«… Στις 7 Ιανουαρίου 1979, πρώτη μέρα σχολείου μετά τις γιορτές, επέστρεψα στη Δροσοπούλου και βρήκα να με περιμένει τη Σύλβια. «Πήγε ο μπαμπάς σου στο νοσοκομείο και τον κράτησαν για να του κάνουν...
«… Στις 7 Ιανουαρίου 1979, πρώτη μέρα σχολείου μετά τις γιορτές, επέστρεψα στη Δροσοπούλου και βρήκα να με περιμένει τη Σύλβια. «Πήγε ο μπαμπάς σου στο νοσοκομείο και τον κράτησαν για να του κάνουν εξετάσεις…» μου είπε σε έναν τόνο εντελώς καθησυχαστικό, σαν να συνέβαινε από καιρού εις καιρόν σε όλους τους μπαμπάδες του κόσμου.
Εγώ είχα κάπως παγώσει.
Κοιτούσα το κρεββάτι του, όπου τον έβρισκα κάθε απόγευμα να έχει μόλις ξυπνήσει από τη σιέστα του, να πίνει μαχμουρλής τον καφέ του.
Ήταν τώρα στρωμένο με μια καρώ κουβέρτα.
Από το μπάνιο έλειπε το τρανζίστορ και τα ξυριστικά του.
Η περιστεροφωλιά μας μού φαινόταν σιωπηλή.
Σαν ξένη. «Αν δεν έχεις πολλή μελέτη για αύριο, μπορούμε να του κάνουμε επίσκεψη.
Κοντά είναι, απέναντι από το γήπεδο του Παναθηναϊκού.» Μας υποδέχθηκαν με ύφος ακόμα πιο ανέμελο, το ίδιο που θα είχαν άμα έβαφαν το σπίτι και είχαν προσωρινά μετακομίσει σε κάποιο ξενοδοχείο. Ο Αλέξανδρος ανακαθισμένος στα μαξιλάρια, με καινούργιες μεταξωτές πυζάμες –«πετάχτηκα και του τις πήρα από τον “Στρογγυλό”, στη Σταδίου, σας αρέσουν;» χαμογέλασε η Νίκη. «Βολευτείτε» μας έδειξε δυό άχαρες πολυθρονίτσες - στα μπράτσα τους φθαρμένο φυστικί πλαστικό – τις ίδιες θα είχαν σε υπουργεία και δημόσιες υπηρεσίες, θα τις προμηθευόταν μαζικά το κράτος με διαγωνισμούς.
Έβαλε καφέ στο Συλβάκι από το θερμός που έπαιρνε ο μπαμπάς μου μαζί του στη θάλασσα.
Συζητούσαμε περί ανέμων και υδάτων.
Μετά από κάνα μισάωρο, η Σύλβια έφυγε.
Ο πατέρας μου με ρώτησε για τον μαθηματικό που τόσο με ταλαιπωρούσε. «Όταν βγω από εδώ, θα κλείσω ραντεβού εγώ μαζί του, να τα ξεκαθαρίσουμε» μου υποσχέθηκε. «Πριν από λίγο» στράφηκε στη Νίκη «στο μπάνιο, έκανα μια μικρή αιμόπτυση.
Κλασικό σύμπτωμα φυματίωσης!» Το μάτι μου έπεσε στο κομοδίνο.
Σε μια λευκή κόλλα χαρτί, είχε γράψει δυόμισι γραμμές, θα συνέχιζε προφανώς όταν θα έμενε μόνος του.
Ήταν η διαθήκη του.
Ξεκινούσε εντελώς προφορικά, σαν να’παιρνε τον λόγο στη μέση μιας συζήτησης.
Με τη λέξη «λοιπόν». «Λοιπόν εγώ, ο Αλέξανδρος Χωμενίδης, του Χρήστου και της Λώρας, που γεννήθηκα στην Αθήνα, το 1931…» Καθίσαμε στον Άγιο Σάββα μέχρι τις επτάμισι.
Εγώ ήθελα να μείνω κι άλλο. «Πήγαινε τώρα, έχεις μαθήματα! Θα έρχεσαι να με βλέπεις όποτε γουστάρεις…» Στο ταξί ρώτησα τη μαμά μου ευθέως.
Για μια στιγμή -νομίζω- δίστασε.
Η ίδια φρονούσε ότι κι εγώ, κι ας ήμουν δωδεκάμισυ χρονών, είχα δικαίωμα να ξέρω.
Αποφάσισε όμως να πειθαρχήσει στη γραμμή. «Αυτό ψάχνουμε! Τι ακριβώς έχει ο μπαμπάς.
Άμα το είχαμε βρει, δεν θα’μασταν στο νοσοκομείο!» Την κοίταξα κάπως δύσπιστα. Μα αμέσως έπειτα η σκέψη μου πέταξε σε άλλα…»
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους