[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΟΙ ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΑΔΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Ο Ασημάκης ο γυρολόγος, ήταν γνωστός στα γύρω χωριά σαν το κυριακάτικο χτύπημα της καμπάνας. Μικρόσωμος, ευκίνητος, με το μυτερό του μουστακάκι και την τραγιάσκα στραβά...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΟΙ ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΑΔΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Ο Ασημάκης ο γυρολόγος, ήταν γνωστός στα γύρω χωριά σαν το κυριακάτικο χτύπημα της καμπάνας.

Μικρόσωμος, ευκίνητος, με το μυτερό του μουστακάκι και την τραγιάσκα στραβά φορεμένη, γύριζε με τον γάιδαρό του φορτωμένο μέχρι τα αυτιά με κουτιά, σακούλια και δεμάτια με υφάσματα και είδη ραπτικής.

Έκανε την εμφάνισή του πρωί-πρωί στο χωριό και με μια μόνιμη έκφραση καλωσύνης στο πρόσωπό του, άρχιζε: — Εδώ οι καλές κλωστές! Νήματα, κουβαρίστρες, βελονάκια! Καρφίτσες και παραμάνες! Να ράψετε προικιά, να φτιάξετε τα στρωσίδια σας! φώναζε, καθώς τραβούσε το ζωντανό από το καπίστρι, διαλαλώντας την πραμάτεια του.

Οι νοικοκυρές τον περίμεναν κάθε φορά με λαχτάρα.

Άλλες για να αγοράσουν κάτι που τους έλειπε, άλλες γιατί τους άρεσε η φλυαρία του.

Έπιανε κουβέντα με όλες και δεν έλεγε ποτέ όχι σε ένα κέρασμα, κι ας του έτρωγε ώρες από τον δρόμο του. Ο Ασημάκης είχε μάθει τη δουλειά από μικρός.

Ο γάιδαρός του, ο Στρατής, ήξερε τους δρόμους ανάμεσα στα χωριά απ’ έξω και ανακατωτά.

Όπου έφταναν, τα παιδιά έτρεχαν ξωπίσω τους: — Ήρθε ο Ασημάκης! Οι γυναίκες του χωριού πετάγονταν από τις αυλές στον δρόμο και σιγά σιγά μαζεύονταν ολόγυρά του.

Μία - μία πλησίαζαν κουβεντιάζοντας μεταξύ τους και ρίχνοντας ματιές στα εμπορεύματά του.

Άγγιζαν τα υφάσματα, παζάρευαν. Ο Ασημάκης τις ήξερε καλά, όπως κι αυτές ήξεραν εκείνον.

Ήταν ο άνθρωπος που έφερνε στα χέρια τους μικρές πολυτέλειες, που έκαναν την καθημερινότητά τους λίγο πιο όμορφη.

Άνοιγαν, λοιπόν, το πουγκί και αγόραζαν τα χρειαζούμενα: είδη προικός για τις τσούπρες τους, κλωστές για τα κεντήματα, κουμπιά για το παντελόνι του άντρα, κορδέλες, ανεμίτσες, κουβαρίστρες… Με τον Στρατή κρυμμένο κάτω από ποδιές, πετσετάκια και τραπεζομάντηλα, ο Ασημάκης περνούσε και από τη Λοκάντα.

Μια μέρα στάθηκε μπροστά στην είσοδο και άρχισε να φωνάζει με τη χαρακτηριστική, τραγουδιστή φωνή του. – Ελάτε κοντά, κυράδες και δεσποινίδες! Έχω τα πάντα για το σπιτικό σας, έχω αριστουργήματα! Ό,τι τραβάει η ψυχή σας! Η Πηνιώ πετάχτηκε έξω. – Ασημάκη, έχεις τίποτα λευκές νταντέλες; Η κυρά Ρωξάντρα θέλει να στολίσει τις κουρτίνες της κουζίνας. Ο Ασημάκης ανασκάλεψε έναν από τους μπόγους του και τράβηξε έξω μια χούφτα δαντέλες σε διάφορα χρώματα. – Έχω ό,τι θέλει η καρδούλα σου, αλλά για τις κουρτίνες της κυράς σου καλύτερα να πάρεις αυτές τις λευκές.

Θα γένουνε κόσμημα στην κουζίνα! Η Πηνιώ τις πήρε ενθουσιασμένη και έτρεξε μέσα να τις δείξει. Ο Ασημάκης χαμογέλασε και ετοιμάστηκε να συνεχίσει το παζάρι του, όταν άκουσε ένα βουητό να πλησιάζει από τον δρόμο.

Ήταν η στιγμή που έσκασε σαν βόμβα στο χωριό η Λασκαρίνα. Ο Ασημάκης αναρρίγησε.

Από το βάθος του δρόμου, σκαρφαλώνοντας την ανηφόρα με τον χαρακτηριστικό του θόρυβο, εμφανίστηκε “το όχημα της γυναικός”. Δεν ήταν καμιά συνηθισμένη πραματεύτρα.

Ήταν μια νταρντάνα δυο κεφάλια ψηλότερη απ’ τον Ασημάκη, με μπράτσα που θύμιζαν φορτωτή και μια φωνή στεντόρεια.

Και το κυριότερο, είχε αυτοκίνητο! Ένα ανθεκτικό φορτηγάκι Ford, βαμμένο σε ζωηρό κόκκινο, φορτωμένο πραμάτεια και στολισμένο σαν λατέρνα με κορδέλες, φούντες και χάντρες.

Γυάλιζαν οι λαμαρίνες του από μακρυά και ήδη είχαν τρέξει όλοι στον περίβολο της εκκλησιάς - που λειτουργούσε σαν παρατηρητήριο του κάμπου - και το 'βλεπαν να σκαρφαλώνει αργά τις ανηφόρες σαν να ’ταν καρναβάλι, με πολύχρωμα υφάσματα κι ένα μεγάλο καμπανάκι που κουδούνιζε στις στροφές.

Με το που έκανε την είσοδό της στο χωριό, η Λασκαρίνα άρχισε να κορνάρει, με τα κοκόρια να φτεροκοπούν πανικόβλητα αριστερά-δεξιά του δρόμου και παιδιά να τρέχουν ξωπίσω της φωνάζοντας από ενθουσιασμό.

Η εύσωμη σωφερίνα με τις φαρδιές πλάτες, καθόταν αγέρωχη στο τιμόνι σαν στρατηγός, με το μαντήλι της δεμένο σφιχτά στο κεφάλι και τα μανίκια σηκωμένα. — Παναγία μου, τι φασαρία κάνει η διαβολομηχανή! έκαναν οι νοικοκυρές ξεπροβάλλοντας στα κατώφλια τους. — Εδώ τα καλά υφάσματα! Τα προικιά της αρχόντισσας! Μοναδικά πράματα σε μοναδικές τιμές! διαλαλούσε η Λασκαρίνα, και η φωνή της αντιλαλούσε στα καλντερίμια.

Έκοψε ταχύτητα και χτύπησε την κόρνα – ένα ηχηρό σινιάλο εξουσίας – όταν περνούσε ξυστά δίπλα απ’ τον Ασημάκη.

Εκείνος μαρμάρωσε.

Την είχε ακουστά. – Ώχου, τι με βρήκε το δόλιο... Αυτός ο θηλυκός διάολος ήρθε μέχρι 'δω πάνου για να μου φάει το μεροκάματο! Όταν έφτασε πια στην πλατεία, έκοψε ταχύτητα και σταμάτησε εκεί που παρκάρουν οι άμαξες.

Με σταθερό βλέμμα και σίγουρη κίνηση, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και σήκωσε το χέρι της σε κάλεσμα. — Εδώ τα καλά προικιά! Σεντόνια, μαξιλάρια, κουβέρτες! Να στολιστεί η νύφη, να χαρεί η πεθερά! Στη συνέχεια άνοιξε το πίσω μέρος του φορτηγού και ξεδίπλωσε την πραμάτειά της – σεντόνια, πετσέτες, πολύχρωμες κορδέλες, κεντήματα, ακόμα και έτοιμες φορεσιές.

Τα παιδιά μαζεύτηκαν γύρω από το αυτοκίνητο και το άγγιζαν διστακτικά θαυμάζοντάς το. Για εκείνα η Λασκαρίνα δεν ήταν μόνο εμπόρισσα, ήταν ένας ζωντανός μύθος που είχαν ακουστά ότι γύριζε στα χωριά. Ο Ασημάκης φτάνοντας στην άκρη της πλατείας με το γαϊδουράκι του, κοντοστάθηκε σκαλώνοντας το βλέμμα του πάνω στη νεοφερμένη.

Την κοιτούσε αποσβολωμένος, με καχυποψία, αλλά και με δέος.

Ένιωθε πως μόλις είχε βρει τον ανταγωνιστή του. – Έφτασε η πραμάτεια, καλές μου γυναίκες! Σεντόνια, μαξιλάρια, υφάσματα μοδέρνα, μπααμπακερά, από τα καλύτερα! Και όλα κατευθείαν από Σπάρτη κι Αθήνα! Και καλαματιανά μαντήλια έχω! συνέχιζε εκείνη χωρίς να σταματάει το στόμα της να διαλαλεί.

Οι γυναίκες του χωριού παρατούσαν τις δουλειές τους και έτρεχαν προς το φορτηγάκι της Λασκαρίνας. — Πάει η δουλειά μας… μουρμούρισε ο Ασημάκης στον Στρατή, χαιδεύοντάς του τον λαιμό.. Ο γάιδαρός του ανασήκωσε τ’ αυτιά, ενώ το αφεντικό του είχε σταυρώσει τα χέρια του απογοητευμένος. – Έτσι γίνεται πάντα με την πρόδο.

Εγώ με το γαδουράκι μου, εκείνη με το θεριό της, να μου αρπάζει την πελατεία… Οι χωριανοί το διασκέδαζαν με τη σκηνή: — Ασημάκη! του φώναζαν πειραχτικά.

Σου 'ρθε η τύχη με τέσσερις ρόδες! Ο Ασημάκης όμως, καλοκάγαθος καθώς ήταν, μόνο χαμογελούσε και κουνούσε το κεφάλι. – Δεν πάμε καλά… έλεγε με παράπονο.

Σε λίγο τα αυτοκίνητα θα μας πετάξουνε όξω απ’ τη δουλειά...; Η μανιάτισσα, δύστροπη και παραδοσιακή, όταν είδε την πραματευτού να οδηγεί αυτοκίνητο, την πλησίασε και της είπε: -Ετούτα είναι του Σατανά πράματα! Η γυναίκα στο σπίτι, όχι πίσω από τιμόνια! Η Λασκαρίνα δεν κρατήθηκε: -Έλα να σε πάω μια βόλτα, να δεις πώς είναι τα πράματα του σατανά! Η άλλη έφυγε και δεν ξαναεμφανίστηκε μπροστά της.

Οι άντρες κοιτούσαν με θαυμασμό τη Λασκαρίνα, ενώ άλλοι με μισό μάτι και δυσπιστία. "ΑΠΌ ΤΟΝ ΚΌΣΜΟ ΤΗΣ ΛΟΚΆΝΤΑΣ" (Τέλος Α' μέρους)

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences