[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Πρόσωπα Γρηγόρης Λαμπράκης 3/4/1912-27/5/1963 Στο ύψος του οικισμού με το παιγνιώδες όνομα, Καρκαλού, παίρνει κανείς τον δρόμο που τραβάει για την αρκαδική Κερασίτσα. Ανάμεσα στα άλλα χωριά της...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Πρόσωπα Γρηγόρης Λαμπράκης 3/4/1912-27/5/1963 Στο ύψος του οικισμού με το παιγνιώδες όνομα, Καρκαλού, παίρνει κανείς τον δρόμο που τραβάει για την αρκαδική Κερασίτσα.

Ανάμεσα στα άλλα χωριά της μικρής κοιλάδας ετούτο δεν έχει τίποτε το ξεχωριστό, έξω από μια ατμόσφαιρα παλαιότητας και ερήμωσης.

Τις νύχτες όλα ετούτα τα χωριά σβήνονται από το χάρτη και κανείς από τους βιαστικούς ταξιδιώτες δεν γνωρίζει αν στα αλήθεια υπάρχουν ή πάλι αφορούν τίποτε αρχαιότητες, για μας που κατοικούμε ήδη το μέλλον μας.

Και δεν θα ‘χα τον παραμικρό λόγο να πιάσω την κουβέντα για την Κερασίτσα.

Δεν θα ‘χα κανένα λόγο αν εκεί δεν είχε γεννηθεί ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ο αδικοχαμένος βουλευτής, θύμα και αυτός των παρακρατικών μηχανισμών που ονομάζονται έτσι διότι στους κύκλους αυτούς το τέρας τρέφεται με δαπάνη και μέριμνα της πολιτείας.

Σήμερα, το παλιό ξυλουργείο του πατέρα του λειτουργεί ως χώρος πολιτισμού.

Ετούτο ήταν το ελάχιστο που θα μπορούσε να κάνει ο τόπος για τον ήρωά του.

Μα ήρθαν τα χρόνια, ένας φοβερός και άφταστος καταιγισμός και όλα αδειάσανε από νόημα.

Και εκεί που έλεγε κανείς πως η υπόθεση Λαμπράκη ενταφιάστηκε μες στο συλλογικό, ήρθε το ταξίδι στην Αρκαδία και όλα ανακτήσανε το παντοτινό του το ηθικό νόημα.

Βρισκόμουν στη διασταύρωση και έτσι μεμιάς τη ζωή μου την πήρα αλλιώτικα.

Διάβηκα το σύνορο και κατευθύνθηκα προς την Κερασίτσα.

Διέσχισα τα περιβόλια, κοιταχτήκαμε με τους εργάτες που στο πουθενά διορθώνουν μια σκεπή, πέρασα από αψίδες δασικές από εκείνες που στήνουν τα δέντρα σαν απλώνουν τα χέρια τους.

Πέρασα από τα παλιά γεφύρια, από τον ένα ίσκιο στον άλλον περνούσα, δέντρα προσευχές, αρχαία όπως η καρδιά του Ομήρου.

Θα ‘ταν καταμεσήμερο που μπήκα στο χωριό.

Δεν βρήκα ψυχή, μοναδική υποψία ζωής, η πόρτα του παντοπωλείου, μια στάλα μισάνοιχτη.

Έξω από το παλιό ξυλουργείο στάθηκα, κοίταξα από το τζάμι.

Κάποιος εργαζόταν εκεί μέσα, σε εκείνον τον μικρόκοσμο, τον απείραχτο από τις μικρότητες, κόσμο καθάριου έρωτα.

Ο άνδρας, ψηλός ίσαμε εκεί απάνω, πλησίασε το τζαμωτό της πόρτας.

Άνοιξε το φινιστρίνι και μου χαμογέλασε. “Έχει καιρό να φανεί εδώ πέρα κάποιος.

Το εργαστήρι δεν αναλαμβάνει πια παραγγελίες, ξέρετε.

Τα εργαλεία είναι παλιά, ο χρόνος διάβηκε από εδώ μέσα και όλα τα σάρωσε, τι τα θέλετε;” Μου ‘κανε εντύπωση η ζεστή του όψη και εκείνη η μυρωδιά του μύρου που ‘βγαινε από το ταφικό εκείνο μνημείο του παλιού ξυλουργείου.

Δεν ξαναπέρασα ποτέ από την Κερασίτσα.

Την άφησα στην αθωότητά της , μαζί με τον υπέροχο Πρωτέα της, αυτόν που ενσαρκώνει την αιώνια νεότητα της ιδέας. *Στη φωτογραφία το παλιό ξυλουργείο των Λαμπράκηδων στην Κερασίτσα Αρκαδίας, στα ανοιχτά της μυθικής Τεγέας.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences