Φιλοσοφική παρέμβαση: Περί δικαίου (διαϊόν). «Δικαιοσύνη» δέ, ὃτι μέν ἐπί τῇ τοῦ δικαίου συνέσει τοῦτο κεῖται τό ὂνομα, «ῥᾴδιον συμβαλεῖν· αὐτό δε το «δίκαιον» χαλεπόν. Και γάρ δή και ἒοικε μέχρι μέν...
Φιλοσοφική παρέμβαση: Περί δικαίου (διαϊόν). «Δικαιοσύνη» δέ, ὃτι μέν ἐπί τῇ τοῦ δικαίου συνέσει τοῦτο κεῖται τό ὂνομα, «ῥᾴδιον συμβαλεῖν· αὐτό δε το «δίκαιον» χαλεπόν.
Και γάρ δή και ἒοικε μέχρι μέν τοῦ ὁμολογείσθαι παρά πολλῶν ἒπειτα δέ αμφισβητεῖσθαι.
Ὃσοι γάρ ἡγοῦνται τό πᾶν εἶναι ἐν πορείᾳ τό μέν πολύ αὐτοῦ ὑπολαμβάνουσιν τοιοῦτον τι εἶναι οὐδέν ἂλλο ἢ χωρεῖν, διά δέ τούτου παντός εἶναι τι δεξιόν, δι’ οὖ πάντα τα γιγνόμενα γίγνεσθαι· εἶναι δε τάχιστον τοῦτο και λεπτότατον.
Οὐ γάρ ἂν δύνασθαι ἂλλως δια τοῦ ὂντος ἰέναι παντός, εἰ μη λεπτότατόν τε ἦν ὣστε αὐτό μηδέν στέγειν, και τάχιστον ὣστε χρῆσθαι ὣσπερ ἑστῶσι τοῖς ἂλλοις.
Ἐπεί δ’ οὗν ἐπιτροπεύει τά ἂλλα πάντα διαϊόν, τοῦτο το ὂνομα ἐκλήθη ὀρθῶς «δίκαιον», εὐστομίας ἓνεκα την τοῦ κάππα δύναμιν προσλαβόν. (Κρατύλος 412d 412e) Όσον αφορά δε το όνομα «δικαιοσύνη», είναι εύκολο να εννοήσωμεν ότι αυτό εδόθη εις την κατανόηση του δικαίου (δικαίου συνέσει). Σ’ αυτό όμως το ίδιο το δίκαιον είναι δύσκολο να εννοήσωμε πως εδόθη το όνομα αυτό.
Και μέχρις ενός σημείου βέβαια φαίνεται ότι οι περισσότεροι συμφωνούν, έπειτα όμως διαφωνούν.
Δηλαδή όσοι μεν παραδέχονται ότι το σύμπαν ευρίσκεται σε διαρκή πορεία, νομίζουν ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτού του σύμπαντος είναι τέτοιο και τίποτε άλλο από του να προχωρεί, διέρχεται πέρα ως πέρα κάτι εξ αιτίας του οποίου γίνονται όσα γίνονται, είναι δε αυτό ταχύτατο και λεπτότατο.
Διότι διαφορετικά δεν θα ήτο δυνατόν να διέρχεται δια μέσου όλου του όντος, εάν δεν ήτο και λεπτότατον, ώστε συγκριτικά μ’ αυτό τα άλλα να φαίνωνται ότι είναι ακίνητα.
Επειδή λοιπόν διευθετεί όλα τα’ άλλα διερχόμενο δια μέσου αυτών (διαϊόν) μ’ αυτό το όνομα ορθά ονομάσθηκε «δίκαιον», αφού χάριν ευφωνίας προσέλαβε τη δύναμη του Κ. Η θεία άλη, θεία περιπλάνηση, ροή, κίνηση, αυτή η θεία κίνηση που γίνεται αντιληπτή διαμέσου της συνειδήσεως, «επικαλείται» την αυτογνωσία του ανθρώπου ώστε ο ίδιος να αποκτήσει την συνειδητότητα της σχέσης μαζί της.
Η ανάγκη του απόλυτου διακατέχει την ένθεη υπόσταση της ψυχής, η ανάμνηση της οποίας συνεργεί στην αφύπνιση της συνειδήσεως.
Η σχετικότητα μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι ένας δρόμος που οδηγεί στο απόλυτο, για το λόγο ότι ο άνθρωπος για να αποκτήσει τη γνώση του απόλυτου θα πρέπει να υποστεί τη σχετικότητα, δηλαδή την άγνοια, το κακό, την αδιαφορία, τη μοναξιά…κλπ.
Η ανάμνηση της θείας υποστάσεως διατηρεί την ανάγκη του απόλυτου και σ’ αυτήν συνεργεί η συνείδηση, η οποία κατατείνει στην Ενότητα.
Ο άνθρωπος ως βιολογικό ον υπόκειται στη σχετικότητα, κυοφορεί όμως ένα θείο στοιχείο που τον συνδέει με το απόλυτο.
Ο δρόμος προς το απόλυτο αρχίζει να γίνεται αντιληπτός στον αγωνιστή της εσωτερικής πάλης από τη στιγμή που αποκαταστήσει την επαφή του με τη αλήθεια.
Και είναι η συνείδηση ο κριτής μέσα στον κάθε άνθρωπο και είναι αυτή, πάλι, που τον κάνει να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα, άρα ο δρόμος προς το απόλυτο ξεκινάει έσωθεν από τη συνείδηση του ανθρώπου.
Αυτό το εσωτερικό φως έλκει το φως του από ένα άλλο θείο φως και συνεπώς ο άνθρωπος, εξαιτίας του θείου σπινθήρα που φέρει εντός του, δεν είναι χαμένος σ’ αυτόν τον κόσμο και αποκομμένος από το όλον.
Η βιολογική υπόστασή του είναι μέρος της σχετικότητας και μπορεί να εκληφθεί ως ένα μέσον για να συντελεσθεί η υπέρβαση, γεγονός που είναι εφικτό, εφόσον η συνείδηση δεν έχει υποστεί τη λήθη.
Η αλήθεια και το δίκαιον ίστανται πάνω από τη σχετικότητα.
Ως θείες ιδιότητες έχουν σχέση με το απόλυτο, συνεπώς και για την προσέγγισή τους απαιτείται από μέρους του ανθρώπου η υπέρβαση.
Εάν, διατηρεί την ανάμνηση της θείας του υποστάσεως, διακατέχεται από το νόστο κι ως νοσταλγός δεν δελεάζεται από τα θέλγητρα του εφήμερου κόσμου.
Επιθυμεί να διέλθει τη σχετικότητα κατατείνοντας στο απόλυτο, γι’ αυτό και ο μόνος τρόπος διάσωσης της υπάρξεως είναι οι υπερβάσεις.
Η γνώση του Εαυτού τον κάνει να αποδέχεται την ύπαρξή του και να διεκδικεί έναν τρόπο να την αναγάγει από τη στενή ατομικότητα στη συνείδηση του συνυπάρχειν, αυτό προωθεί και τη δημιουργική του έκφραση.
Η δυνατότητα του ανθρώπου να αντιλαμβάνεται, ανά πάσα, στιγμή το δίκαιον προϋποθέτει την εσωτερική του ελευθερία και είναι σχετική με την προσωπική του απεξάρτηση από τις ανάγκες.
Καθώς, το δίκαιον ίσταται πάνω από υποκειμενικές απόψεις και αδυναμίες, δεν είναι δυνατόν να το γνωρίσει, παρά μόνον, εάν εξαρθεί από την υποκειμενικότητά του.. Το δίκαιον γίνεται αντιληπτό δια μέσω της συνειδήσεως και η πραγμάτωσή του, μέσω των υπερβάσεων.
Κι όχι μόνον η προσέγγιση, αλλά και η διάκριση ανάμεσα στο άδικο και στο δίκαιο, γίνεται δια μέσω της συνειδήσεως.
Το δίκαιον είναι η εν κρυπτώ θεία ιδιότητα του σύμπαντος και δεν γίνεται αντιληπτή στον άνθρωπο παρά μόνον, αν και εφόσον, εξαρθεί στην διευρυμένη συνειδητότητα του όλου.
Η γνώση του Εαυτού αφορά και τη γνώση του άλλου.
Το πρόβλημα του άλλου, όταν έρχεται στην επίγνωση της ψυχής, παύει, πλέον, να είναι αλλότριο, γίνεται υπόθεση προσωπική.
Διαμέσου της ευαισθησίας της, η ψυχή συμμετέχει και εργάζεται.. Ο Λόγος του Θεού επιχειρεί να δώσει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να αφουγκραστεί την εσώτατη επιθυμία που είναι έκφραση της ψυχής, η οποία βρίσκεται σε σύμφωνη σχέση με τη συνείδηση! Το δίκαιον συνιστά μια έκφραση της συνειδήσεως καθώς αυτή συντάσσεται με το Εν Από τη συνείδηση αποκτά ο άνθρωπος την επίγνωση της σχέσεως με το Εν, μεσολαβεί η ψυχή ως χώρος ευαισθησίας.
Η ψυχή δονείται και πάλλεται από τη λεπτομέρεια, η οποία συνιστά ιδιότητα της πολυσχιδούς πραγματικότητας.
Δια μέσω της ευαισθησίας της ψυχής του, ο άνθρωπος κατανοεί και εννοεί την ετερότητα και αντιλαμβάνεται την αρμονία, η οποία συνίσταται από τη σχέση των αντιθέτων.
Το δίκαιον υπερβαίνει τη χωριστικότητα που προέρχεται από την αντίληψη του ατομικού εγώ, γι’ αυτό κι έρχεται σ’ αντίθεση με το πνεύμα της ιδιοκτησίας.
Εάν, δεν εισέλθει ο άνθρωπος στη γνώση του εαυτού, η οποία ανοίγει προοπτικές που οδηγούν στον άλλον και στο όλον, η αδικία θα επαναλαμβάνεται και ο ίδιος υποκινούμενος από ιδιοτελή συμφέροντα θα την υποθάλπει εσαεί.. Την δυνατότητα που έχει ο ίδιος ο άνθρωπος να επηρεάζει και να επηρεάζεται και να λειτουργεί εν σχέση με τη θεία οικονομία την αγνοεί, με συνέπεια να μένει απενεργοποιημένη.
Οι συνθήκες που επικράτησαν και δημιούργησαν τον ανάλογο πολιτισμό, εξήραν τις ανάγκες του ανθρώπου που αφορούν το βιολογικό και βιοτικό πεδίο, έτσι, ο ίδιος παράμεινε μέσα στην ατομικότητά του, αγνοώντας τις λεπτές ισορροπίες που αφορούν τη σχέση με την αλήθεια και το δίκαιον.
Υπό το κράτος αυτών των συνθηκών δημιουργήθηκε ένας τρόπος ζωής που ισχυροποίησε την κτητικότητα.
Η ιδιοκτησία είναι σχετική με το ένστικτο της επιβιώσεως.
Εμποδίζει τη διέλευση του δικαίου, αναχαιτίζει και καθυστερεί την πορεία της αυτογνωσίας.
Εμποδίζει την κίνηση- συνκίνηση, αποσπά τον άνθρωπο από την δυνατότητα να προσεγγίσει τη θεία οικονομία και να συντονιστεί μαζί της.
Το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως συνδέεται με την ιδιοκτησία, η οποία προσδίδει κάποια ψευδαίσθηση ασφάλειας.
Υποσυνείδητα, ο άνθρωπος επιζητά μια βεβαιότητα που αντιτάσσεται στη φθορά.
Γενικά, κάθε μορφή εξάρτησης με το σώμα επεκτείνεται και καλλιεργείται με την κατοχή πραγμάτων, προσώπων, πλούτου, ιδιοκτησίας.
Η ιδιοκτησία ως υποκατάστατο των πραγματικών αναγκών, δημιουργεί δεσμά που παγιδεύουν τη ψυχή και δεν της επιτρέπουν να συγκινηθεί.
Η συγκίνηση υποδηλώνει τη δυνατότητα κινήσεως, η οποία προκαλείται από κάτι που ωθεί σε κίνηση και που, υποθέτουμε, ότι, επίσης, θα πρέπει να κινείται το ίδιο, κι είναι αυτό που την συγκινεί, την ωθεί σε κίνηση ταυτόχρονη μαζί του.
Τι είναι αυτό το άλλο που την κινεί, αφορά ένα ενδιαφέρον ερώτημα.
Η ψυχή, υποθέτουμε, ότι θα πρέπει να κινείται από κάτι συγγενικό προς αυτήν κι όχι από κάτι ξένο κι αδιάφορο.
Η συγκίνηση υποδηλώνει εκ προοιμίου την ύπαρξη σχέσεως, που χαρακτηρίζει την ίδια τη ζωή, που διαρκώς ρέει. Το Πνεύμα και οι καρποί του Πνεύματος λειτουργούν για την αφύπνιση της μνήμης, προκαλούν την συγκίνηση, η οποία γίνεται αφετηρία προς το πνεύμα της Ενότητας.
Η συγκίνηση δηλώνει, ήδη, μια προϋπάρχουσα σχέση και είναι αποτέλεσμα αφύπνισης της μνήμης.
Εμπόδιο στην κίνηση αυτή αποτελεί η ιδιοκτησία.
Η ψυχή, που κατέχεται από ό,τι κατέχει, δεν μπορεί να κινηθεί προς τον άλλον και το όλον.
Το πόσο η ιδιοκτησία συνιστά δέσμευση γίνεται σαφές: «ἀμήν λέγω ὑμῖν ὃτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. πάλιν δε λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διά τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιος εἰς την βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.» (κατ. Ματθ.19,23-24) Η ψυχή εκφράζεται ανάλογα, μέσα από αγαθά έργα, όταν την κινεί ο έρωτας προς το Αγαθόν, έργα που υπηρετούν τη συνείδηση που ο ίδιος ο έρωτας προς το Αγαθόν, έχει ξυπνήσει εντός της.
Ο έρωτας είναι κίνηση ενωτική που εκφράζεται διαμέσου της ψυχής ως μια ακατανίκητη ανάγκη προς την Ενότητα, τότε συμπαρίσταται η συνείδηση.
Η ανταμοιβή του ανθρώπου που πράττει το δίκαιο είναι η χαρά και η γαλήνη.
Κανείς δεν μπορεί να χαίρεται αυτά που έχει όταν δεν τα δικαιούται.
Το δίκαιον και η αλήθεια, όπως, σαφώς, εκφράζονται μέσα από τις λέξεις που αναφέρονται στους διαλόγους του Πλάτωνα στον Κρατύλο «θεία άλη» και «δίαϊόν» είναι ιδιότητες λεπτότατες που κινούν την ίδια την ζωή υπό το πνεύμα της αγάπης του Θεού.
Οι συμβατικές σχέσεις, όχι μόνον υπόκεινται στη γραμμική αντίληψη του χρόνου και έχουν σχέση με το ένστικτο της επιβιώσεως, αλλά καλλιεργούν και το αίσθημα της κτητικότητας προς τα οικεία πρόσωπα.
Το δίκαιον και αλήθεια προϋποθέτουν την υπέρβαση από τα όρια των συμβατικών συνθηκών και σχέσεων («ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστί μου ἄξιος· και ὁ φιλῶν ὑιόν ἤ θυγατέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστί μου ἄξιος» κατ.
Ματθ. 10,37). Το δίκαιον και η αλήθεια δεν έχουν σχέση με τη γραμμική αντίληψη του χρόνου αλλά με το παρόν που είναι σχετικό με την αιωνιότητα.
Η σχέση στην οποία συγκατατίθεται η ψυχή και η συνείδηση είναι σχέση ελευθερίας που κινεί σε μια αέναη πορεία και προς το δίκαιον και προς την αλήθεια, δεν έχει σχέση με την ιδιοκτησία, αλλά με τη ζωή που συνάπτεται στο αιώνιο παρόν.
Η νόηση, η οποία κινείται αέναα, ανανεώνει και ζωοποιεί την ύπαρξη.
Ο έρωτας φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με την ανάγκη του απόλυτου, ενώ παράλληλα βιώνει το παρόν με την μετοχή της ψυχής.
Η συνείδηση εφόσον κατακτηθεί στον ανώτερο βαθμό τότε δεν αφορά τη σχέση του με τον έναν, αλλά με την αλήθεια τον άλλον και το όλον αυτή είναι η πληρότητα την οποία δίνει ο θείος έρωτας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους