Τα παιδιά με τα γιασεμιά και τα σιγαρέτα Στέκονταν στον διάδρομο της πολυκατοικίας, εκεί που η υγρασία του εμφυλίου μύριζε σαν παλιό χαρτί και σαν φόβος. Η Αγγέλω, δεν θα 'ταν πάνω από εφτά χρονών...
Τα παιδιά με τα γιασεμιά και τα σιγαρέτα Στέκονταν στον διάδρομο της πολυκατοικίας, εκεί που η υγρασία του εμφυλίου μύριζε σαν παλιό χαρτί και σαν φόβος. Η Αγγέλω, δεν θα 'ταν πάνω από εφτά χρονών, κρατούσε τα γιασεμιά σφιχτά.
Τα μικρά άσπρα άνθη είχαν ποτίσει την παλάμη της με άρωμα.
Άρωμα ακριβό, για μια εποχή που μύριζε μόνο μπαρούτι και πείνα.
Δίπλα της ο αδερφός της, ο Μιχάλης, δώδεκα χρονών με μάτια σαραντάρη.
Το ξύλινο τελάρο με τα «ΣΙΓΑΡΑ ΑΓΟΡΑΖΩ» του έγερνε τον ώμο.
Άδειο πια. «Φοβάσαι, Μιχάλη;» τον ρώτησε η Αγγέλω εκείνο το μεσημέρι, ακουμπώντας το κεφάλι της στον λεκιασμένο τοίχο. «Όχι», είπε ψέματα ο Μιχάλης. «Εγώ φοβάμαι μόνο μην μαραθούν τα γιασεμιά πριν τα πουλήσουμε», είπε η μικρή. «Αν μαραθούν, δεν θα μυρίζει όμορφα η κυρία που θα τα πάρει και αν δεν μυρίζει όμορφα, δεν θα ξαναγοράσει και αν δεν μας ξαναγοράσει, δεν θα έχουμε ψωμί». Ο Μιχάλης κατάλαβε.
Στην κατοχή και στον Εμφύλιο, τα γιασεμιά δεν ήταν λουλούδια.
Ήταν μεροκάματο.
Ήταν αντίσταση στη βρωμιά του θανάτου.
Έβγαλε από την τσέπη του μια φέτα ψωμί.
Την έσπασε στη μέση. «Φάε.
Τα γιασεμιά δεν θα μαραθούν.
Τα ράντισα το πρωί.
Στα υποσχέθηκα». Το βράδυ η Αγγέλω έβαλε τα γιασεμιά που δεν πούλησε σε ένα τενεκεδάκι με νερό. «Για να μυρίζει το σπίτι όταν γυρίσει η μαμά», ψιθύρισε. «Για να καταλάβει πως φτάνει» και το σπίτι μύριζε.
Μύριζε γιασεμί και ελπίδα.
Δύο πράγματα που δεν τα σκότωνε κανένας πόλεμος.
Τα παιδιά του Εμφυλίου δεν πούλαγαν μόνο πραμάτεια. Πούλαγαν μνήμη από μια Ελλάδα που δεν είχε γονατίσει ακόμα. Άννα Δανάλη μυθοπλασία
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους