Μαζεύοντας ρίγανη στον Όλυμπο Ο θείος ο Λευτέρης από τη Λιτόχωρο είπε «αν θες να μάθεις το βουνό, μάζεψε πρώτα κάτι που δεν φυτεύτηκε από άνθρωπο». Μου έδωσε ένα παλιό ψαλίδι κουζίνας δεμένο με...
Μαζεύοντας ρίγανη στον Όλυμπο Ο θείος ο Λευτέρης από τη Λιτόχωρο είπε «αν θες να μάθεις το βουνό, μάζεψε πρώτα κάτι που δεν φυτεύτηκε από άνθρωπο». Μου έδωσε ένα παλιό ψαλίδι κουζίνας δεμένο με σπάγκο και μια λινή σακούλα που μύριζε ήδη καλοκαίρι.
Φύγαμε χαράματα από τα Πριόνια.
Ο αέρας ήταν ακόμα κρύος, από εκείνον που κατεβαίνει από το Μύτικα και σε κάνει να κλείνεις το φερμουάρ μέχρι πάνω.
Περπατούσαμε σιωπηλά γιατί στον Όλυμπο δεν μιλάς πολύ στην αρχή. Ακούς.
Στα 1.100 μέτρα, λίγο μετά το καταφύγιο, η πλαγιά ανοίγει και γίνεται πέτρα και ήλιος.
Εκεί φυτρώνει.
Όχι σε σειρές, όχι σε κήπους.
Σε τούφες που κρατιούνται από σχισμές, σαν να μην θέλουν να τις βρει κανείς. Ο Λευτέρης γονάτισε, δεν έκοψε.
Χάιδεψε πρώτα. «Η ρίγανη θέλει το ένα τρίτο», μου λέει. «Παίρνεις το πάνω, αφήνεις το κάτω να ξαναγίνει.
Κόβεις μεσημέρι, όχι με δροσιά, να έχει φύγει το νερό και να μείνει το λάδι.
Και ποτέ δεν τραβάς ρίζα. Ο Όλυμπος δεν είναι σούπερ μάρκετ». Το ψαλίδι έκανε ένα καθαρό «κρακ» και τότε έγινε αυτό που δεν περιγράφεται στα βιβλία βοτανικής: το βουνό μύρισε.
Όχι σαν μπαχαρικό σε βαζάκι.
Σαν ζεστή πέτρα, σαν θυμάρι που κάηκε χτες από τον ήλιο, σαν ιδρώτας και μέλι μαζί.
Έβαλα τη χούφτα μου στη σακούλα και ήταν σαν να έβαζα μέσα το καλοκαίρι ολόκληρο.
Καθώς μαζεύαμε, πέρασε από πάνω μας μια παρέα Γερμανών με μπατόν.
Μας κοίταξαν περίεργα. Ο Λευτέρης τους χαιρέτησε: «Καλή κορυφή». Εκείνοι απάντησαν «good luck». Γελάσαμε μετά.
Αυτοί κυνηγούσαν τον Δία στην κορυφή, εμείς τον βρίσκαμε χαμηλά, σε κάτι που χωράει στην παλάμη.
Στη μέση της πλαγιάς βρήκα μια τούφα τεράστια, σχεδόν θάμνο.
Πήγα να την κόψω όλη. Ο Λευτέρης μου έπιασε τον καρπό. «Άστην.
Αυτή είναι η μάνα.
Αν την πάρεις, του χρόνου εδώ θα έχει χώμα». Κάτσαμε εκεί και φάγαμε ψωμί με τυρί και λίγα ωμά φύλλα ρίγανης από πάνω.
Έκαιγε τη γλώσσα, αλλά μετά άφηνε μια γλύκα που δεν την έχει η ξερή.
Μου είπε ιστορίες που δεν λένε οι ξεναγοί: πως η γιαγιά του έβαζε ρίγανη κάτω από το μαξιλάρι για να διώχνει τα κακά όνειρα, πως οι βοσκοί την έκαιγαν όταν γεννούσαν τα ζώα για να καθαρίσει ο αέρας, πως στον Όλυμπο δεν μαζεύεις ποτέ την τελευταία μέρα του Αυγούστου γιατί «το βουνό ξεκουράζεται». Κατεβήκαμε με τη σακούλα μισογεμάτη.
Στο σπίτι την απλώσαμε σε σεντόνι στη σκιά, όχι στον ήλιο, «να μην της πάρεις την ψυχή», όπως έλεγε.
Για τρεις μέρες το σπίτι μύριζε βουνό.
Τώρα, κάθε φορά που ανοίγω το βαζάκι στην κουζίνα μου στη Νεάπολη, δεν σκέφτομαι συνταγές.
Σκέφτομαι εκείνο το «κρακ», την πέτρα που έκαιγε τα γόνατα, και τον Λευτέρη να λέει «το ένα τρίτο». Δεν μάζεψα ρίγανη εκείνη τη μέρα.
Μάζεψα τρόπο να ανεβαίνεις στον Όλυμπο χωρίς να τον κατακτάς.
Να παίρνεις μόνο όσο χρειάζεσαι, και να αφήνεις τη μάνα στη θέση της για να σε περιμένει του χρόνου. Άννα Δανάλη Αυτό που μάθαμε τελευταία είναι πως ειδικά η ρίγανη της 24ης Ιουνίου θεωρείται... μαγική.
Πρέπει, όμως, να μαζευτεί πρωί-πρωί της 24ης Ιουνίου, ημέρα εορτής του Αϊ-Γιάννη του Πρόδρομου.
Πριν την ανατολή του ηλίου όλες οι νοικοκυρές έτρεχαν στα χωράφια να μαζέψουν ρίγανη, τουλάχιστον ένα μάτσο! Το μάτσο αυτό το κρεμούσαν πάνω από την πόρτα, σ' ένα σημείο που να φαίνεται, καθώς θεωρούσαν πως η συγκεκριμένη ρίγανη είχε την δύναμη να προστατέψει τα σπιτικά τους από τη βασκανία. Ο Όλυμπος υπήρξε πλουσιοπάροχος στους ανθρώπους που τον κατοικούν προσφέροντας μία εκπληκτική και σπάνια γκάμα αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών που δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο τουλάχιστον στην σύνθεση ουσιών και στην ιδιαιτερότητα των χαρακτηριστικών που προσδίδει το έδαφος του σε αυτά.
Η ρίγανη του Ολύμπου είναι μια από από τις πιο ποιοτικές ρίγανες των βουνών μας αφού είναι πλούσια σε γεύση και άρωμα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους