Νέα κόμματα και απολιτικοποίηση… (σύνδεσμος στο 1ο σχόλιο) Η ΑΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΩΣ ΣΗΜΑΔΙ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ (ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΑ ΝΕΑ ΚΟΜΜΑΤΑ) Του Βασίλη Λιόση Η απολιτικοποίηση είναι σημείο των καιρών. Και δεν...
Νέα κόμματα και απολιτικοποίηση… (σύνδεσμος στο 1ο σχόλιο) Η ΑΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΩΣ ΣΗΜΑΔΙ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ (ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΑ ΝΕΑ ΚΟΜΜΑΤΑ) Του Βασίλη Λιόση Η απολιτικοποίηση είναι σημείο των καιρών.
Και δεν αποτελεί ενδημικό φαινόμενο.
Εντείνεται, εκτείνεται και δείχνει να αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά.
Αλλά τι είναι απολιτικοποίηση; Πώς εκδηλώνεται; Ποια τα αίτιά της; Σε αυτά τα ερωτήματα θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε.
Ωστόσο πριν να απαντήσουμε στο ερώτημα «τι είναι απολιτικοποίηση», οφείλουμε να δούμε τι σημαίνει πολιτικοποίηση αφού προφανώς η πρώτη αποτελεί άρνηση της δεύτερης. Α. ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ Όπως σε όλες τις περιπτώσεις ορισμών που αφορούν την κοινωνία και την πολιτική, οι προσεγγίσεις δεν συμπίπτουν.
Υπάρχουν ορισμοί συστημικοί, ριζοσπαστικοί και αμφιλεγόμενοι.
Σε μία από τις σχετικές προσεγγίσεις η πολιτικοποίηση ορίζεται ως «η διαδικασία μέσω της οποίας τα ζητήματα εισάγονται στην πολιτική σφαίρα, η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένη επικοινωνία και αμφισβήτηση.
Έτσι, ένα ζήτημα που πολιτικοποιείται είναι ένα ζήτημα του οποίου η σημασία αυξάνεται στον δημόσιο τομέα, γίνεται μέρος ευρύτερων πολιτικών συζητήσεων και υπόκειται σε μεγαλύτερη πόλωση, η οποία συχνά προκαλεί ή συνεπάγεται συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών παραγόντων». Σε μια άλλη προσέγγιση ο Hay υποστηρίζει ότι «Πολιτικοποιούμε ένα ζήτημα όταν το καθιστούμε αντικείμενο δημόσιας διαβούλευσης και ανθρώπινης παρέμβασης, αντί να το αντιμετωπίζουμε ως ζήτημα μοίρας, αναγκαιότητας ή αναπόφευκτου.» Σε μια τρίτη προσέγγιση η Mouffe υποστηρίζει πως «Αυτό που διακυβεύεται στην πολιτική είναι η συγκρότηση ενός “εμείς” μέσα από μια αναγκαστικά συγκρουσιακή σχέση με ένα “αυτοί”.» Από τις τρεις προσεγγίσεις στην πρώτη, η πολιτικοποίηση ορίζεται με ένα πολύ γενικό και αόριστο τρόπο και παρουσιάζεται απλώς και μόνο ως μία μάχη ιδεών στη δημόσια σφαίρα.
Απουσιάζουν τα κοινωνικά υποκείμενα ή σε κάθε περίπτωση υπονοείται η ύπαρξή τους με ένα θολό τρόπο.
Θα λέγαμε ότι πρόκειται για μία συστημική προσέγγιση.
Ο δεύτερος ορισμός θέτει κάπως πιο έντονα το ζήτημα της «ανθρώπινης παρέμβασης» αλλά απέχει από το να θέσει στο κέντρο το ζήτημα της κοινωνικής σύγκρουσης.
Από αυτή την άποψη θα λέγαμε ότι πρόκειται για έναν αμφιλεγόμενο ορισμό.
Τέλος, ο τρίτος ορισμός κάνει ένα σημαντικό βήμα σε θετική κατεύθυνση αφού μιλά για το «εμείς» και το «αυτοί» και τη μεταξύ τους σύγκρουση.
Πρόκειται για ένα ορισμό που βρίσκεται σε ριζοσπαστική κατεύθυνση.
Ωστόσο, πρόκειται και για έναν ορισμό που μάλλον κάτι του λείπει ακόμη… Εν τέλει θα υποστηρίζαμε πως η πολιτικοποίηση είναι εκείνη η κοινωνική διαδικασία κατά την οποία τα κοινωνικά υποκείμενα αντιλαμβάνονται τους μηχανισμούς μέσω των οποίων προωθούνται τα ταξικά συμφέροντα και οι –στην πράξη– κοινωνικές συγκρούσεις, διαδίδουν συγκεκριμένες ιδέες και συμμετέχουν συνειδητά και έμπρακτα στο κοινωνικό γίγνεσθαι ώστε να αναπαραχθούν εκείνα ή τα άλλα συμφέροντα.
Η πολιτικοποίηση δεν είναι απαραίτητα ενός πολιτικού προσανατολισμού.
Μπορεί να είναι δεξιά ή αριστερή.
Ριζοσπαστική ή συντηρητική. Β. Η ΑΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ Ο ορισμός της πολιτικοποίησης οδηγεί και σε αυτόν της απολιτικοποίησης.
Αν, λοιπόν, η πολιτικοποίηση είναι η συμμετοχή των κοινωνικών υποκειμένων στα κοινωνικά δρώμενα –στα κοινά όπως συνήθως λέμε– η απολιτικοποίηση είναι ακριβώς το αντίθετο.
Είναι η μη συνειδητοποίηση της λειτουργίας των κοινωνικών νόμων, με εκείνον ή τον άλλο τρόπο, η αδιαφορία προκειμένου αυτοί οι νόμοι να γίνουν κατανοητοί και πολύ περισσότερο η άρνηση για συμμετοχή σε οτιδήποτε σχετίζεται με κοινωνική δράση.
Αν θέλουμε να το πούμε πιο εκλαϊκευμένα, ο απολιτικός δεν ενδιαφέρεται για τις πολιτικές εξελίξεις, δεν συμμετέχει στα συνδικάτα, στους φοιτητικούς συλλόγους, σε πολιτικούς σχηματισμούς, στις εκλογές.
Απέχει από όλα αυτά όχι από άποψη με αναρχίζουσα χροιά (π.χ. «όλα είναι στημένα και δεν συμμετέχω στα παιχνίδια τους») αλλά από καθαρή αδιαφορία για το τι συμβαίνει γύρω του.
Ασφαλώς υπάρχουν βαθμοί πολιτικοποίησης.
Για να είναι κάποιος πολιτικοποιημένος δεν είναι ανάγκη να συμμετέχει σε όλα τα προαναφερθέντα.
Επομένως, η μη συμμετοχή του π.χ. στις εκλογές ή σε συνδικαλιστικές αρχαιρεσίες δεν τον κάνουν απαραιτήτως απολιτικό ον. Η καθολική, όμως, αποχή του από τα κοινωνικά δρώμενα τον καθιστούν απολιτικό.
Το εντεινόμενο φαινόμενο της αποπολιτικοποίησης εκφράζεται σήμερα από τη διαρκώς μειούμενη συνδικαλιστική πυκνότητα, από την αύξηση της αποχής στις εκλογές, από το χαμηλό ποσοστό συμμετεχόντων στις φοιτητικές εκλογές, από τη μικρή συμμετοχή στις απεργίες, από την οργανωτική απίσχναση των κομμάτων, από την εμφανή μείωση των πολιτικών συζητήσεων στις παρέες σε σχέση με παρελθοντικές εποχές, από την κάμψη του πολιτικού τραγουδιού, από την απουσία των μεγάλων πολιτικών συγκεντρώσεων της μεταπολίτευσης.
Αποτυπώνεται επίσης από ερευνητικά ευρήματα στα οποία αποτυπώνεται το ξεθώριασμα των διαιρετικών τομών.
Μερικά στοιχεία είναι αρκετά για να ενισχύσουν τις παραπάνω διαπιστώσεις.
Η συνδικαλιστική πυκνότητα στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1980 προσέγγιζε το 40% ενώ σήμερα είναι αμφίβολο αν ξεπερνά το 20%. Όσον αφορά την αποχή από τις βουλευτικές εκλογές, ενώ το 1974 ήταν περίπου στο 20%, σήμερα προσεγγίζει το 50%. Η μαζική συμμετοχή των φοιτητών στις φοιτητικές εκλογές από τις ένδοξες εποχές που ήταν μαζικότατη με μεγάλο ποσοστό φοιτητών να συμμετέχουν ενεργά στις παρατάξεις και τις πολιτικές νεολαίες είναι παρελθόν, αφού είναι ζήτημα αν στις εκλογές συμμετέχει σήμερα το 10% των ενεργών φοιτητών.
Επίσης, σε σχετικές έρευνες που έχουν διεξαχθεί σε τέσσερις χώρες της Δύσης φαίνεται πως από την περίοδο ακμής της εκλογικής συμπεριφοράς που βασιζόταν στις κοινωνικές διαιρετικές τομές κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, έχουμε περάσει στην υποχώρηση της ψήφου που καθορίζεται ακριβώς από αυτές τις κοινωνικές διαιρετικές τομές. Γ. ΤΙ ΕΧΕΙ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ Η απολιτικοποίηση έχει πολλές αιτίες.
Θα παραθέσουμε κάποιες χωρίς σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλες. «Μακριά από τα κόμματα» Μία πρώτη αιτία είναι η προβολή των συνθημάτων «μακριά από τα κόμματα», «η κομματικοποίηση φταίει για την κατάντια του τόπου», «ο συνδικαλισμός έδιωξε τις δουλειές από την Ελλάδα» που έχουν παίξει τον ρόλο τους.
Πρόκειται για ιδεολογήματα που «δουλεύονται» για ολόκληρες δεκαετίες και μάλιστα συχνά αναπαράγονται με υποκριτικό τρόπο από συστημικά κόμματα! Τα ίδια τα συστημικά κόμματα και ειδικά αυτά που βρέθηκαν κατά καιρούς στην κυβερνητική εξουσία κι ενώ δημιούργησαν και δημιουργούν εκλογικές πελατείες μέσω διορισμών στο δημόσιο ή και απευθείας ανάθεση δουλειών, είναι αυτά που προωθούν την αποϊδεολογικοποίηση. Αντιφατικό; Όχι, είναι η απάντηση, αφού η απόκρυψη των πραγματικών ταξικών αιτιών των προβλημάτων και η ανάδειξη φιλολαϊκών λύσεων ανήκει στην πάγια τακτική των συστημικών κομμάτων.
Είναι προς συμφέρον τους να ξεθωριάζουν οι διαιρετικές τομές, να προβάλλεται η άποψη ότι οι έννοιες Δεξιά και Αριστερά είναι ξεπερασμένες και στερούνται νοήματος.
Για παράδειγμα, ελάχιστα προβληματίζει τους κρατούντες η αποχή από τις πάσης φύσεως εκλογές, εφόσον δεν υπάρχουν κοινωνικοί τριγμοί.
Μια χαρακτηριστική παρέμβαση των απόψεων που προωθούν την απολιτική στάση των πραγμάτων μπορεί κανείς να δει σε ένα άρθρο του Στέφανου Κασιμάτη στο «Βήμα» με τον εύλογο τίτλο «Η πολιτικοποίηση βλάπτει» (σ.σ. ούτε καν η κομματικοποίηση). Ο Κασιμάτης επιτίθεται σχεδόν με μίσος στον πρύτανη του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Φώτη Μάρη, επειδή «τόλμησε» να υπερασπιστεί τους φοιτητές του από την αστυνομική αυθαιρεσία.
Μάλιστα, για να προσδώσει και επιστημοσύνη στο άρθρο του επικαλείται τον Μαξ Βέμπερ που σε μια διάλεξή του είπε τα εξής: «Να αφήσουμε τον καθηγητή εκείνον, που αισθάνεται ότι έχει χρέος να συμβουλεύει τους νεότερους και χαίρει της εμπιστοσύνης τους, να το δείξει αυτό στις προσωπικές σχέσεις του με τους φοιτητές, ατομικά.
Και αν αισθάνεται ότι έχει το χρέος να παρέμβει στη σύγκρουση των κοσμοθεωριών και των κομματικών θέσεων, να το κάνει έξω από το πανεπιστήμιο, στην αγορά της ζωής, στον Τύπο, σε δημόσιες συγκεντρώσεις, σε συλλόγους ή όπου αλλού θέλει.
Είναι πάρα πολύ εύκολο να επιδεικνύει το θάρρος των απόψεών του σε ανθρώπους οι οποίοι εκ της θέσεώς τους είναι υποχρεωμένοι να σιωπούν, παρότι μπορεί να σκέπτονται τα πράγματα διαφορετικά από εκείνον». Το απόσπασμα αυτό όχι μόνο στερείται κάποιας θεωρητικής αξίας αλλά είναι και επικίνδυνο.
Οι πνευματικοί άνθρωποι καλούνται απλώς να σιωπήσουν μπροστά στους νέους ανθρώπους.
Φαίνεται πως κατά τον Κασιμάτη, είναι προτιμότερο η άποψη των νέων να διαμορφώνεται από τον Πορτοσάλτε και τον Ευαγγελάτο.
Ο ατομικισμός του νεοφιλελευθερισμού Μαζί με αυτά τα ιδεολογήματα λειτούργησαν επί δεκαετίες τα ατομικιστικά ιδεολογήματα του νεοφιλελευθερισμού.
Είναι παγκοίνως γνωστή η περιβόητη ρήση της Θάτσερ με βάση την οποία «δεν υπάρχει κοινωνία παρά μόνο άτομα». Ο ατομισμός όμως δεν οφείλεται μόνο στην αφομοίωση των ιδεολογημάτων του νεοφιλελευθερισμού αλλά και στην ίδια τη ζωή που επιβάλει αυτός.
Η διάλυση των εργασιακών ωραρίων, το συνεχές τρέξιμο που είναι προϊόν του άγχους της επιβίωσης (π.χ. η ανάγκη για δεύτερες δουλειές προς εξασφάλιση ενός πιο ανθρώπινου εισοδήματος), η συνεχής αναζήτηση για απόκτηση πιστοποιήσεων προκειμένου κάποιος να έχει επιπλέον δεξιότητες και τυπικά προσόντα, ενισχύουν τις ατομικές επιλογές, αδυνατίζουν τις συλλογικές διαδικασίες και όλα αυτά τελικά προς όφελος της απολιτικοποίησης.
Τα «απολιτικά» κόμματα Στο ξεθώριασμα των διαιρετικών τομών δεν έχουν συμβάλλει μόνο τα κυρίαρχα αστικά κόμματα (η ΝΔ πρωτοστατεί στην προώθηση του μότο με βάση το οποίο οι έννοιες Αριστερά και Δεξιά είναι εκτός συζήτησης) αλλά και μικρότερα κόμματα.
Για παράδειγμα, αρνητική συμβολή σε αυτή την κατεύθυνση είχε η Ζωή Κωνσταντοπούλου όταν σε προεκλογική της εκστρατεία έλεγε «δεν κοιτάμε δεξιά, ούτε αριστερά αλλά μόνο μπροστά». Αν πάμε πιο πίσω το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη είχε και αυτό τη συμβολή του στην απολιτικοποίηση.
Υποτίθεται ότι πήρε απόσταση από τις κλασικές πολιτικές δυνάμεις παρουσιάζοντας δήθεν μια φρέσκια πολιτική πρόταση χωρίς υποτίθεται πολιτικό χρώμα, ενώ την ίδια στιγμή αποτελούσε μια απολύτως συντηρητική πολιτική δύναμη.
Αρνητική συμβολή σε αυτή την κατεύθυνση είχε και ο Κασσελάκης που προώθησε (ή και προώθησαν άλλοι για λογαριασμό του) έναν αμερικανικό τρόπο προβολής με πολλά «εγώ», με ομιλίες κατά τις οποίες περπατούσε επί σκηνής πάνω κάτω κατά τα αμερικανικά πρότυπα, με συζητήσεις για την προσωπική του ζωή και τη σεξουαλική του ταυτότητα.
Το πρόσφατα δημιουργηθέν κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού στο οποίο συμμετέχουν από ακροδεξιά στοιχεία μέχρι και μιας μορφής αντιιμπεριαλιστικά δεν βοηθά στο ξεκαθάρισμα των ιδεολογικών και πολιτικών γραμμών αλλά σε ένα επιπλέον θόλωμά τους (το ότι γίνεται μια χυδαία επίθεση εναντίον της είναι ένας άλλης τάξης ζήτημα και ερμηνεύεται με το ότι κάποιοι πιέζονται εκλογικά και όχι γιατί το νέο κόμμα είναι αντισυστημικό). Ίσως την πιο αρνητική συμβολή στην τάση απολιτικοποίησης τα τελευταία χρόνια την έχει ο Αλέξης Τσίπρας.
Και αυτό για τέσσερις λόγους: α) ευτέλισε την έννοια της Αριστεράς μέσα από την παραβίαση του μηνύματος του δημοψηφίσματος του 2015 και εφαρμόζοντας το τρίτο μνημόνιο, β) προώθησε στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ τον Στέφανο Κασσελάκη που έφερε την ατζέντα των Δημοκρατικών των ΗΠΑ και ο οποίος έγραφε όσο ζούσε στην Αμερική για το πόσο καλά ήταν τα πρώτα μνημόνια, γ) οικοδομεί ένα νέο κόμμα μέσω μιας προσωπικής διαδρομής, με αφορμή ένα βιβλίο το οποίο παρεμπιπτόντως αποφεύγει επιμελώς να αναφερθεί στα επίμαχα ζητήματα και κρύβει τις αλήθειες που καίνε και δ) έχει εντάξει πρόσωπα στο νέο κόμμα απολύτως συντηρητικής κατεύθυνσης όπως τον Μαραντζίδη έναν εκ των πρωταγωνιστών της αναθεώρησης της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας.
Στην πρόσφατη παρουσίαση του νέου κόμματος παρουσιάστηκε ο ίδιος ο Τσίπρας με κασκόλ της Μπαρτσελόνα για να δηλώσει μέσω των χρωμάτων της εν λόγω ομάδας ότι εστιάζει στην πατρίδα (μπλε) και στους αγώνες (κόκκινο). Αυτό μπορεί να μοιάζει με πολιτικοποιημένη προσέγγιση, στην πραγματικότητα είναι μια ανάλαφρη και στο βάθος απολιτική τοποθέτηση.
Σε δεύτερο χρόνο και στην επίσημη παρουσίαση του νέου κόμματος στο Θησείο επέτεινε τις συγχύσεις αφού από τη μια καπηλεύτηκε και πάλι την ιστορία της Αριστεράς βαφτίζοντας το νέο κόμμα ΕΛΑΣ και από την άλλη εξαφάνισε θεμελιώδεις έννοιες όπως ιμπεριαλισμός και μονοπώλια παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα διαχείρισης που δεν προσεγγίζει ούτε ακόμη αυτή τη μεταπολεμική σοσιαλδημοκρατία της Ευρώπης.
Οι τεχνοκρατικές λύσεις εναντίον των ταξικών Επιπλέον, ο ισχυρισμός των περισσότερων, αν όχι όλων, των αστικών κομμάτων ότι οι λύσεις είναι ουδέτερες, η επισήμανση αιτιών των κοινωνικών προβλημάτων που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα ή είναι δευτερεύουσες, η ανάδειξη των τεχνοκρατών ως ουδέτερων παραγόντων για την επίλυση των προβλημάτων, συμβάλλει στην εδραίωση απολιτικών απόψεων στην κοινωνία.
Για παράδειγμα, την περίοδο της κρίσης παρουσιάστηκε ως η μήτρα όλων των κακών η υπερδιόγκωση του δημόσιου τομέα.
Πέρα από το ότι προπαγανδίστηκε ανερυθρίαστα ένα τεράστιο ψέμα αφού καμία τέτοια υπερδιόγκωση δεν υπήρξε (τα στοιχεία της Eurostat είναι αδιάψευστα), αποκρύφτηκαν τα πραγματικά αίτια που ήταν η εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας, η συρρίκνωση του δευτερογενούς τομέα, η διάλυση του πρωτογενούς τομέα, τα μεγάλα σκάνδαλα από τα ίδια τα κόμματα που αυτοπαρουσιάζονταν ως σωτήρες.
Ως λύση, λοιπόν, προτάθηκε και προωθήθηκε η περικοπή των μισθών των δημόσιων υπαλλήλων και η μείωση του υπαλληλικού προσωπικού.
Και όλα αυτά ως ουδέτερες λύσεις δίχως ταξικό πρόσημο.
Η πληθώρα των κομμάτων Η ύπαρξη πολλών κομμάτων δεν είναι απαραίτητα κάποιο στοιχείο δημοκρατίας.
Από το 2010 κι έπειτα δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα πάνω από 100 κόμματα! Δημιουργήθηκαν σε μία περίοδο αφόρητου στενέματος των δημοκρατικών δικαιωμάτων ακόμη και οιονεί κοινοβουλευτικών πραξικοπημάτων (βλέπε κυβέρνηση Παπαδήμου). Πέρα, όμως, από αυτή τη διαπίστωση, η ύπαρξη πολλών κομμάτων δεν ευνοεί τη διατήρηση ή ενίσχυση των διαιρετικών τομών.
Κατά την περίοδο αυτή, αν εξαιρέσουμε κάποιες στιγμές όπως για παράδειγμα το δημοψήφισμα του 2015, η ύπαρξη τόσο πολλών κομμάτων τελικά αδυνάτισε τις διαιρετικές τομές και διεύρυνε την απολιτικοποίηση.
Το ίδιο συνέβη και σε άλλες χώρες.
Ας θυμηθούμε χαρακτηριστικά το κίνημα των 5 αστέρων στην Ιταλία.
Οι διαχωριστικές γραμμές γίνονται πιο διακριτές από τη στιγμή που υπάρχουν συγκεκριμένα κόμματα των οποίων τα ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά είναι σαφή.
Είναι άλλο να υπάρχει ένα βασικό κόμμα της αστικής τάξης, ένα της εργατικής, ένα που εκφράζει μικροαστικά στρώματα, ένα που είναι ακροδεξιό, ένα ακροαριστερό και άλλο να υπάρχει μια πλειάδα κομμάτων όταν μάλιστα ανάμεσά τους υπάρχουν κόμματα που πρεσβεύουν υποτίθεται έναν ορθολογισμό πέρα και μακριά από ιδεολογικούς και ταξικούς προσδιορισμούς ή κόμματα που επιτείνουν τις συγχύσεις όπως για παράδειγμα κόμμα οπαδών μιας συγκεκριμένης ομάδας, κόμμα κυνηγών, κόμμα πειρατών, κόμμα σχετιζόμενο με την εκκλησία κ.ά. Οι μεταγραφές Νο1 Οι μεταγραφές βουλευτών και στελεχών κομμάτων που θυμίζουν μεταγραφές ποδοσφαιρών ενώ είναι απολύτως ερμηνεύσιμες (θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των συστημικών κομμάτων δεν υπάρχουν, οι μεταγραφές εξυπηρετούν την εξεύρεση λύσεων στα πολιτικά αδιέξοδα, ικανοποιούνται προσωπικές φιλοδοξίες των όσων μετακινούνται από κόμμα σε κόμμα), οδηγούν σε απαξίωση της πολιτικής και σε αποστροφή ένα ορισμένο κόσμο για τα κοινά.
Το «όλοι τα ίδια είναι» είναι σίγουρο ότι το έχουμε ακούσει όλοι αναρίθμητες φορές.
Η μεταπήδηση με περίσσεια ευκολία βουλευτών και στελεχών από το ένα κόμμα στο άλλο και μάλιστα όταν το κόμμα που αφήνουν βρίσκεται σε αποδρομή, είναι στοιχεία βαθύτατου εκφυλισμού.
Οι μεταγραφές Νο2 Οι μεταγραφές όμως, δεν αφορούν μόνο μετακινήσεις από κόμμα σε κόμμα αλλά και τις μεταγραφές «λαμπερών» ονομάτων από τον καλλιτεχνικό χώρο, τον αθλητικό χώρο, τον χώρο της μόδας και των ΜΜΕ.
Πρόκειται για ένα επιπρόσθετο λόγο εκφυλισμού που συμβάλλει στην αποπολιτικοποίηση.
Προς άρση παρεξηγήσεων: ο καθείς έχει δικαίωμα να πολιτευτεί.
Από τον απλό εργάτη ως τον καλλιτεχνικό αστέρα.
Αλλά αυτό που εκλείπει συνήθως είναι η κοινωνική δραστηριότητα ως κριτήριο αυτού που εντάσσεται σε ένα ψηφοδέλτιο.
Το σύνηθες κριτήριο είναι η δημοφιλία του ανεξάρτητα αν συμβάλλει στην παραγωγή πολιτισμικών σκουπιδιών, αν έχει υπηρετήσει κάθε είδους συστημική λογική στα ΜΜΕ, αν έχει πάρει δημόσια θέση για κρίσιμα ζητήματα όπως η γενοκτονία των Παλαιστινίων ή την ακρίβεια που βασανίζει τον ελληνικό λαό.
Μια νέα κοινωνική τάση Αν όλα τα προαναφερθέντα πηγαίνουν σε ένα βάθος χρόνου υπάρχει και μια σύγχρονη παράμετρος που ενισχύει την τάση απολιτικοποίησης.
Η πτώση της φιλαναγνωσίας πολιτικών βιβλίων, η εντυπωσιακή συρρίκνωση εκείνου του πληθυσμιακού τμήματος που διαβάζει εφημερίδες, το σκρολάρισμα και ο εθισμός μεγάλων, από ό,τι φαίνεται, τμημάτων του πληθυσμού που αρκείται στο να διαβάζει τίτλους στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης ή «πιασάρικες» ατάκες, η αποφυγή ανάγνωσης μεγάλων ή/και θεωρητικών κειμένων, είναι μια πραγματικότητα εξαιρετικά ανησυχητική.
Αν, όμως, αυτή η κατάσταση έχει μετατραπεί σε κανονικότητα είναι σαφές ότι δεν ευνοεί τη βάθυνση της πολιτικής σκέψης και πολύ περισσότερο της δράσης.
Η λύση του εδώ και τώρα και η δύναμη της εικόνας Τελευταίος, αλλά όχι αμελητέος παράγοντας που συμβάλλει στην απολιτικοποίηση είναι ότι το βάρος δεν δίνεται στα πολιτικά προγράμματα, στα κοινωνικά οράματα και στις ιδεολογίες αλλά στη λύση του «εδώ και τώρα» και στην εικόνα.
Όπως έχουν δείξει οι τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις μία εκδούλευση, ένα μικρό επίδομα, μία υπόσχεση για μια κάποια καλυτέρευση ενός χρονίζοντος προβλήματος, είναι ικανά να διαμορφώσουν εκλογικές συμπεριφορές.
Από την άλλη όταν λέμε εικόνα εννοούμε το πώς θα «σερβίρουμε» τη λύση στο «πόπολο», πώς θα κινηθεί ο πολιτικός με βάση τις συμβουλές των image makers, τι θα φοράει, πώς θα έρθει σε επαφή με το πλήθος, το αν είναι εμφανίσιμος.
Ας θυμηθούμε το (στημένο) στιγμιότυπο ιλαροτραγωδίας κατά το οποίο μία γυναίκα συναντιέται στον δρόμο με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και αναφωνεί εντυπωσιασμένη «τι γκόμενος είσαι εσύ!». Ομοίως, ένα μέρος του Τύπου αναφερόταν συχνά πυκνά στην «υπέρκομψη» Μαρέβα Μητσοτάκη. Δ. Η ΑΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΙΔΙΟΤΥΠΗ ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ Τα πολιτικά δρώμενα και οι κοινωνικές τάσεις, αποτελούν της συνισταμένη πολλών επιμέρους θελήσεων (Ένγκελς) και στο τέλος παράγεται ένα αποτέλεσμα ανεξάρτητα από τις μεμονωμένες θελήσεις.
Η απολιτικοποίηση είναι μια σοβαρή συνιστώσα του «τελικού αποτελέσματος». Η αποχή από τις εκλογές, η απαξίωση των συνδικάτων και των συλλογικοτήτων, είναι παράγοντες που διαμορφώνουν μια εικόνα άκρως ανησυχητική για το πού πορεύονται οι κοινωνίες.
Η απραξία και η αποχή δεν είναι επ’ ουδενί ουδέτεροι παράγοντες αλλά καθοριστικές παράμετροι που σκιαγραφούν μια εικόνα συντηρητικοποίησης.
Από αυτή την άποψη η απολιτικοποίηση είναι μια ιδιόμορφη πολιτικοποίηση.
Η απολιτικοποίηση είναι μια ιδεολογική αναδιατύπωση του τέλους της ιστορίας: «Δεν υπάρχουν ιδεολογίες, υπάρχουν μόνο τεχνικές λύσεις». «Δεν υπάρχει ταξική πάλη.
Είναι ξεπερασμένη». Είναι ακόμη ένας απόηχος των μεταμοντέρων ισχυρισμών: «οι μεγάλες αφηγήσεις έχουν πεθάνει». Κι έτσι ενώ όλα αυτά μοιάζουν και παρουσιάζονται ως αντικειμενικά, αποχρωματισμένα, ουδέτερα, τελικά το μόνο που κάνουν, με επιτυχία ομολογουμένως, είναι να κρατάνε σε καταστολή τους υποτελείς και να αναπαράγουν τις κυρίαρχες κοινωνικές δομές αναίμακτα (κυριολεκτικά και μεταφορικά). * * * * Η απολιτικοποίηση μεθοδεύεται από τα πάνω και στο τέλος φαίνεται να είναι μια αυθόρμητη κοινωνική τάση των κάτω.
Από ένα σημείο κι έπειτα αναπαράγεται και από τους κάτω που έχουν γίνει στο μεταξύ κοινωνοί ιδεολογημάτων που συστηματικά εκπορεύονται από κάθε λογής συστημικό μηχανισμό.
Η απολιτικοποίηση εγκλωβίζει ένα κόσμο αλλά συγχρόνως οδηγεί έναν άλλο κόσμο σε αναζήτηση στερεών πολιτικών και ιδεολογικών θεμελίων.
Στην αναζήτηση αυτή κερδισμένος στην παρούσα ιστορική φάση φαίνεται να είναι οι ακροδεξιές ιδέες.
Η διευρυμένη επιρροή των ακροδεξιών δυνάμεων και ιδεών στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων.
Εντούτοις, η ακροδεξιά αποτελεί πλέον μια υπαρκτή λύση του συστήματος και συνυπάρχει με την τόση απολιτικοποίησης.
Ισχυρίζομαι ότι η δεύτερη ενισχύει την πρώτη.
Δυστυχώς όσοι οφείλουν φύσει και θέσει να αναδείξουν το πρόβλημα και να το αντιμετωπίσουν κοιτάζοντάς το κατάματα, είτε δεν αντιλαμβάνονται το βάθος του προβλήματος και η ιστορική τους ευθύνη είναι μεγάλη είτε το αντιλαμβάνονται αλλά αδυνατούν να δημιουργήσουν αντίρροπες κοινωνικές τάσεις.
Αν πάλι το αντιλαμβάνονται αλλά αδιαφορούν τότε η ιστορική τους ευθύνη δεν είναι απλώς μεγάλη. Είναι γιγαντιαία.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους