Μια μέρα σαν κι αυτή, στις 31 Μαΐου 1945, αντίκρισε για πρώτη φορά το φως του κόσμου ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ (και ξερό ψωμί, που έλεγε ο Τζιμάκος Πανούσης), ο οποίος είδε το νήμα της ζωής του να...
Μια μέρα σαν κι αυτή, στις 31 Μαΐου 1945, αντίκρισε για πρώτη φορά το φως του κόσμου ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ (και ξερό ψωμί, που έλεγε ο Τζιμάκος Πανούσης), ο οποίος είδε το νήμα της ζωής του να κόβεται από ένα θανατηφόρο κοκτέιλ κοκαΐνης και βαρβιτουρικών, σε ηλικία μόλις 37 ετών.
Δίπλα στη σωρό του Φασμπίντερ, στο διαμέρισμά του, είχαν βρεθεί οι σημειώσεις που κρατούσε για την ταινία που είχε στα σκαριά εκείνη την περίοδο, με τίτλο «Rosa L», η οποία θα είχε στο επίκεντρό της τον βίο της Ρόζα Λούξεμπουργκ. Ο Φασμπίντερ υπήρξε πέρα από κάθε αμφιβολία ένας από τους παραγωγικότερους σκηνοθέτες στην ιστορία της 7ης τέχνης, καθότι σε μια καριέρα που διήρκεσε μόλις 15 χρόνια, κατάφερε να σκηνοθετήσει 42 (!) ταινίες μεγάλου μήκους (+3 ταινίες μικρού μήκους) και 2 τηλεοπτικές σειρές (μεταξύ των οποίων, το επικών διαστάσεων Berlin Alexanderplatz, ενώ προτού καταπιαστεί με το σινεμά, είχε προλάβει να καθιερωθεί ως σκηνοθετικό όνομα πρώτης γραμμής για το σύγχρονο γερμανικό θέατρο, στην εξωφρενική ηλικία των 22-23 ετών.
Η φιλμογραφία του Φασμπίντερ μπορεί να χωριστεί χονδρικά στις εξής 3 κατηγορίες: α) 1969-1971: σε αυτή τη βραχύβια avant-garde περίοδο, ο Φασμπίντερ πρόλαβε να σκηνοθετήσει 10 experimental ταινίες, οι οποίες έφεραν πολλές ομοιότητες με τις θεατρικές του δουλειές, β) 1971-1976: σε αυτή την περίοδο, ο Φασμπίντερ αντλεί έμπνευση από τα μελοδράματα του Ντάγκλας Σερκ (τα οποία διασκευάζει σε μια πιο σκοτεινή βερσιόν) και εξερευνά με πάθος τα ζητήματα των ριζωμένων προκαταλήψεων, των κοινωνικών καταναγκασμών και της αδιόρατης άσκησης εξουσίας που τσαλαπατά τους αδύναμους και απαγορεύει κάθε ειλικρινή δεσμό ανάμεσα στους ανθρώπους, γ) 1976-1982: η πιο προσωπική περίοδος της φιλμογραφίας του Φασμπίντερ, με τις ταινίες του να αποκτούν εντονότερη πολιτική χροιά, αλλά και ένα πιο ζοφερό χρώμα.
Ακολουθεί μια σύντομη στάση σε τέσσερις από τις αγαπημένες μας στιγμές στην αχανή φασμπιντερική φιλμογραφία. O Έλληνας γείτονας (Katzelmacher, 1969) Η δεύτερη ταινία του Φασμπίντερ βασίζεται στο ομότιτλο θεατρικό που είχε γράψει και σκηνοθετήσει ο ίδιος έναν χρόνο νωρίτερα.
Μια παρέα κακομαθημένων και αργόσχολων νεαρών, που σκοτώνουν την ώρα τους άσκοπα στα προάστια του Μονάχου, ιντριγκάρεται από την άφιξη του Γιώργου, ενός Έλληνα μετανάστη που έχει έρθει στη Γερμανία για να δουλέψει ως gastarbeiter.
Η αρχική περιέργεια δεν θα αργήσει να μετατραπεί σε απέχθεια και να κλιμακωθεί σε μια έκρηξη βίας.
O φόβος τρώει τα σωθικά (Angst essen Seele auf, 1974) Η ταινία που καθιέρωσε τον Φασμπίντερ στο διεθνές στερέωμα.
Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο Μαροκινός ηθοποιός Ελ Χεντί Μπεν Σαλέμ, με τον οποίο ο Φασμπίντερ διατηρούσε εκείνη την περίοδο θυελλώδη ερωτική σχέση (θα επανέλθουμε σε αυτό, αργότερα). Ο πρωτότυπος τίτλος στα γερμανικά περιέχει σκόπιμα γραμματικά λάθη, τα οποία παραπέμπουν στα σπαστά γερμανικά που μιλάει ο μετανάστης πρωταγωνιστής, ενώ η ταινία αποτίνει έμμεσο φόρο τιμής στο All That Heaven Allows (1955) του Ντάγκλας Σερκ.
Ο γάμος της Μαρία Μπράουν (Die Ehe der Maria Braun, 1979) Η μεγαλύτερη ίσως επιτυχία του Φασμπίντερ, η οποία εκτιμήθηκε τόσο στο εξωτερικό όσο και εντός Γερμανίας.
Μια συγκλονιστική κατάμαυρη απεικόνιση του «γερμανικού οικονομικού θαύματος» κατά τη διακυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας από τον Κόνραντ Αντενάουερ.
Πρόκειται για το εναρκτήριο σκέλος της τριλογίας του Φασμπίντερ που καταπιάνεται με τη θέση της γυναίκας στη μεταπολεμική Γερμανία, με τις ταινίες Lola (1981) και Veronica Voss (1982) να παίρνουν τη σκυτάλη O καυγατζής (Querelle, 1982) Το κύκνειο άσμα του Φασμπίντερ, το οποίο αφιέρωσε στη μνήμη του Μπεν Σαλέμ, στον οποίο αναφερθήκαμε λίγο νωρίτερα.
Μετά τον οριστικό χωρισμό τους, κάποια στιγμή το 1974, o Μπεν Σαλέμ, σε μια συνηθισμένη κρίση καταφυγής στο αλκοόλ, έμπλεξε σε καυγά σε ένα βερολινέζικο μπαρ, μαχαιρώνοντας 3 ανθρώπους. Ο Φασμπίντερ φρόντισε για τη διαφυγή του στη Γαλλία, όπου εν τέλει συνελήφθη τρία χρόνια αργότερα, έχοντας εμπλακεί εκ νέου σε περιστατικά μέθης και βιοπραγίας.
Ενόσω κρατούταν σε σωφρονιστικό ίδρυμα στην πόλη Νιμ, ο Μπεν Σαλέμ κρεμάστηκε στο κελί του. Ο Φασμπίντερ πληροφορήθηκε τον θάνατό του πέντε χρόνια αργότερα, το 1982, λίγο πριν αυτοκτονήσει κι ο ίδιος.
Μάλιστα, ο Φασμπίντερ δεν είδε ποτέ την τελευταία του δημιουργία, καθότι έφυγε από τη ζωή λίγο πριν την επίσημη πρεμιέρα του Querelle.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους