Από τα παλιά καλοκαίρια στα Κατάπολα Οι Σαντακρούτες και ο Δέλφινας...* του Μιχαήλ Κ. Κωβαίου ** Μιλήσαμε για μια ταπεινή κακοφτιαγμένη καλύβα, που έστεκε πολλά χρόνια στο ακρογιάλι των Καταπόλων...
Από τα παλιά καλοκαίρια στα Κατάπολα Οι Σαντακρούτες και ο Δέλφινας...* του Μιχαήλ Κ. Κωβαίου ** Μιλήσαμε για μια ταπεινή κακοφτιαγμένη καλύβα, που έστεκε πολλά χρόνια στο ακρογιάλι των Καταπόλων, του γραφικού λιμανιού της Αμοργού.
Κανείς δεν θα του έδινε σημασία, αν αυτό το πρωτόγονο κατασκεύασμα δεν γινόταν το αγαπημένο στέκι των ναυτικών κάθε απόχρωσης.
Καπεταναίοι, ψαράδες, σφουγγαράδες, βαρκάρηδες ήταν οι ταχτικοί πελάτες της παράξενης Λέσχης.
Έλεγαν οι θαλασσόλυκοι τη λέξη «καλύβα» και μαλάκωνε η καρδιά τους.
Αυτή πια η λέξη συμβόλιζε το αγαπημένο λιμάνι της πατρίδας, τον επίγειο παράδεισο, όπου ξεχνούσαν τις μπόρες, τα βάσανα και τις λαχτάρες.
Μα για να πούμε όλη την αλήθεια, η Λέσχη εκείνη δ γνώριζε τα έσχατα όρια της δόξας και του μεγαλείου, παρά μονάχα όταν έφταναν το καλοκαίρι από την Αίγυπτο οι «Σαντακρούτες». Αυτοί ήταν οι αριστοκράτες του νησιού, οι ευγενείς, οι εκπρόσωποι της αρχοντιάς, το καμάρι του τόπου.
Ξενιτεμένοι πολλά χρόνια στην Αίγυπτο, έκαμαν εκεί με την εξυπνάδα και τη δραστηριότητά τους, γερές επιχειρήσεις και περιουσίες και ασκούσαν πρωτοποριακά επαγγέλματα.
Στην πατρίδα γύριζαν κάθε καλοκαίρι να ξαναβαφτιστούν στα νερά της, να χαρούν τ’ αγαθά της, να σκορπίσουν λεφτά σε κοινωφελείς σκοπούς και να προσευχηθούν στο πανάρχαιο Μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας, που την είχαν αχώριστη συντρόφισσα και «αρραγή προστασία» σ’ όλη τους τη ζωή.
Και ήταν όλοι ντυμένοι με πολυτελέστατες αιγυπτιακές σαντακρούτες και φορούσαν στο κεφάλι δροσερές κάσκες από φελλό, όπως ήταν συνήθεια στην ηλιοκαμένη χώρα των Φαραώ, Ο Νικήτας ο Βλαβιανός, ο Γιάγκος ο Χιωτίνης, ο Γιώργος ο Ψιακής, ο Θόδωρος ο Πράσινος, ο Μανωλακάκης, ήταν οι πιο επιβλητικές φυσιογνωμίες της αιγυπτιακής ομογένειας.
Το επίκεντρο της προσοχής, της χαράς και του σεβασμού.
Οι συζητήσεις έδιναν και έπαιρναν κάτω από τη φρυγανοσκέπαστη καλύβα κι οι θαλασσινοί περνούσαν πια σε δεύτερη μοίρα, σαν παθητικοί ακροατές μπροστά στην ακαταμάχητη δύναμη της επισημότητας! Οι γυναίκες κι αυτές την καλύβα για να χαρούν και να καμαρώσουν από κοντά τους άρχοντες. - Ω μάτια μου! Έλεγε η θεία μου το Βδοκώ, ήρταν πάλι οι Σαντακρούτες, η πρεπειά της Αμοργός! - Ω αγάπη μου! Συμπλήρωνε η θεία μου το Πλητώ, η Παναγιά να τους έχει καλά νάρχουνται κάθε καλοκαίρι, να πρεπίζουν τον τόπο μας.
Για δες τους: άσπροι σαν περιστέρια μέσα στις σαντακρούτες.
Τι αρχοντιά! Έτσι απλά και φυσικά ονομάσθηκαν «Σαντακρούτες» όλοι οι ομογενείς απόδημοι της Αιγύπτου και μαζί μ’ αυτούς και όλοι όσοι από μας ντύθηκαν με τα ίδια ρούχα, που μας έφερναν οι ίδιοι σαν δώρο από τη ξενιτιά, ετοιμοραμμένα στα μέτρα μας! Και όταν πια τις Κυριακές έμπαιναν στην εκκλησιά τ’ Άη Γιώργη οι Σαντακρούτες, έδινε ο παπά Δημήτρης διαταγή ν’ ανάψουν όλα τα κεριά των μανουαλιών και των πολυελαίων, ενώ ο Μιχαλάκης του Χωροεπισκόπου που ήταν αρχιεπίτροπος και αρχιψάλτης εφρόντιζε να στολίσουν οι γυναίκες τα εικονίσματα με λουλούδια της εποχής.
Η λειτουργία έφτανε στο αποκορύφωμα της λαμπρότητας, όταν ο Μιχαλάκης μ’ όλη την κακοφωνία του, άρχιζε να ψάλλει τη μεγάλη πανηγυρική δοξολογία Γεωργίου του Σαρανταεκκλησιώτη σε ήχο δεύτερο χρωματικό με τη συνοδεία δυνατής κωδωνοκορυσίας, που τράνταζε η εκκλησία και όλη η γειτονιά.
Ο νεωκόρος εν τω μεταξύ ερράντιζε άπαυτα το εκκλησίασμα με το ανθόνερο της εκκλησίας, με μεγάλη μάλιστα προσοχή να μη βρέξει τις παραστεκάμενες σαντακρούτες.
Όταν έβγαιναν από την εκκλησία, μασουλίζοντας ακόμη τ’ αντίδωρο, γινόταν μια παράξενη πομπή, που κατέβαινε κατά μήκος της δεντρόφυτης παραλίας προς την πλατεία του συνοικισμού των Καταπόλων.
Μπροστά πήγαιναν παιδιά, χοροπηδοτώντας σας εύθυμοι «κωμαστές» αρχαίας βακχικής γιορτής.
Ακολουθούσαν οι Σαντακρούτες, πλαισιωμένοι από τους πρόκριτους της Κοινότητας, και ύστερα οι γυναίκες με τα πολύχρωμα φορέματα και τους φουτάδες.
Η πομπή σταματούσε στην κεντρική μνημειακή βρύση του λιμανιού για να πάρουν οι Σανατακρούτες τον καφέ τους στο γειτονικό καφενέ και να πιουν νερό από την πανάρχαια βρύση με τις τέσσερις κάνουλες, που έδειχναν και τα τέσσερα κύρια σημεία του ορίζοντα, Παλαιότερα ήταν η γλυκιά και σεβάσμια φυσιογνωμία του Ευάγγελου Σίμου - ισόβιου προέδρου της Κοινότητας - που τραβούσε στο καφενείο του τους διαβατικούς σαν μαγνήτης.
Όταν εκείνος εξέλιπε, ανέλαβε η Ουρανία, χήρα του καπετάν Νίκου του Δενδρινού, καθήκοντα καφετζή και σερβιτόρου.
Και ήταν τόσο πετυχημένη στο ρόλο της και σερβίριζε με τόση χάρη, που κάποτε ο συμπαρακαθήμενος καπετάν Βεκρής δεν μπόρεσε να μην εκφράσει δημόσια τον θαυμασμό του, την ώρα που η Ουρανία, με το δίσκο γεμάτο καφέδες και νεροπότηρα, ερχόταν να σερβίρει τις Σαντακρούτες, που κάθονταν συνήθως σε κύκλο κάτω από την μεγάλη κληματαριά του Νικολιού του μάστρο-Μάρκου, περιμένοντας να πιούν τον μαστορικό καφέ της Ουρανίας. - Ο διάολος να με πάρει, Ουρανία, αν εξανάϊδα στη ζωή μου τέτοιαν όμορφη και άξια σερβιτόρα.
Ο καπετάν Βεκρής ήταν ένας από τους παλαίμαχους καπεταναίους της Αμοργού, δημοφιλέστατος για την ανοιχτή καρδιά και την καλοσύνη του, μα είχε ο ευλογημένος ένα κουσούρι γνωστό σε όλους τους κατοίκους.
Είχε, λέγανε, «κακό μάτι, Παναγιά να σε φυλάει». Κι η Ουρανία, που το ήξερε, ταράχτηκε σαν άκουσε την κουβέντα του και φώναξε αγριεμένα: - Ανάθεμά σε, Γόργονα, πάρε την κουβέντα σου πίσω, γιατί θα μ’ εύρει κανένα κακό.
Δεν πρόφτασε η καημένη να τελειώσει το λόγο της και ο δίσκος ξέφυγε από τα χέρια της, οι καφέδες με τα νερά βρέθηκαν στον αέρα και χύθηκαν επάνω στην κάτασπρη και φρεσκοσιδερωμένη σαντακρούτα του Ζαχαρία Δρόσου. Ο Ζαχαρίας ήταν ένα διακεκριμένος δάσκαλος, που υπηρετούσε στα περίφημα ελληνικά εκπαιδευτήρια της Μανσούρας υπό την διεύθυνση του Γιάγκου Χιωτίνη, και είχε έρθει τότε (έπειτα από πρόσκληση) να παραθερίσει στην Αμοργό.
Δέχτηκε με παραδειγματική ψυχραιμία όλο εκείνο το πρωτότυπο ντους και είπε με ύφος αντάξιο ενός φιλοσόφου: - Μη στενοχωριέσαι, κυρία Ουρανία, για πράγματα που διορθώνονται, αφού δεν πρέπει να στενοχωριόμαστε ούτε για κείνα που δεν διορθώνονται.
Έτσι θα έλεγε και ο Επίκτητος.
Αλλά η Ουρανία το φυσούσε και δεν κρύωνε.
Όρμισε με το θάρρος Αμαζόνας να επιτεθεί του «Γόργονα» μα αυτός δεν βρέθηκε πουθενά.
Μέσα στη σύγχυση και την ταραχή, που ακολούθησε το πάθημα του Ζαχαρία, ο γνωστικός και πολύπειρος θαλασσόλυκος βρήκε τρόπο να γίνει άφαντος.
Κι όλοι τον εδικαίωσαν εκτός από την Ουρανία.
Μετέωρα όμως έμειναν στην ταραγμένη ατμόσφαιρα, και έτσι μένουν ακόμη ως τα σήμερα, τα ερωτήματα: Ήταν το «κακό μάτι» του θαλασσόλυκου ή η αδεξιότητα της σερβιτόρας; Ήταν η Ουρανία που ματιάστηκε ή το θύμα ο Ζαχαρίας ή και οι δυο τους; * Από το βιβλίο του Μιχαήλ Κ. Κωβαίου «Αναμνήσεις από την Παλιά Αμοργό», έκδοση Συνδέσμου Αμοργίνων, 1986 ** Ο Μιχαήλ Κ. Κωβαίος Γεννήθηκε το 1910 στην Αρκεσίνη.
Φοίτησε στο Ελληνικό Σχολείο Αμοργού και στο Γυμνάσιο Σύρου.
Σπούδασε πολιτικός μηχανικό στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και μαθηματικός στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Μηχανικός σε διάφορες θέσεις του δημοσίου τομέα, καθηγητής σε στρατιωτικές σχολές, συγγραφέας. καθηγητής σε στρατιωτικές σχολές, συγγραφέας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους