωνάξω την αστυνομία!». Μετά έβγαλε σκιάχτρο.

Μετά άλειψε τον κορμό με γράσο.

Εμείς γελούσαμε.

Το γράσο γινόταν πόλεμος λάσπης στα μπράτσα μας, το σκιάχτρο το βαφτίσαμε «κυρ-Μανώλη» και του φορούσαμε τα γυαλιά ηλίου του Στέλιου.

Το κόλπο ήταν απλό. Ο Στέλιος ανέβαινε πρώτος.

Ξυπόλυτος, γιατί τα παπούτσια γλιστρούσαν στον κορμό.

Έφτανε στο πιο χοντρό κλαδί και άρχιζε να κουνάει.

Έβρεχε μούρα.

Μαύρα, γυαλιστερά, έτοιμα να σκάσουν.

Εμείς από κάτω κρατούσαμε τη σακούλα ανοιχτή σαν δίχτυ.

Όσα ξέφευγαν τα τρώγαμε επιτόπου, ζεστά από τον ήλιο, και τα ζουμιά έτρεχαν στους αγκώνες μας.

Μια μέρα μας έπιασε στα πράσα.

Κατέβηκε με τις παντόφλες του, κρατώντας μια βέργα. Πάγωσαμε. Ο Φάνης έκανε να τρέξει. «Σταθείτε εκεί», είπε.

Δεν φώναξε.

Η φωνή του ήταν ήρεμη, κουρασμένη.

Κοίταξε τη σακούλα, μισογεμάτη.

Κοίταξε τα χέρια μας, λες και ήμασταν εγκληματίες του μόβ. «Γιατί τα κλέβετε;» ρώτησε. «Γιατί είναι πιο νόστιμα έτσι», πέταξε η Μαρία χωρίς να το σκεφτεί.

Ο κυρ-Μιχάλης έμεινε να την κοιτάζει.

Μετά κάτι κουνήθηκε στο πρόσωπό του.

Μισό χαμόγελο, μισό παράπονο. «Την άλλη φορά να χτυπήσετε το κουδούνι.

Θα σας δώσω και καλαθάκι.

Θα σας βάλει η γυναίκα μου και ζάχαρη». Δεν ξαναπήγαμε μεσημέρι.

Κάτι χάλασε.

Το να σου δίνουν τα μούρα δεν είχε πλάκα.

Το κλεμμένο είχε άλλη νοστιμιά — είχε αδρεναλίνη, είχε σασπένς, είχε την απαγορευμένη γλύκα του καλοκαιριού.

Χρόνια μετά πέρασα από την Κανάρη.

Η μουριά έλειπε.

Την έκοψαν, λέει, γιατί σήκωνε τα πλακάκια.

Στη θέση της είχε μπει πάρκινγκ.

Στάθηκα στο πεζοδρόμιο και για μια στιγμή μύρισα εκείνη τη βαριά, μεθυστική μυρωδιά του Ιούνη.

Κοίταξα τα χέρια μου, καθαρά, μεγάλα και κατάλαβα πως μερικά πράγματα δεν τα κόβεις με αλυσοπρίονο.

Μένουν μέσα σου, λεκές μωβ που δεν βγαίνει με κανένα σαπούνι.

Κάποιες φορές, όταν βλέπω μούρα στη λαϊκή, χαμογελάω.

Αλλά δεν αγοράζω.

Δεν θα είχαν την ίδια γεύση.

Θα έλειπε ο κυρ-Μιχάλης στο μπαλκόνι, θα έλειπε ο Φάνης με τη σακούλα-αλεξίπτωτο, θα έλειπε ο φόβος μήπως μας πιάσουν. Θα έλειπε η παιδική ηλικία. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences