Άκουσα πρόσφατα, στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής μιας νέας ποιήτριας, να επαναλαμβάνεται συχνά και με πεποίθηση η φράση: «η ποίηση στην εποχή μας είναι πράξη επαναστατική». Είχε κάτι το...
Άκουσα πρόσφατα, στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής μιας νέας ποιήτριας, να επαναλαμβάνεται συχνά και με πεποίθηση η φράση: «η ποίηση στην εποχή μας είναι πράξη επαναστατική». Είχε κάτι το κακόηχο αυτή η δήλωση, προερχόμενη από το στόμα δυο κοστουμαρισμένων κυρίων που μιλούσαν για την ποίηση με στομφώδεις εκφράσεις λες και προσπαθούσαν (ευτυχώς συγκρατημένα) να συναγωνιστούν τον ποιητικό λόγο της εν λόγω συλλογής, τον οποίο συγχρόνως επαινούσαν.
Με ενόχλησε που λεγόταν έτσι αβασάνιστα κάτι τέτοιο, καθιστώντας το μια εύκολη και βολική κοινοτοπία.
Δεν θέλει πολύ για να αναρωτηθεί κανείς: είναι κάθε ποίηση επαναστατική; Και κατ’ επέκταση: τι κάνει μια πράξη επαναστατική; Αφήνοντας, όμως, στην άκρη αυτά τα δύο (ή ανάλογα) ερωτήματα και θεωρώντας ότι η «αληθινή» τέχνη είναι εξ ορισμού επαναστατική (ακόμα κι αν οι δημιουργοί της είναι, ας πούμε, βαθιά συντηρητικοί), εφόσον διερωτάται πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση, την απογυμνώνει από τις αυταπάτες, την επανανοηματοδοτεί κλπ., εκκρεμεί το ερώτημα: μετά την επανάσταση της ποίησης τι; Τι σημαίνει το ότι κάποιος ξεκινάει να γράψει ένα ποίημα; Θα έλεγα ότι, πρώτα απ’ όλα, μαρτυρά μια ανησυχία, μια ταραχή, μια ανάγκη διαφυγής ή αποχωρισμού από κάτι που τον παγιδεύει, τον κρατάει δέσμιο, μια ανάγκη της ψυχής για κίνηση μέσα σε ένα στενό-χωρο περιβάλλον.
Κι αυτή η κίνηση μπορεί να είναι μια απαλή χειρονομία ή ένας σπασμός, μια πάλη ή ένας χορός.
Κι αν ο κόσμος (σου) σε στριμώχνει, σε (κατα)πιέζει, σε πλακώνει, τι καλύτερο από το να δημιουργήσεις έναν άλλο; Έναν τόπο όπου οι διάφορες πλευρές του εαυτού που καταστέλλονται ή περιορίζονται και παραμένουν βουβές συναντούν την ποιητική έκφραση κι απελευθερώνονται, βρίσκουν σιγά σιγά τη φωνή τους.
Όσο αυτή η φωνή δουλεύεται και εξελίσσεται (κάτι που απαιτεί πρόθεση, αφοσίωση και κόπο), τόσο αυτή η εσωτερική ανάγκη ανοίγεται προς τα έξω, ρίχνει γέφυρες προς τους άλλους, αναζητά και βρίσκει συνδέσεις με το κοινωνικό.
Ο ποιητικός λόγος μπορεί τόσο να συγκινήσει όσο και να εξηγήσει.
Αν τα δεχτούμε αυτά, τότε πράγματι η ενασχόληση με την ποίηση και η ενασχόληση με την πολιτική (την πολιτική ως ρητή επιθυμία αλλαγής και ανατροπής) έχουν μια κοινή αφετηρία και ένα κοινό όχημα: τη φαντασία του υποκειμένου που συναντά, τρέφει και τρέφεται από τη συλλογική φαντασία, τα έργα και τα σημάδια της.
Όπως η ποίηση μπορεί να ιδωθεί ως η δημιουργία νέων μορφών στο πεδίο της έκφρασης, έτσι και η πολιτική μπορεί να ιδωθεί ως η επινόηση και πραγματοποίηση νέων μορφών στο κοινωνικό και ιστορικό πεδίο.
Νέα μορφή δεν σημαίνει απαραίτητα πρωτότυπη.
Ο δημιουργός που κυνηγάει την πρωτοτυπία κινδυνεύει να γίνει ακατανόητος, να πλάσει δηλαδή έναν κόσμο που έχει νόημα μόνο για κείνον, έναν κόσμο μοναχικό.
Επιχειρώντας να «πείσεις» τους άλλους για το νόημα ενός τέτοιου κόσμου είτε απομονώνεσαι είτε επιβάλλεσαι.
Δεν σημαίνει, επίσης, (και δεν μπορεί να σημαίνει) ολική ρήξη με το παλιό.
Από αυτή τη σκοπιά, πολιτική και επανάσταση είναι πράξεις «ποιητικές». Η ποιητική δημιουργία, από την άλλη, (όσο ριζοσπαστική κι αν είναι) μπορεί να γίνει ένα βήμα στην προσωπική εξέγερση του καθενός, που με τη σειρά της μπορεί να συναντηθεί και να ενωθεί με την προσωπική εξέγερση των άλλων.
Η οργάνωση και η αυτοοργάνωση, η δεκτικότητα στις διαφορετικές κοινωνικές εκφράσεις της καταπίεσης και της αλλοτρίωσης, ο ανοιχτός και τολμηρός διάλογος διατηρώντας κι υπερασπίζοντας συγχρόνως ορισμένες βασικές, αδιαπραγμάτευτες αξίες, η ενεργή αντίσταση στην εξάπλωση της αδικίας και της βαρβαρότητας, ο αναστοχασμός πάνω σε όσα λέμε και όσα κάνουμε, όλα αυτά (και άλλα) είναι επαναστατικές πράξεις.
Βαφτίζοντας την ποίηση (και κατ’ επέκταση την τέχνη) «επαναστατική» και μένοντας εκεί, γινόμαστε αυτομάτως ακίνδυνοι.
Ξεχνώντας ή παραγνωρίζοντας την ποίηση, τον «τρόπο» της και τη «ματιά» της, κινδυνεύουμε, είναι αλήθεια, να γίνουμε ίδιοι με τους δυνάστες μας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους