Χθες στο Θησείο το τηλεοπτικό κοινό δεν παρακολούθησε την ίδρυση ενός κόμματος αλλά μια τελετουργία μεταπολιτικής αυτοαγιοποίησης μπροστά στο πιο βαρύ σκηνικό της ελληνικής ιστορικής συνείδησης: την...
Χθες στο Θησείο το τηλεοπτικό κοινό δεν παρακολούθησε την ίδρυση ενός κόμματος αλλά μια τελετουργία μεταπολιτικής αυτοαγιοποίησης μπροστά στο πιο βαρύ σκηνικό της ελληνικής ιστορικής συνείδησης: την Ακρόπολη.
Βέβαια πίσω από τον μεσήλικα πια Αλέξη Τσίπρα δεν υψωνόταν απλώς ένας αρχαιολογικός όγκος φωτισμένος για τηλεοπτική χρήση.
Υψωνόταν το σύμβολο μιας δημοκρατίας που ποτέ δεν υπήρξε αθώα, ποτέ δεν υπήρξε καθολική, ποτέ δεν υπήρξε αυτό το εξιδανικευμένο ηθικό αφήγημα που εμπορεύεται διαρκώς η μεταπολιτευτική Ελλάδα.
Η αθηναϊκή δημοκρατία οικοδομήθηκε πάνω σε αποκλεισμούς, σε αυτοκρατορική βία, σε δούλους, σε εξορίες, σε πολιτικές εκκαθαρίσεις, σε μια αδιάκοπη σύγκρουση ανάμεσα στη ρητορική της ελευθερίας και στη λαγνεία της ισχύος.
Και τελικά κατέρρευσε ακριβώς επειδή άρχισε να ερωτεύεται τη σκηνοθεσία του εαυτού της περισσότερο από την ίδια την αλήθεια της πόλης.
Μπροστά λοιπόν σε αυτή την Ακρόπολη της παρακμής μιας δημοκρατίας που μετατράπηκε σε θέαμα, εμφανίστηκε χθες ένας πρώην πρωθυπουργός επιχειρώντας όχι να αρθρώσει πρόγραμμα εξουσίας αλλά να επανεφεύρει τη βιογραφία του μέσω πολιτικής αισθητικής υψηλής επιμέλειας.
Κυκλικές εξέδρες, παιδί-αγγελιοφόρος, φωτισμοί σχεδιασμένοι σαν λειτουργικό περιβάλλον μετανοίας και επανόδου, δραματικές παύσεις, τηλεοπτική συγκίνηση, μια σκηνοθεσία που έμοιαζε να έχει μελετήσει εξίσου καλά TEDx, Apple keynote και μεταμοντέρνα πολιτική θεολογία.
Ο νέος Τσίπρας δεν εμφανίστηκε ως ηγέτης κοινωνικής σύγκρουσης αλλά ως curator της προσωπικής του μεταμόρφωσης.
Σαν να ζητούσε από την κοινωνία όχι ψήφο αλλά αισθητική συγχώρεση.
Και τότε αποκαλύφθηκε το όνομα: ΕΛΑΣ.
Μια ιστορική λέξη φορτισμένη με την γερμανική κατοχή, αίμα, εκτελέσεις, εμφύλιο τραύμα και ανυπόφορη ιστορική πυκνότητα, μετατράπηκε χθες σε εργαλείο πολιτικού rebranding.
Εκεί αποκαλύφθηκε όλη η χυδαιότητα της ύστερης μεταπολιτευτικής πολιτικής κουλτούρας: η Ιστορία δεν βιώνεται πλέον ως τραύμα, ευθύνη ή συλλογική αυτογνωσία αλλά ως αποθήκη διαθέσιμων συμβόλων για επικοινωνιακή κατανάλωση. Η Εθνική Αντίσταση χρησιμοποιήθηκε ως αισθητικό plugin επανεκκίνησης ενός πολιτικού προϊόντος που έχει ήδη φθαρεί ιστορικά αλλά αρνείται να αποσυρθεί.
Το πιο δηλητηριώδες στοιχείο όμως είναι βαθύτερο. Ο Τσίπρας δεν επιχειρεί απλώς να επιστρέψει.
Επιχειρεί να επανιδιοποιηθεί το ιστορικό σώμα της Αριστεράς αφού πρώτα το αποσύνδεσε από κάθε πραγματική ένταση.
Κυβέρνησε ως διαχειριστής της ήττας της.
Σιώπησε μπροστά στη μητσοτακική παντοκρατορία.
Εγκατέλειψε πολιτικά το ίδιο του το κόμμα μέσα σε ένα τοπίο εσωτερικής αποσύνθεσης.
Παρακολούθησε την κοινωνική του βάση να βυθίζεται στην κόπωση και τώρα επανέρχεται σαν μετανοημένος τεχνοκράτης της συγκίνησης, απαιτώντας από εκείνους που εγκατέλειψε να τον ξαναδούν ως ιστορική αναγκαιότητα.
Πρόκειται σχεδόν για εκκλησιαστική απαίτηση λύτρωσης χωρίς εξομολόγηση.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική πολιτική φρίκη της χθεσινής εικόνας: ότι ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας μοιάζει πλέον έτοιμο να αποδεχθεί αυτή τη διαδικασία όχι επειδή πείθεται πολιτικά αλλά επειδή έχει εξαντληθεί ανθρωπολογικά.
Ο ύστερος μεταπολιτευτικός άνθρωπος δεν ζητά πλέον πρόγραμμα, σύγκρουση ή κοινωνικό μετασχηματισμό.
Ζητά ένα αφήγημα μέσα στο οποίο να μπορεί να κατοικήσει την ήττα του χωρίς να τρελαθεί.
Γι’ αυτό και η πολιτική μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε βιομηχανία ψυχικής αναισθησίας.
Οι ηγέτες δεν υπόσχονται αλλαγή του κόσμου.
Όμως προσφέρουν επιμελημένες μορφές συναισθηματικής καταστολής.
Έτσι η Ακρόπολη πίσω από τον Τσίπρα δεν λειτούργησε χθες ως σύμβολο δημοκρατίας αλλά ως μνημείο μιας πολιτικής μορφής που πεθαίνει ακριβώς τη στιγμή που αυτοθαυμάζεται.
Όπως η ύστερη Αθήνα παρήγαγε αδιάκοπα λόγο περί ελευθερίας ενώ είχε ήδη χάσει την ηθική και πολιτική της συνοχή, έτσι και η σημερινή μεταπολιτευτική Ελλάδα παράγει ασταμάτητα εικόνες δημοκρατικής αναγέννησης τη στιγμή ακριβώς που έχει μετατρέψει την πολιτική σε τηλεοπτική λειτουργία διαχείρισης παραίτησης. Η Ελλάδα δεν ζει πλέον την επιστροφή της Αριστεράς ούτε καν την επιστροφή του Τσίπρα.
Ζει την οριστική μετάβαση από την πολιτική στην αναπαράσταση της πολιτικής.
Από την Ιστορία στο σκηνικό της Ιστορίας.
Και οι κοινωνίες που αρχίζουν να χειροκροτούν το σκηνικό περισσότερο από την πραγματικότητα, συνήθως βρίσκονται ήδη πολύ κοντά στην παρακμή χωρίς να το έχουν ακόμη καταλάβει. ΥΓ. Και μια τελευταία λεπτομέρεια, ίσως όχι τόσο αθώα όσο φαίνεται. Το ΕΛΑΣ με το ένα λάμδα ακούγεται διαρκώς σαν «Ελλάς»κομμένο, λειψό, μισοειπωμένο.
Σαν μια λέξη που δεν ολοκληρώνεται ποτέ.
Κάπως όπως ο Γιάνης Βαρουφάκης αφαίρεσε κάποτε το δεύτερο «ν» για να κατασκευάσει μια διεθνή περσόνα πολιτικής ιδιορρυθμίας, έτσι κι εδώ το ένα χαμένο «λ» μοιάζει σχεδόν συμβολικό.
Ελπίζω τουλάχιστον να μην πρόκειται για προφητική οικονομία γράμματος.
Να μη σημαίνει δηλαδή μια Ελλάδα μικρότερη, συρρικνωμένη, ψυχολογικά και γεωπολιτικά ακρωτηριασμένη, μια χώρα που συνηθίζει σιγά σιγά στην ιδέα της απώλειας(εδαφικής, ιστορικής, πολιτισμικής, δημογραφικής) ενώ η πολιτική της τάξη παίζει με λογότυπα, σκηνοθεσίες και αισθητικές ανακυκλώσεις παρακμής κάτω από φωτισμένες Ακροπόλεις. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΡΗΤΩΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΩΣ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ, ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ, ΔΙΑΜΟΙΡΑΣΜΟΣ Ή ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ, ΕΝ ΟΛΩ Ή ΕΝ ΜΕΡΕΙ, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΡΗΤΗ ΚΑΙ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους