[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Υπάρχει μια παλιά ναυτική εντολή, λιτή και σχεδόν σκληρή στην απλότητά της που συναντάται πλέον μόνο στα βιβλία: «Κόψτε την καδένα!». Η φράση καταγράφεται για πρώτη φορά στα 1794 από τον David Steel...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Υπάρχει μια παλιά ναυτική εντολή, λιτή και σχεδόν σκληρή στην απλότητά της που συναντάται πλέον μόνο στα βιβλία: «Κόψτε την καδένα!». Η φράση καταγράφεται για πρώτη φορά στα 1794 από τον David Steel, στο έργο του "The Elements and Practice of Rigging and Seamanship", αν και είναι βέβαιο πως χρησιμοποιούνταν στα καταστρώματα των ιστιοφόρων πολύ πριν βρει τη θέση της στο χαρτί. (1) Στα μεγάλα ιστιοφόρα του 18ου και του 19ου αιώνα, η άγκυρα μπορούσε να ζυγίζει πολλούς τόνους.

Για να την ανεβάσει το πλήρωμα, έπρεπε να γυρίσει τον εργάτη της άγκυρας και να σηκώσει δεκάδες μέτρα βαριάς καδένας, κρίκο τον κρίκο, μέσα από τα παλάγκα του πλοίου.

Ήταν μια επίπονη και αργή διαδικασία.

Κάποιες φορές μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο από μισή ώρα συνεχούς, εξαντλητικής προσπάθειας.

Στη στεριά, μισή ώρα ίσως να μη σημαίνει πολλά.

Στη θάλασσα όμως μπορούσε να είναι η διαφορά ανάμεσα στη σωτηρία και την καταστροφή.

Όταν πλησίαζε μια καταιγίδα, ένας εχθρικός στόλος ή οποιοσδήποτε κίνδυνος που δεν άφηνε περιθώρια καθυστέρησης, ο καπετάνιος έδινε τη διαταγή. (2) Με ένα αποφασιστικό χτύπημα το τσεκούρι έκοβε την καδένα (3), η άγκυρα εγκαταλειπόταν στον βυθό και το πλοίο απελευθερωνόταν για να ανοίξει πανιά και να σωθεί.

Δεν ήταν μια απόφαση που έπαιρναν ελαφρά τη καρδία.

Η άγκυρα δεν ήταν μόνο ένα πανάκριβο αλλά και δύσκολο στην αντικατάστασή του εξάρτημα.

Ήταν η ασφάλεια, η σταθερότητα, η δυνατότητα να σταματήσεις.

Ήταν το σημάδι πως η θάλασσα δεν ήταν πλέον απειλή.

Γι’ αυτό οι ναυτικοί πολλές φορές έδεναν μια μικρή σημαδούρα στο σημείο όπου έκοβαν την καδένα, ώστε αν κάποτε επέστρεφαν στο ίδιο αγκυροβόλιο να μπορέσουν να εντοπίσουν την άγκυρα και να επιχειρήσουν την ανάσυρση.

Ήταν πρακτική ανάγκη, αλλά και μια ήσυχη ελπίδα ότι τίποτα δεν χάνεται οριστικά.

Η διαδικασία της ανάσυρσης, εξάλλου, δεν ήταν απλή: απαιτούσε να ξαναβρεθεί το σημείο, να τραβηχτεί η καδένα από τον βυθό με τα ίδια βαριά μηχανικά μέσα, και να ξεκολλήσει η άγκυρα από τη λάσπη και τα φύκια που την τύλιγαν με τον καιρό.

Συχνά αυτό αποδεικνυόταν δυσκολότερο απ’ όσο έμοιαζε τη στιγμή της εγκατάλειψης.

Η θάλασσα, όμως, δεν ενδιαφέρεται για τις υποσχέσεις των ανθρώπων.

Πολλές από εκείνες τις άγκυρες δεν βρέθηκαν ποτέ ξανά.

Έμειναν στον βυθό, μέσα στη λάσπη και τα φύκια, μαζί με τις ιστορίες των ναυτικών που αναγκάστηκαν να φύγουν.

Oι παλιές άγκυρες μου θυμίζουν πάντα τη μετανάστευση.

Πριν από χρόνια έφυγα από την Ελλάδα, όπως έφυγαν χιλιάδες άλλοι άνθρωποι της γενιάς μου.

Όχι γιατί δεν αγαπούσαμε τον τόπο μας.

Ίσως ακριβώς επειδή τον αγαπούσαμε να πονέσαμε περισσότερο φεύγοντας.

Αλλά κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι η αγάπη δεν αρκεί για να χτίσεις μια ζωή.

Οι συνθήκες σε σπρώχνουν προς το ταξίδι πριν προλάβεις να αποφασίσεις αν πραγματικά θέλεις να φύγεις.

Έτσι άφησα πίσω δρόμους που ήξερα απ’ έξω, αγαπημένα πρόσωπα, κυριακάτικα οικογενειακά τραπέζια που συνέχισαν να στρώνονται χωρίς εμένα, καλοκαίρια γεμάτα φως και τη μυρωδιά της ελληνικής θάλασσας.

Άφησα μια γλώσσα που καταλαβαίνει ακόμη και τις σιωπές σου και εκείνη την παράξενη παρηγοριά του να μη χρειάζεται να εξηγήσεις ποιος είσαι.

Άφησα, όμως, και κάτι πιο δύσκολο να περιγραφεί: την αίσθηση ότι ανήκω ολοκληρωτικά κάπου.

Σαν μια άγκυρα που έμεινε στον βυθό.

Το πλοίο συνέχισε το ταξίδι του.

Νέες θάλασσες, νέα λιμάνια, νέοι άνθρωποι.

Έμαθα να ζω σε μια άλλη χώρα, να εργάζομαι σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, να χτίζω ξανά την καθημερινότητά μου.

Και όπως συμβαίνει με τους περισσότερους μετανάστες, έμαθα να κουβαλώ μέσα μου δύο πατρίδες: εκείνη που άφησα πίσω και εκείνη που με υποδέχθηκε.

Με τα χρόνια κατάλαβα πως η μετανάστευση δεν είναι μόνο η φυγή από τον τόπο σου.

Είναι να μαθαίνεις να ζεις με μια μόνιμη διπλή νοσταλγία.

Όταν βρίσκεσαι εδώ, σου λείπει το εκεί.

Και όταν επιστρέφεις εκεί, συνειδητοποιείς ότι ένα μέρος σου ανήκει πλέον εδώ.

Νομίζω πως βαθιά μέσα σε πολλούς από εμάς υπάρχει ακόμη εκείνη η μικρή σημαδούρα.

Όχι απαραίτητα η βεβαιότητα ότι θα επιστρέψουμε, αλλά η ανάγκη να πιστεύουμε πως τίποτα από όσα αφήσαμε πίσω δεν χάθηκε ολοκληρωτικά.

Πως κάπου υπάρχουν ακόμη οι άνθρωποι, οι τόποι και οι αναμνήσεις που μας έπλασαν, περιμένοντας να τους συναντήσουμε ξανά.

Αλλά η ζωή δεν λειτουργεί έτσι.

Οι τόποι αλλάζουν.

Οι άνθρωποι αλλάζουν.

Αλλάζουμε κι εμείς.

Και κάποια στιγμή καταλαβαίνεις πως επιστροφή στο ίδιο μέρος δεν μπορεί να υπάρξει, γιατί ούτε ο τόπος ούτε εσύ είστε πια οι ίδιοι.

Δεν υπάρχει πια το «πίσω» όπως το θυμόμαστε.

Υπάρχει μόνο το «μετά». Κάπου, λοιπόν, στον βυθό των παλιών αγκυροβολίων της ζωής μας, υπάρχουν πολλές τέτοιες άγκυρες.

Όχι μόνο δικές μας, αλλά μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων που έφυγαν σιωπηλά, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή αλλού.

Τόσοι πολλοί άνθρωποι αναγκάστηκαν να φύγουν όχι επειδή δεν αγαπούσαν τον τόπο τους, αλλά επειδή δεν μπορούσαν να μείνουν.

Κι αυτό, ίσως, είναι το πιο νηφάλιο πολιτικό σχόλιο που μπορεί να γίνει για την εποχή μας.

Καμιά φορά σκέφτομαι πως ίσως τελικά όλοι μας κουβαλάμε μια κομμένη άγκυρα.

Όχι ως σύμβολο ήττας, αλλά ως απόδειξη ότι κάποτε βρεθήκαμε μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή και αποφασίσαμε να ταξιδέψουμε προς το άγνωστο.

Και όσο μακριά κι αν φτάσουμε, ένα κομμάτι μας θα παραμένει πάντα εκεί όπου κάποτε ρίξαμε άγκυρα.

Στους δρόμους που περπατήσαμε νέοι, στα πρόσωπα που μας έμαθαν τι σημαίνει πατρίδα, στις θάλασσες που αντικρίζαμε χωρίς να φανταζόμαστε ότι μια μέρα θα μας λείψουν τόσο πολύ.

Αυτό, τελικά, είναι το τίμημα αλλά και το προνόμιο κάθε μεγάλου ταξιδιού.

Να προχωράς μπροστά, γνωρίζοντας ότι ένα μέρος της καρδιάς σου θα ταξιδεύει για πάντα ανάμεσα σε δύο λιμάνια.

Σε όλους τους Έλληνες, στην πατρίδα και σε κάθε γωνιά του κόσμου, είτε έφυγαν είτε έμειναν, είτε από ανάγκη είτε από επιλογή, σας εύχομαι από καρδιάς ένα μακρύ, φωτεινό καλοκαίρι που να χωρά τις μνήμες και τα ταξίδια όλων μας.

Σας χαιρετώ με τους παρακάτω στίχους του Άκου Δασκαλόπουλου: «Καράβια είμαστε που ρίχνονται στο κύμα που ’χουν στο αίμα τους αλμύρα και σκουριά για μας ο θάνατος και το μεγάλο κρίμα είναι να μένουμε δεμένα στη στεριά»

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences