[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

"Η σφαγή στο Νοβοτσερκάσκ": Σαν σήμερα 1 Ιουνίου 1962, αρχίζει μεγάλη απεργία των εργατών στο εργοστάσιο ηλεκτρικών ατμομηχανών NEVZ στο Νοβοτσερκάσκ στη νοτιοδυτική ΕΣΣΔ, ενάντια στις αυξήσεις στις...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

"Η σφαγή στο Νοβοτσερκάσκ": Σαν σήμερα 1 Ιουνίου 1962, αρχίζει μεγάλη απεργία των εργατών στο εργοστάσιο ηλεκτρικών ατμομηχανών NEVZ στο Νοβοτσερκάσκ στη νοτιοδυτική ΕΣΣΔ, ενάντια στις αυξήσεις στις τιμές βασικών τροφίμων που ανακοίνωσε η κυβέρνηση του Νικήτα Χρουτσώφ.

Η απεργία ξέσπασε την ίδια ημέρα που ξεκινούσε η εφαρμογή της αύξησης των τιμών στο κρέας κατά περίπου 30% και στο βούτυρο κατά περίπου 25%. 17 Μαϊου του 1962 το Συμβούλιο Υπουργών της ΕΣΣΔ εκδίδει το διάταγμα Νο.456 που κηρύττει πανεθνική αύξηση των τιμών διαφόρων προϊόντων που θα ισχύει από την 1η Ιουνίου.

Η αύξηση αφορά βασικά προϊόντα όπως τα γαλακτοκομικά και το κρέας.

Τα μέτρα αιτιολογήθηκαν ως απάντηση σε δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικονομία της ΕΣΣΔ και το κόστος τους έπεσε πάνω στους εργάτες.

Η απόφαση ήρθε σε μια περίοδο όπου οι εργαζόμενοι ήδη αντιμετώπιζαν πολλά προβλήματα λόγω ελλείψεων και χαμηλής αγοραστικής δύναμης.

Όταν οι αυξήσεις των τιμών τέθηκαν σε ισχύ (1η Ιουνίου 1962), σχεδόν αμέσως εμφανίστηκαν σε πολλά σημεία της χώρας χειρόγραφες προκηρύξεις και αφίσες που διαμαρτύρονταν για τις αυξήσεις και ακούστηκαν εκκλήσεις για απεργίες στη Μόσχα, το Κίεβο, το Λένινγκραντ, το Ντονέτσκ και το Τσελιάμπινσκ, ενώ σε άλλες πόλεις ξέσπασαν εργατικές διαδηλώσεις.

Στο εργοστάσιο ηλεκτρικών ατμομηχανών του Νοβοτσερκάσκ στην νοτιοδυτική ΕΣΣΔ (NEVZ) πρίν ακόμα απο την ανακοίνωση των μέτρων, η διοίκηση είχε αυξήσει τις νόρμες παραγωγής.

Αυτό σήμαινε ότι οι εργάτες έπρεπε να παράγουν περισσότερο για να διατηρήσουν τον ίδιο μισθό.

Το αποτέλεσμα ήταν η ουσιαστική μείωση των πραγματικών μισθών των εργατών.

Καθώς η δυσαρέσκεια στο εργοστάσιο μεγάλωνε, διευθυντικά/κομματικά στελέχη αντιμετώπιζαν με υπεροψία και αδιαφορία τους εργάτες, γεγονός που πυροδότησε ακόμα μεγαλύτερες αντιδράσεις.

Όταν ανακοινώθηκαν οι αυξήσεις στα βασικά αγαθά, η οργή ξεχείλισε.

Το πρωί της 1ης Ιουνίου, πρώτη ημέρα της εφαρμογης των αυξήσεων, χιλιάδες εργάτες σταμάτησαν την εργασία τους.

Τα αιτήματα τους ήταν αύξηση μισθών, μείωση τιμών τροφίμων και βελτίωση εφοδιασμού της αγοράς.

Η κινητοποίηση γρήγορα επεκτάθηκε και μετατράπηκε σε μαζική διαδήλωση Οι εργάτες άρχισαν να συγκεντρώνονται στον χώρο του εργοστασίου και στη συνέχεια βγήκαν στους δρόμους με συνθήματα όπως "Κρέας, βούτυρο, αύξηση μισθών!"και "Ο Χρουστσόφ για κρέας, εμείς για ψωμί!" Η κομματική επιτροπή της πόλης πανικοβάλλεται, ρίχνει το φταίξιμο σε πρόσφατα αποφυλακισμένους που τώρα εργάζονται στο εργοστάσιο NEVZ.

Ο στρατός και η αστυνομία από την πρώτη μέρα προσεγγίζουν το εργοστάσιο ώστε να εμποδίσουν να μεταφερθεί η απεργία και σε άλλα εργοστάσια.

Ταυτόχρονα, στην περιοχή στέλνονται στελέχη της KGB.

Η απεργία συνεχίζεται και την επόμενη ημέρα, 2 Ιουνίου 1962.

Απο νωρίς το πρωί χιλιάδες εργάτες ξεκινούν πορεία από το εργοστάσιο προς το κέντρο της πόλης με κόκκινες σημαίες και πορτρέτα του Λένιν.

Μαζί με τα οικονομικά αιτήματα, ζητούν όχι ανατροπή αλλά εφαρμογή των διακηρυγμένων σοσιαλιστικών αρχών που το ΚΚΣΕ και οι ηγέτες του ψήφιζαν στα συνέδρια και υμνούσαν στις ομιλίες τους.

Κατευθύνονται προς τα γραφεία της επιτροπής της πόλης.

Το πλήθος διέσχισε τη γέφυρα του ποταμού Τουζλόβ που ενώνει τη βιομηχανική ζώνη με την πόλη και συνάντησε τα τανκ του Kόκκινου Στρατού.

Οι αρχές έδωσαν εντολή στον στρατηγό Ματβέι Κουζμίτς Σαπόσνικοφ, τότε υποδιοικητή της Βόρειας Καυκασιανής Στρατιωτικής Περιφέρειας, να χρησιμοποιήσει τα άρματα εναντίον των εργατών. Ο Σαπόσνικοφ ήταν ήρωας της αντιφασιστικής νίκης των λαών και είχε τιμηθεί με την διάκριση του "Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης", την μεγαλύτερη που μπορούσε να λάβει Σοβιετικός στρατιωτικός.

Αρνήθηκε να υπακούσει ("δεν βλέπω κάποιον εχθρό που θα μπορούσαμε να στρέψουμε τα όπλα μας εναντίον του") και τα άρματα έμειναν ακίνητα.

Η εργατική διαδήλωση πέρασε ανάμεσα απο τα άρματα και συνέχισε την πορεία προς το κέντρο της πόλης.

Το πλήθος δεν ηταν οργανωμένο και διαδήλωνε ειρηνικά αλλά όσο πλησίαζε στο κέντρο συνεχώς ενισχυόταν από περισσότερους που ενώνονταν με τους απεργούς.

Όταν η πορεία έφτασε στο κέντρο της πόλης, οι διαδηλωτές είχαν πολλαπλασιαστεί.

Ακολούθησαν επιθέσεις σε εκκενωμένα κτίρια ενώ οι εργάτες απαιτούσαν να βγει ο Μικογιάν, ο πρόεδρος του Ανώτατου Σοβιέτ και να τους μιλήσει.

Το μεσημέρι άοπλοι στρατιώτες προσπάθησαν να διαλύσουν το πλήθος, όμως απέτυχαν.

Αμέσως μετά ξεκίνησαν οι πυροβολισμοί.

Υπάρχουν διαφορετικές μαρτυρίες και εκδοχές: Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι προηγήθηκαν προειδοποιητικές βολές άλλοι ότι πυροβολισμοί έπεσαν σχεδόν αμέσως προς το πλήθος.

Σύμφωνα με έγγραφα που αποχαρακτηρίστηκαν την δεκαετία του 1990, οι πυροβολισμοί που προκάλεσαν τους θανάτους προήλθαν από μια στρατιωτική μονάδα αποτελούμενη από ελεύθερους σκοπευτές.

Τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα δείχνουν ότι ο Χρουτσώφ είχε εγκρίνει την σκληρή καταστολή και αποδεικνύουν ότι η χρήση βίας ενάντια στους εργάτες δεν ήταν αποτέλεσμα "πανικού" τοπικών αξιωματούχων αλλά πολιτική απόφαση ανώτερων κλιμακίων του ΚΚΣΕ.

Βέβαια σε ότι αφορά την επιχειρησιακή πλευρά δεν βρέθηκε γραπτή διαταγή που να λέει ακριβώς ποιος έδωσε την εντολή για τα πυρά που δολοφόνησαν τους εργάτες.

Ορισμένα έγγραφα φαίνεται να χάθηκαν ή να καταστράφηκαν.

Ακολούθησε μακελειό.

Σύμφωνα με την επίσημη έρευνα 24 σκοτώθηκαν και 87 τραυματίστηκαν.

Μέρος των ιατρικών αρχείων των τραυματιών εξαφανίστηκε.

Υπάρχουν υποψίες ότι ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων ίσως ήταν μεγαλύτερος από τον επίσημο, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για ασφαλές συμπέρασμα.

Οι περισσότεροι νεκροί ήταν εργάτες του εργοστασίου ηλεκτρικών ατμομηχανών (NEVZ), άλλοι εργαζόμενοι της πόλης, μέλη των οικογενειών τους ακόμα και περαστικοί και κάτοικοι που είχαν συγκεντρωθεί στην πλατεία.

Ορισμένοι δεν συμμετείχαν καν ενεργά στη διαμαρτυρία.

Ανάμεσα στους δολοφονημένους υπήρχαν τρείς γυναίκες ενώ οι 18 νεκροί απο τους 24 ήταν μόλις 16–26 ετών.

Μετά τα γεγονότα ακολούθησε καραντίνα στην πόλη, διακοπή των επικοινωνιών και μαζικό κύμα συλλήψεων.

Περισσότερα από 100 άτομα συνελήφθησαν.

Δεκάδες καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης.

Επτά θεωρούμενοι ως "πρωταίτιοι" καταδικάστηκαν σε θάνατο.

Οι σοροί απομακρύνθηκαν από τις αρχές και οι οικογένειες συχνά δεν ενημερώθηκαν για τον τόπο ταφής, οι νεκροί θάφτηκαν μυστικά σε διαφορετικά νεκροταφεία της περιφέρειας του Ροστόφ και απαγορεύτηκε κάθε δημόσια αναφορά στο γεγονός.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ακόμη και στενοί συγγενείς να αγνοούν για χρόνια πού βρίσκονταν οι τάφοι των δικών τους ανθρώπων.

Η μόνη προτεραιότητα των αρχών ήταν να μη βγει τίποτα απ’ όσα έγιναν έξω από την πόλη, πόσο μάλλον εκτός συνόρων.

Μάλιστα, το ίδιο βράδυ οι αρχές οργάνωσαν χορό στην κεντρική πλατεία της πόλης (εκεί που πριν λίγες ώρες είχαν δολοφονήσει τους εργάτες με τις κόκκινες σημαίες) ώστε να ξεχαστεί το μακελειό.

Το γεγονός παρέμεινε κρατικό μυστικό επί σχεδόν τρεις δεκαετίες. Ο Τύπος δεν ανέφερε τίποτα και οι κάτοικοι υποχρεώθηκαν να σιωπήσουν υπογράφοντας μάλιστα "δηλώσεις εμπιστευτικότητας". Τα αρχεία χαρακτηρίστηκαν απόρρητα.

Ένας απο τους απεργούς εργάτες στο NEVZ το 1962 ήταν ο Πιότρ Πέτροβιτς Σιούντα.

Τότε ήταν 25 χρονών.

Σύμφωνα με τις δικές του μεταγενέστερες μαρτυρίες, προσπάθησε να αποτρέψει ενέργειες όπως η κατάληψη κρατικών κτιρίων, φοβούμενος ότι αυτό θα έδινε αφορμή για αιματηρή καταστολή.

Υποστήριζε τη διατύπωση συγκεκριμένων εργατικών αιτημάτων και την οργάνωση αντιπροσωπειών προς τις σοβιετικές αρχές.

Παρόλα αυτά συνελήφθη και αυτός από τις αρχές και θεωρήθηκε ένας από τους βασικούς υποκινητές της διαμαρτυρίας.

Καταδικάστηκε σε 12 χρόνια φυλάκιση και στάλθηκε σε στρατόπεδο εργασίας στην περιοχή Κόμι.

Αποφυλακίστηκε μετά απο τέσσερα χρόνια, το 1966.

Μετά την αποφυλάκισή του αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στην έρευνα της σφαγής.

Συγκέντρωνε μαρτυρίες, έψαχνε επιζώντες, εντόπιζε συγγενείς θυμάτων και προσπαθούσε να βρει πού είχαν ταφεί οι νεκροί.

Τη δεκαετία του 1980 άρχισε να στέλνει επιστολές σε εφημερίδες, κρατικούς θεσμούς και κομματικά όργανα ζητώντας επίσημη έρευνα και αποκατάσταση των καταδικασμένων.

Τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει χρησιμοποιήθηκαν από δημοσιογράφους και συνέβαλαν στα πρώτα μεγάλα δημοσιεύματα για το Νοβοτσερκάσκ στα τέλη της δεκαετίας του 1980.

Ήταν η εποχή που ο Γκορμπατσόφ ήθελε να παρουσιάσει "δημοκρατικό" προσωπείο ενω την ίδια στιγμή αποτελείωνε ότι είχε απομείνει απο την ΕΣΣΔ.

Έτσι, αξιοποίησε και γεγονότα όπως την σφαγή στο Νοβοτσερκάσκ.

Παρόμοια πολιτική ακολούθησαν οι κυβερνήσεις της καπιταλιστικής Ρωσίας μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την συνεχίζουν μέχρι σήμερα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Σιούντα δεν εξελίχθηκε ποτέ σε φιλελεύθερο ούτε σε αντικομμουνιστή.

Αντιθέτως, κατέληξε να υιοθετήσει αναρχοσυνδικαλιστικές ιδέες και υποστήριζε την ανεξάρτητη οργάνωση των εργατών έξω από τον κρατικό έλεγχο.

Μάλιστα συμμετείχε σε αναρχοσυνδικαλιστικές οργανώσεις και εξέδιδε το περιοδικό Obshchina ("Κοινότητα"), όπου έγραφε εκτενώς για τη σφαγή. Τον Μάιο του 1990 βρέθηκε σοβαρά τραυματισμένος στον δρόμο στο Νοβοτσερκάσκ και πέθανε λίγο αργότερα, σε ηλικία 53 ετών.

Η σύζυγός του και φίλοι υποστήριξαν ότι είχε δεχθεί βίαιη επίθεση και ότι ο θάνατός του συνδεόταν με τις έρευνές του για τους μυστικούς τάφους των θυμάτων του 1962.

Οι έρευνες δεν κατέληξαν πουθενά.

Το 1989 η Στρατιωτική Εισαγγελία της ΕΣΣΔ ξεκίνησε νέα έρευνα.

Η έρευνα κατέληξε ότι οι νεκροί ήταν τουλάχιστον 24, δεκάδες είχαν τραυματιστεί από πραγματικά πυρά, οι δίκες του 1962 ήταν πολιτικά υποκινούμενες και ότι οι καταδικασμένοι έπρεπε να αποκατασταθούν.

Το 1991, αποχαρακτηρίστηκαν οι τοποθεσίες των μυστικών ταφών.

Οι αρχές είχαν θάψει τους νεκρούς σε διάφορα νεκροταφεία της περιφέρειας του Ροστόφ και είχαν απαγορεύσει στις οικογένειες να γνωρίζουν πού βρίσκονταν οι σοροί.

Σχεδόν 80 άτομα που συμμετείχαν στις ταφές είχαν υποχρεωθεί να υπογράψουν "δηλώσεις μυστικότητας". Το 1992, στην 30ή επέτειο της σφαγής, τα λείψανα που είχαν εντοπιστεί επανενταφιάστηκαν δημοσίως στο Νοβοτσερκάσκ παρουσία συγγενών και κατοίκων της πόλης.

Το 1993 δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά σημαντικά έγγραφα της KGB και του ΚΚΣΕ απο εκείνη την περίοδο.

Η καριέρα του ήρωα του Κόκκινου στρατού στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στρατηγού Ματβέι Κουζμίτς Σαπόσνικοφ που αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει άρματα μάχης εναντίον των εργατών του Νοβοτσερκάσκ, ουσιαστικά καταστράφηκε.

Παρέμεινε για λίγα χρόνια στον στρατό και τελικά το 1966 αποστρατεύθηκε και τέθηκε στην εφεδρεία.

Το 1967 διαγράφηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Άρχισε να γράφει επιστολές και υπομνήματα σε κομματικές οργανώσεις, στρατιωτικές σχολές και θεσμούς, καταγγέλλοντας τη σφαγή και τη συγκάλυψή της.

Σε αυτές επέκρινε ανοιχτά την αυθαιρεσία της ηγεσίας και την καταστολή εναντίον άοπλων εργατών. Η KGB παρακολουθούσε τις κινήσεις του και το 1967 άνοιξε εις βάρος του δικογραφία για "αντισοβιετική προπαγάνδα". Στην έρευνα βρέθηκαν τα προσχέδια των επιστολών του και κείμενα σχετικά με το Νοβοτσερκάσκ.

Τελικά η υπόθεση έκλεισε χωρίς δίκη-πιθανότατα λόγω του κύρους του ως ήρωα πολέμου και στρατηγού-αφού υπέγραψε δήλωση μεταμέλειας.

Έζησε τα επόμενα χρόνια σχετικά απομονωμένος στο Ροστόφ όπου και πέθανε το 1994. Ο Χρουτσώφ, στις αναμνήσεις του ("Ο Χρουτσώφ θυμάται") οι οποίες ήταν ηχογραφήσεις που βγήκαν σαν δακτυλογραφημένο υλικό έξω απο την ΕΣΣΔ και δημοσιεύτηκαν στις ΗΠΑ το 1970, δεν είπε ούτε μια λέξη για την σφαγή.

Ούτε σε ότι είχε παραλειφθεί σε εκείνη την έκδοση και δημοσιεύτηκε την περίοδο του Γκορμπατσόφ με τίτλο "οι Ταινίες της Γκλάσνοστ" υπήρχε οτιδήποτε για την σφαγή του 1962.

Όμως, πέρα απο την πολιτική του "κρατικού μυστικού" (η οποία δεν τηρήθηκε σε άλλες "αποκαλύψεις" στις αναμνήσεις του Χρουτσώφ) είναι προφανές ότι δεν επιθυμούσε οποιαδήποτε αναφορά σε ένα γεγονός όπου η κυβέρνηση του πυροβόλησε και δολοφόνησε απεργούς εργάτες που κρατούσαν πορτραίτα του Λένιν.

Γιατί θα ήταν συντριπτικό χτύπημα στον μύθο που είχε δημιουργήσει γύρω απο τον εαυτό του ως "αγωνιστή" ενάντια στις "διώξεις και την καταπίεση" για τις οποίες είχε δαιμονοποιήσει τον Στάλιν ως μοναδικό και αποκλειστικό υπεύθυνο.

Ούτε ο γιός του Σεργκέι (ο οποίος δακτυλογράφησε τις αναμνήσεις του ώστε να βγούν λαθραία απο την ΕΣΣΔ και να εκδοθούν στις ΗΠΑ), στο βιβλίο του "Khrushchev on Khrushchev: An Inside Account of the Man and His Era" που εκδόθηκε το 1990 δεν έγραψε τίποτα για την σφαγή.

Τα επιχειρήματα ήταν ότι υπήρχε "έλλειψη πληροφόρησης" και κυρίως ότι η ευθύνη για τα γεγονότα ανήκε αποκλειστικά στους Αναστάς Μικόγιαν και οι Φρολ Κοζλόφ, τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου που είχαν σταλεί στο Νοβοτσερκάσκ το 1962.

Όταν τα γεονότα δημοσιοποιήθηκαν, "αποκάλυψε" πως η σφαγή ήταν μια "μόνιμη, μαύρη κηλίδα" που βασάνιζε τον πατέρα του "μέχρι το τέλος της ζωής του", πως έφταιγαν οι "σκληροπυρηνικοί" και πως ο πατέρας του δεν την είχε αναφέρει γιατί φοβόταν τις συνέπειες αλλά και ότι οι ηχογραφημένες αναμνήσεις του θα καταστρέφονταν.

Το 2020, ο κινηματογραφιστής Αντρέι Κοντσαλόφσκι ("Το τρένο της μεγάλης φυγής" κ.α) έδωσε στην ασπόμαυρη ταινία 'Αγαπητοί Σύντροφοι" μια αποτύπωση των γεγονότων της περιόδου, αν και οι περισσότεροι χαρακτήρες εμφανίζονται ως καρικατούρες.

Η ταινία κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 2020.

Ήταν η επίσημη πρόταση της Ρωσίας του Πούτιν για το Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας, φτάνοντας μέχρι την τελική βραχεία λίστα των 15 ταινιών.

Έλαβε υποψηφιότητα για το Βραβείο BAFTA Καλύτερης Μη Αγγλόφωνης Ταινίας.

Η πραγματική αποτίμηση της ιστορικής εμπειρίας (θετικής και αρνητικής) του κομμουνισμού του 20ου αιώνα είναι όρος για την ανασυγκρότηση του σύγχρονου κομμουνιστικού κινήματος.

Σε αυτό το πλαίσιο, η απόκρυψη η υποτίμηση ανεπαρκειών, λαθών η ακόμα και εγκληματικών ενεργειών στο όνομα της "υπεράσπισης του Σοσιαλισμού" δεν είναι υπεράσπιση του Σοσιαλισμού αλλά συκοφάντηση του Σοσιαλισμού.

Η αλήθεια είναι πάντα επαναστατική, ακόμα και αν δεν μας αρέσει.

Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά για να μην ξαναγίνουν τα ίδια λάθη και οι ανεπάρκειες και τα λάθη δεν θα μπορούν να αξιοποιούνται για αντικομμουνιστική προπαγάνδα.

Πηγές (χρήσιμες για το υλικό απο τα αρχεία και τις μαρτυρίες, ανεξάρτητα απο την γενική προσέγγιση των συγγραφέων): Piotr Suda-1962: The Novocherkassk tragedy (η μαρτυρία του Σιούντα που δημοσιεύτηκε στο "Russian Labor Review"), Alexander Tarasov (και άλλοι), Make Way for the Working Class! The Russian Workers’ Uprising in Novocherkassk, 1962, Olga Nikitina Novocherkassk The Chronicle of a Tragedy, Russian Social Science Review, 1992 , Samuel H. Baron, Bloody Saturday in the Soviet Union: Novocherkassk, 1962, Taubman, William (2003). Khrushchev: The Man and His Era (στις σελίδες 519-522), Istoricheskii Arkhiv (1993 τεύχη), Robert Hornsby – Protest, Reform and Repression in Khrushchev's Soviet Union (σελ 175-176), Oksana Sarkisova & Olga Shevchenko-They came, shot everyone and that's the end of it, Local Memory, Amateur Photography, and the Legacy of State Violence in Novocherkassk, Slavonica, Vol. 17 No. 2, November, 2011, Nikita Khrushchev-Memoirs of Nikita Khrushchev, Nikita Khrushchev, Khrushchev Remembers: The Glasnost Tapes, Sergei Khrushchev, Khrushchev on Khrushchev: An Inside Account of the Man and His Era.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences