Δεν έχω καμία μετάνοια – Και να φροντίσετε το διαμέρισμα να είναι καθαρό όταν επιστρέψω! – Η κυρία Όλγα Παπαδοπούλου βγήκε βιαστικά στο πλατύσκαλο και έκλεισε την πόρτα με τέτοια δύναμη που όλη η...
Δεν έχω καμία μετάνοια – Και να φροντίσετε το διαμέρισμα να είναι καθαρό όταν επιστρέψω! – Η κυρία Όλγα Παπαδοπούλου βγήκε βιαστικά στο πλατύσκαλο και έκλεισε την πόρτα με τέτοια δύναμη που όλη η πολυκατοικία αντήχησε. Η Ναταλία, που εκείνη τη στιγμή κατέβαινε τη σκάλα, αναπήδησε.
Κι ύστερα πάγωσε, ελπίζοντας πως η γειτόνισσά της δεν θα την είχε προσέξει.
Μάταια, όμως˙ τη διέκρινε. – Α, Ναταλάκι... Καλημέρα! Η Όλγα άφησε βιαστικά κάτω ένα κουτί από χαρτόνι, απ’ αυτά που βάζουν πολυμάγειρες, και προσπαθούσε να κουμπώσει το παλτό της.
Έδειχνε πως βιαζόταν πολύ. – Καλημέρα σας, κυρία Όλγα, χαμογέλασε συγκρατημένα η Ναταλία. – Πάλι τα παιδιά κάνανε ζημιές; – Δεν φαντάζεσαι! Με έχουν τρελάνει... – απάντησε γρήγορα η Όλγα, παλεύοντας ακόμα με το κουμπί.
Ξαφνικά το κουτί κουνήθηκε. Η Ναταλία τινάχτηκε ξανά πίσω, αν και ήταν αρκετά μακριά.
Δεν ήταν δειλή, ποτέ της.
Αλλά δεν περίμενε πως κάτι θα ζούσε μέσα στο κουτί ενός πολυμάγειρα... «Τι να έχει εκεί;», σκέφτηκε.
Η φαντασία της σχεδόν της έδειξε έναν πολυμάγειρα που αντιδρά, καταβρέχοντάς τους με ωμά λαχανικά, άτακτος σαν ζωντανό, κι έτσι κατέληξε για τιμωρία στον κάδο των απορριμμάτων. – Έλα, δες το και μόνη σου, – είπε η Όλγα, σηκώνοντας το κουτί να της δείξει το περιεχόμενο. Η Ναταλία πλησίασε, με προσοχή, και κοίταξε μέσα.
Φυσικά, ήξερε ότι δεν θα βρει κάποιο ζωντανό μηχάνημα μέσα.
Αλλά αυτό που είδε ήταν πράγματι μια γλυκιά έκπληξη.
Από τον πάτο του κουτιού την κοιτούσαν δυο μάτια γεμάτα περιέργεια – ενός μικρού γατιού. – Παναγία μου, τι ομορφιά! – αναφώνησε η Ναταλία. – Μη μου λες τέτοια, – μούγκρισε η Όλγα, κλείνοντας το κουτί. – Από πού το βρήκατε; – Τα παιδιά το φέρανε... Μετανιώνω που τους το άφησα.
Πονούσα που το κοίταζα, αλλά κάθε μέρα, άλλο και χειρότερο! Έπεσα κι εγώ θύμα στη γλυκιά φάτσα και τα μεγάλα του μάτια, αλλά να ξέρεις, ''Όλα όσα λάμπουν δεν είναι χρυσός''. Μπεις έμπλεξα, χαρακτήρας ίσαμε τον πρώην άντρα μου! – Θα ηρεμήσει, κυρία Όλγα μου, λίγο ακόμα και θα στρώσει.
Το πάτε στον κτηνίατρο, να το εμβολιάσετε; – Ε, όχι δα! Ποιος γιατρός να το ανεχτεί άλλο; Όχι πια, Ναταλία μου.
Δεν αντέχω άλλο μαζί του.
Το πήρα απόφαση˙ θα το πάω στο εξοχικό να ξεμπερδεύω.
Εκεί να ζήσει. Η Ναταλία την κοίταξε με απορία, παρακαλώντας εσωτερικά να αστειεύεται.
Αλλά από το ύφος της, κατάλαβε πως η κυρία Όλγα δεν αστειευόταν καθόλου.
Και δεν ήταν, απ’ όσο θυμάμαι, Πρωταπριλιά˙ 15 Νοέμβρη ήταν. – Τώρα; Τέτοια εποχή, στην εξοχή; – Και τι να κάνω, να περιμένω ως την άνοιξη; Θα το είχα πάει και βαθύ χειμώνα αν ήμουν σπίτι! Αυτό το γατί είναι κατάρα, όχι γατί! Η Όλγα βαριανάσαινε απ’ τα νεύρα και σταμάτησε.
Κι αφού πήρε αέρα, συνέχισε: – Να ’βλεπες μόνο τι τραβώ! Ούτε όταν έμεινα μόνη με τα δύο παιδιά ήπια τόσα χαμομήλια για να ησυχάσω.
Απόφαση τελεσίδικη.
Εξοχή και τέλος! – Μα περιμένετε... – Να το αφήσω στην αυλή, να μας το ξαναφέρουν σπίτι και να το κρύψουν στις ντουλάπες όπως και πριν; Άσ’ το καλύτερα.
Δεν το αντέχει το στομάχι μου δεύτερη φορά.
Ως εδώ! Η Όλγα έβγαλε το κινητό, κοιταξε την ώρα, αναστέναξε: – Με καθυστέρησες, Ναταλάκι.
Θα χάσω το λεωφορείο! Άρπαξε το κουτί και άρχισε να κατεβαίνει με αποφασιστικότητα. Η Ναταλία την κοίταζε να φεύγει, αλλά το μυαλό της δεν χωρούσε πώς θα άφηνε αυτό το μικρό πλασματάκι μόνο στην εξοχή, τέτοια εποχή.
Θα καταστρεφόταν. – Περιμένετε, κυρία Όλγα! – της φώναξε. – Τι θες ακόμα; Πάω να φύγω! – Μην το πάτε στην εξοχή.
Δώστε το σε μένα.
Θα του βρω σπίτι να το αγαπούν.
Σας παρακαλώ. Η Όλγα σταμάτησε, την κοίταξε από πάνω ως κάτω... – Σε καλά χέρια λες; Θιγμένη είμαι εγώ, δηλαδή; Εγώ με αυτά τα χέρια μεγάλωσα δυο παιδιά. – Ναι, απλά πιστεύω πως στη φύση δεν θα τα καταφέρει.
Και δεν το αξίζει... – Όποιος θέλει ζει, όποιος δεν μπορεί... δεν ήταν η τύχη του.
Τι να πω, τι φταίω εγώ; Αυτό θέλει εκπαίδευση, σπίτι δεν ταιριάζει. – Παιδί είναι, θα μάθει! Και εσείς με τα δικά σας παιδιά φωνάζετε όλη μέρα, αλλά δεν τα στέλνετε στην εξοχή όταν σας κουράζουν... – Τα παιδιά μου είναι παιδιά μου.
Μην τα μπερδεύεις με αυτά! – ξέσπασε, αλλά σε λίγο μαλάκωσε λίγο. – Θες το, πάρτο! Άφησε το κουτί στο πάτωμα, λες και ήθελε να την ξεμπερδεύει. – Ας το πάρεις εσύ, τουλάχιστον δεν θα μπω έξοδα για το εισιτήριο.
Θα γελάσω να δούμε για πόσο αντέχεις! – είπε ειρωνικά και χώθηκε σπίτι, κλείνοντας για ακόμη μια φορά με βρόντο.
Ακούστηκε να φωνάζει στα παιδιά της για τις δουλειές του σπιτιού. Η Ναταλία δεν άκουσε τίποτα άλλο, μόνο πήρε με προσοχή το κουτί και ανέβηκε πάνω, τσεκάροντας αν ο μικρός είναι ακόμα μέσα.
Έτσι, χωρίς να το περιμένει, βρέθηκε να κρατάει και κουτί από πολυμάγειρα και... ...ένα μικρό γατάκι.
Όχι, δεν της είχε περάσει απ’ το μυαλό να έχει γάτα στο σπίτι της.
Πόσο μάλλον σήμερα.
Πήγαινε απλά στο σούπερ μάρκετ για ελληνικό καφέ που της είχε τελειώσει.
Ήταν απλά «λάθος τόπος, λάθος στιγμή». Και δεν ήταν ποτέ τρελαμένη με τα ζώα.
Ούτε της γάτας ούτε του σκύλου την αγάπη ένιωθε.
Ήξερε, όμως, πως δεν μπορούσε να αφήσει το μικρό στη μοίρα του. «Η αδιαφορία δεν είναι απανθρωπιά». Γιατί να μη βρει κάποιον να το αγαπάει; Μια τέτοια γλυκιά φατσούλα σίγουρα θα έβρισκε γρήγορα σπίτι.
Δεν είχε αμφιβολία.
Λίγες καλές φωτογραφίες, μια αγγελία στο διαδίκτυο, και θα στηθούν ουρές από υποψήφιους γονείς.
***** Χωρίς να χάνει χρόνο, μόλις γύρισε σπίτι, φωτογράφισε το γατί, ανέβασε τις φωτό σε κάθε ελληνικό forum για ζώα γράφοντας “Χαρίζεται γατάκι” και “Ψάχνει αγάπη”. Μετά βγήκε πάλι έξω για τον καφέ που είχε στερηθεί – και για ξηρά τροφή και αμμοδόχο.
Δεν ήταν έξοδο που υπολόγιζε, αλλά τι να κάνει; «Θα τα δώσω κι αυτά σε όποιον το πάρει», συλλογιζόταν και χαμογελούσε νιώθοντας καλά με την καλοσύνη της.
Τα λεφτά; Μικρό πράγμα μπρος σε τέτοια χαρά.
Η κυρία Όλγα του είχε δώσει όνομα: Κουλούρης.
Αλλά το γατί ούτε που γύριζε να το ακούσει.
Οπότε, η Ναταλία άρχισε να δοκιμάζει άλλα ελληνικά ονόματα και στο τέλος πήγε στο εκατό τριάντα δύο. – Από δω και πέρα Μαρκέλλος είσαι! Αν έχεις αντίρρηση, πες το, – του είπε. – Νιαου!, απάντησε ο μικρός και έτρεξε στα... φουντωτά παντόφλια στην είσοδο, που του ‘χαν πάρει το μυαλό.
Ήταν προφανές˙ το δικό του τρίχωμα ήταν το ωραιότερο του κόσμου, όχι των παντοφλιών! Η Ναταλία χαμογέλασε και τον άφησε να παίζει.
Ύστερα έπιασε δουλειά.
Ήταν φωτογράφος˙ έκανε συνεχώς φωτογραφίσεις κατά παραγγελία, κι αυτό της άρεσε πολύ – και το κέρδος καλό.
Είχε φωτογραφίσεις να επεξεργαστεί επειγόντως˙ έβαλε το λάπτοπ και ξεκίνησε photoshop με σοβαρό ύφος.
Μα ησυχία δεν βρήκε. Ο Μαρκέλλος, έχοντας διαλύσει τα παντοφλάκια, άρχισε να τρέχει σε όλο το σπίτι, σπάζοντας κάθε στροφή.
Ο θόρυβος δεν περιγραφόταν. – Ε, φιλαράκι!, είπε με νόημα η Ναταλία. Ο Μαρκέλλος σταμάτησε και την κοίταξε, λες και έλεγε "Τι θέλεις; Εγώ θέλω να παίξω!". – Ξέρω πως βαριέσαι και θέλεις παιχνίδι.
Αλλά θυμήσου: εδώ είσαι προσωρινά... – Νιάου! – Και μην αντιμιλάς! Είσαι φιλοξενούμενος, γι’ αυτό ασ' με να δουλέψω λίγο.
Μάταια – ο γάτος τη διαπέρασε με εκείνο το παραπονιάρικο βλέμμα που σε κάνει να λιώνεις.
Ένιωσε τόσο άσχημα, που θα άνοιγε η γη να κρυφτεί. "Πώς μαλώνεις τέτοιο πλάσμα;" – Ε, παίξε, αλλά ήσυχα, είπε με κατανόηση. Ο Μαρκέλλος βρήκε ευκαιρία να τρέξει, πέφτοντας πάνω σε καρέκλες και τραπεζάκια. "Στόχος – όχι εμπόδια, τυπικά γατίσια!", σκέφτηκε.
Για να μην ακούει το θόρυβο, έβαλε ακουστικά και μουσική.
Λίγα λεπτά μετά, το γατί κατάφερε να βγάλει με το πόδι το καλώδιο του υπολογιστή από την πρίζα και εξαφανίστηκε.
Τώρα, βρες απόδειξη πως ήταν αυτός! – Αμάν, κακό!, μόνο αυτό πρόλαβε να πει κοιτώντας το μαύρο οθόνης.
Το επόμενο μισάωρο κυνηγιόντουσαν και οι δυο μες στο σπίτι – τον γάτο, όμως, δεν τον έπιασες, αλλά έπαθε δύο μικροτραυματισμούς σε δάχτυλο και γόνατο.
Όταν ξαναγύρισε στα social, βρήκε πολλές καρδούλες στις φωτογραφίες, αλλά τα σχόλια ήταν μόνο "Τι γλυκός!", "Ζήλεψα!", καμιά ουσιαστική απάντηση – κανείς δεν τον ήθελε.
Απογοητευμένη, πρόσθεσε πως θα τον παρέδιδε η ίδια σε όποιον ενδιαφερόταν, ακόμη και στην άλλη άκρη της Θεσσαλονίκης, ίσως και της Αθήνας! "Μάλλον τους φαίνεται μακριά εδώ, τώρα θα χτυπήσει τηλέφωνο!" Τότε ο Μαρκέλλος ξάπλωσε στο καναπέ, δείχνοντας τη χνουδωτή του κοιλίτσα, κι η Ναταλία κάθισε δίπλα να τη χαϊδεύει μέχρι που και οι δυο αποκοιμήθηκαν.
Ημέρα για δουλειά δεν έβγαινε, προφανώς.
***** Μετά από μια βδομάδα, η Ναταλία κατάλαβε πως το να βρεις "καλά χέρια" είναι δύσκολο.
Τα like και τα σχόλια έπεφταν βροχή, αλλά κανείς δεν ήθελε το γατί στ’ αλήθεια.
Τρεις μέρες ακόμα, κι έπιασε τον εαυτό της να σκέφτεται: "Κι αν δεν βρεθεί κανείς; Θα μείνει εδώ για πάντα; Αυτό μας έλειπε!" Ο Μαρκέλλος κοιμόταν πάνω στο γραφείο, αγκαλιά με το ποντίκι του υπολογιστή, αλλά σηκώνοντας το ένα του μάτι με το παράπονο «εδώ κοιμάμαι! Σεβάσου!». Η Ναταλία τσέκαρε ξανά τα μηνύματα – τα ίδια: "Πόσο τυχερή είσαι με τέτοιο γατί!", κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον.
Κάθε νέο like, κάθε σχόλιο τη γέμιζε απελπισία πως δεν θα βρει σπίτι για τον Μαρκέλλο.
Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε μια πρόσφατη συνάντηση με ψυχολόγο, για να βρει τι της λείπει από τη ζωή.
Είχε αγαπημένη δουλειά, δεν είχε ανάγκες οικονομικές (ευχαριστώ μαμά-μπαμπά), δικό της διαμέρισμα, τι άλλο ήθελε; Και δεν ήταν τα αγόρια το θέμα, αφού μόνη της είχε βάλει "παύση" στην προσωπική της ζωή.
Μα τι; Ο ψυχολόγος της είχε πει πως η απάντηση είναι βαθιά μέσα της.
Προσπάθησε να τη βρει, αλλά κατέληξε με ένα ποτήρι νερό και ένα ντεπόν.
Τελικά άρχισε να ρωτά τις φίλες της: – Νομίζω έχεις πρόβλημα πολυτέλειας!, της είπε η Αλκμήνη με μια μικρή δόση ζήλιας για τη ζωή της. – Εσύ τι θες, είκοσι ώρες δουλεύω κι εγώ! – Ίσως αυτό που σου λείπει... είναι λίγο παραπάνω λίπος, είπε γελώντας η Μαρία.
Εσύ πάντα αδύνατη, ποτέ γλυκά! Η παρέα δεν έλυσε τίποτα.
Κι αποφάσισε απλά να μη σκοτίζεται άλλο.
Τώρα όμως ξαναθυμήθηκε. "Λες να μου έλειπε όντως ο Μαρκέλλος για να είμαι ευτυχισμένη; Ζούμε, βλέπουμε."
***** Μια μέρα μετά την άλλη, πέρασε ένας μήνας – κι ο Μαρκέλλος ακόμη εκεί.
Από 1228 like και ούτε ένα χέρι να τον πάρει! Τότε η Ναταλία άρχισε να καταλαβαίνει το γιατί.
Πόσα συνέβησαν σε ένα μήνα! Αν τα ‘λεγε όλα, θα χρειαζόταν ολόκληρη σειρά τόμων! Όμως εν συντομία... Ο Μαρκέλλος αποδείχθηκε έξυπνο γατί.
Καταλάβαινε τη Ναταλία με τη μια – ειδικά όταν του φώναζε να αφήσει το καναπέ.
Δοκίμασε και "διακοσμητής εσωτερικών χώρων": της κατέστρεψε τέσσερα σετ κουρτίνες, τελικά τις πέταξε όλες.
Άφησε και την κουζίνα πίσω – δεν του άρεσαν ούτε τα τουρσιά, ούτε τα μανιτάρια, ούτε οι πατάτες.
Γιατί να γίνει σεφ όταν υπάρχει καλός ξηρός τροφή; Τελικά, ο ρόλος του ήταν πιο απλός: να φέρνει στη Νάτα χαρά.
Βέβαια, η ιδέα χαράς τους δεν ταίριαζε πάντα. Η Ναταλία ήθελε ύπνο και δουλειά. Μα … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους