Το μπλε φόρεμα Το βρήκε κρεμασμένο στην άκρη του παλαιοπωλείου, ανάμεσα σε κιτρινισμένα νυφικά και παλτά με μυρωδιά ναφθαλίνης. Δεν ήταν το πιο όμορφο. Το ύφασμα είχε ξεθωριάσει στους ώμους και το...
Το μπλε φόρεμα Το βρήκε κρεμασμένο στην άκρη του παλαιοπωλείου, ανάμεσα σε κιτρινισμένα νυφικά και παλτά με μυρωδιά ναφθαλίνης.
Δεν ήταν το πιο όμορφο.
Το ύφασμα είχε ξεθωριάσει στους ώμους και το στρίφωμα ήταν λυμένο σε δύο σημεία κι όμως ήταν μπλε.
Όχι οποιοδήποτε μπλε.
Το χρώμα που παίρνει η θάλασσα όταν βραδιάζει και δεν έχεις αποφασίσει ακόμα αν θα κολυμπήσεις ή θα φύγεις. Η Ελένη το αγόρασε με τα τελευταία δέκα ευρώ που είχε στην τσέπη.
Ο παλαιοπώλης τη κοίταξε παράξενα. "Αυτό διαλέγεις; Έχω καινούρια μέσα." "Αυτό θέλω," του είπε.
Δεν ήξερε γιατί.
Το φόρεσε τρεις φορές στη ζωή της.
Η πρώτη ήταν στα δεκαεννιά της.
Είχε μόλις πιάσει δουλειά σε βιβλιοπωλείο και ο ιδιοκτήτης έκανε γιορτή για τα είκοσι χρόνια του μαγαζιού.
Δεν είχε άλλο καλό ρούχο.
Στο πάρτι ένιωθε πως το φόρεμα ήταν πολύ μεγάλο για το σώμα της και πολύ μικρό για την περίσταση.
Κανείς δεν της μίλησε εκτός από έναν παλιό ποιητή που της είπε: "Το μπλε σου πάει.
Σε κάνει να φαίνεσαι σαν ερώτηση που δεν απαντήθηκε." Έφυγε νωρίς, αλλά εκείνο το βράδυ διάβασε ποίηση μέχρι τις τρεις.
Η δεύτερη ήταν δέκα χρόνια μετά στην κηδεία του πατέρα της.
Δεν ήθελε μαύρα.
Ήθελε κάτι που να θυμίζει τα καλοκαίρια στο νησί , όταν εκείνος τη μάθαινε να ξεχωρίζει τους αστερισμούς.
Το μπλε φόρεμα μύριζε ακόμα βιβλιοπωλείο και λίγη ναφθαλίνη.
Στη δεξίωση μετά, η θεία της της ψιθύρισε πως ήταν απρέπεια. Η Ελένη άγγιξε το μανίκι και σκέφτηκε πως ο πατέρας της θα το έβρισκε σωστό.
Εκείνος πάντα έλεγε πως το πένθος δεν έχει χρώμα.
Η τρίτη φορά που το φόρεσε ήταν στα σαράντα πέντε της, καθάριζε την ντουλάπα της κόρης της που έφευγε για σπουδές στη Θεσσαλονίκη.
Το φόρεμα ήταν τυλιγμένο σε μια παλιά εφημερίδα του 2018.
Η κόρη της το δοκίμασε για πλάκα. "Μαμά, είναι τέλειο.
Μου το δίνεις;" Η Ελένη χαμογέλασε.
Στα χέρια της κόρης της το μπλε δεν ήταν πια βραδινή θάλασσα.
Ήταν πρωινό, ανοιχτό, άγριο.
Ήταν αρχή.
Το βράδυ εκείνο η Ελένη κάθισε στο μπαλκόνι.
Από το μπαλκόνι φαινόταν ο Θερμαϊκός.
Σκέφτηκε πως τα ρούχα δεν γερνάνε όπως οι άνθρωποι.
Αλλάζουν δέρμα.
Δανείζουν τις αναμνήσεις τους σε άλλους ώμους και συνεχίζουν.
Το μπλε φόρεμα έφυγε την επόμενη μέρα μέσα σε μια βαλίτσα για φοιτητικό δωμάτιο.
Δεν το ξαναείδε.
Αλλά κάθε φορά που η κόρη της έστελνε φωτογραφία από κάποιο πάρτι, από κάποια παρουσίαση, από κάποια βόλτα στην παραλία, υπήρχε πάντα μια μικρή μπλε πινελιά στην άκρη του κάδρου και η Ελένη καταλάβαινε πως κάποιες ιστορίες δεν τελειώνουν. Απλώς αλλάζουν ηρωίδα. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους