Κυκλοφόρησαν τα θεατρικά έργα του σπουδαίου Παλαιστίνιου συγγραφέα Ghassan Kanafani, σε μετάφραση της Ναουζάτ Χαντίντ και με έναν εκτενή πρόλογο του Νασίμ Αλάτρας. Η έκδοση, η οποία εκτείνεται σε 224...
Κυκλοφόρησαν τα θεατρικά έργα του σπουδαίου Παλαιστίνιου συγγραφέα Ghassan Kanafani, σε μετάφραση της Ναουζάτ Χαντίντ και με έναν εκτενή πρόλογο του Νασίμ Αλάτρας.
Η έκδοση, η οποία εκτείνεται σε 224 σελίδες, κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Σάλτο, στο πλαίσιο της σειράς "Κάλλιστος" Σειρά Κάλλιστος υπό την καλλιτεχνική και εκδοτική επιμέλεια της υπεύθυνης σειράς Έλσας Σάλτου, ενώ το έντυπο κοσμεί και σκίτσο που φιλοτέχνησε ο ίδιος ο Γασσάν Καναφάνι. Ο Γασσάν Καναφάνι (1936-1972) δεν υπήρξε απλώς ένας εμβληματικός καταγραφέας της παλαιστινιακής προσφυγιάς, αλλά ο κατεξοχήν αρχιτέκτονας της ριζικής μεταμόρφωσης της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης του λαού του.
Το λογοτεχνικό και θεατρικό του σύμπαν δεν απαρτίζεται από αποσπασματικές ή ανόμοιες αφηγήσεις, αντίθετα, συνιστά μια συμπαγή, διαλεκτική και βαθιά επαναστατική διαδρομή με σαφή εσωτερική νομοτέλεια, η οποία εκτείνεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 έως την τραγική του δολοφονία.
Μέσα από έξι κομβικά έργα της ώριμης περιόδου του, τις νουβέλες "Άνθρωποι στον Ήλιο" (1962/1963), "Ό,τι σας απέμεινε" (1966), "Η Ουμ Σάαντ" (1969), "Επιστρέφοντας στη Χάιφα" (1969) και τα τρία θεατρικά του, "Η Πόρτα" (1964), "Γέφυρα προς την αιωνιότητα" (1965) και "Το Καπέλο και ο Προφήτης" (1967), ο Καναφάνι χαράσσει μια συνεπή πορεία τριών διαδοχικών σταδίων: τη μετάβαση από τον παθητικό, ανήμπορο πρόσφυγα στον ένοπλο, ενεργό αντάρτη (Φενταγίν), και τελικά την πραγμάτωση του συνειδητού κοινωνικού επαναστάτη.
Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει εξετάζοντας αυτή τη διαδρομή είναι το γιατί ένας συγγραφέας στο αποκορύφωμα της δημιουργικής του ισχύος ως διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος επέλεξε να στραφεί με τέτοια ένταση στο θέατρο.
Η απάντηση, βαθύτατα πολιτική και ριζωμένη στην αριστερή, μαρξιστική του κοσμοθεωρία, έγκειται στη φύση των μέσων.
Ενώ η πεζογραφία αποτελεί μια εσωτερική, μοναχική διαδικασία που φέρνει αντιμέτωπο το άτομο με το κείμενο, το θέατρο απευθύνεται οργανικά στο συλλογικό υποκείμενο.
Ο θεατής παύει να είναι μονάδα, γίνεται μέρος ενός κοινού, μιας κοινότητας που βιώνει μια δημόσια, άμεση και ζωντανή εμπειρία.
Για έναν διανοούμενο που αντιλαμβανόταν την επανάσταση όχι ως θεωρητική άσκηση σε ένα απομονωμένο δωμάτιο, αλλά ως συλλογική κοινωνική πράξη, η σκηνή μετατράπηκε στο ιδανικό εργαστήριο ιδεών.
Εκεί, πάνω στο σανίδι, οι ιδεολογικές αντιθέσεις συγκρούονται χειροπιαστά και το κοινό εξαναγκάζεται να πάρει θέση.
Το θέατρο του Καναφάνι γίνεται ο χώρος όπου ο νεογέννητος αντάρτης δοκιμάζεται, αμφισβητείται και σφυρηλατείται σε ολοκληρωμένο επαναστάτη.
Η πορεία αυτή δεν είναι γραμμική, αλλά διαλεκτική: κάθε νέο στάδιο εμπεριέχει, αρνείται και ταυτόχρονα υπερβαίνει το προηγούμενο, στοχεύοντας όχι απλώς στην εδαφική ανακατάληψη της χαμένης πατρίδας, αλλά σε μια συνολική, ριζική χειραφέτηση από κάθε μορφή καταπίεσης, θρησκευτικής, οικονομικής, πολιτικής και ψυχολογικής.
Η απαρχή αυτής της θεατρικής αποδόμησης εντοπίζεται στο έργο "Η Πόρτα" (1964), το μοναδικό θεατρικό που εκδόθηκε όσο ο συγγραφέας βρισκόταν εν ζωή.
Εδώ, ο Καναφάνι επιχειρεί μια ριζοσπαστική, αλληγορική επανερμηνεία του αρχαίου αραβικού μύθου του λαού του Άαντ, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από τη θεϊκή μοιρολατρία στην ανθρώπινη βούληση.
Απογυμνώνοντας τον μύθο από κάθε μεταφυσικό στοιχείο, μετατρέπει την πλοκή σε μια σκληρή υλιστική αντιπαράθεση.
Ο θεός Χαμπά παύει να υφίσταται ως οντότητα και αποκαλύπτεται ως ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα της άρχουσας τάξης, μια επινόηση που νομιμοποιεί την κοινωνική αδράνεια και την υποταγή στη δυστυχία.
Η ξηρασία που μαστίζει την πόλη δεν είναι θεϊκή κατάρα, αλλά ένα φυσικό φαινόμενο που τυγχάνει πολιτικής εκμετάλλευσης για τη διατήρηση του status quo.
Οι ήρωες του έργου, ο Σαντάντ και οι απόγονοί του, εξεγείρονται ενάντια σε αυτή την κατεστημένη τάξη πραγμάτων.
Η επανάστασή τους δεν αποτελεί μια τυφλή ανυπακοή, αλλά μια συνειδητή διαλεκτική άρνηση της πατρικής και μητρικής παράδοσης, η οποία ήταν εγκλωβισμένη στον φόβο και την προσμονή μιας μεταθανάτιας δικαίωσης. Ο Σαντάντ αντιτάσσει σε αυτό την επαναστατική "ύβρη" να οικοδομήσει τον παράδεισο στη γη, τώρα, με τα ίδια του τα χέρια.
Η "Πόρτα" αναδεικνύεται έτσι στο κεντρικό σύμβολο του έργου: δεν είναι η πύλη προς έναν μεταφυσικό παράδεισο, αλλά η έξοδος από τη φυλακή της ηττοπάθειας και του συμβιβασμού.
Η αγωνιώδης φράση του, "Τα νύχια μου έχουν φθαρεί ξύνοντάς την σαν τρελή γάτα", συμπυκνώνει τον επίπονο χαρακτήρα της επαναστατικής διαδικασίας απέναντι στον "τοίχο" της συσσωρευμένης ιστορικής αυτολογοκρισίας.
Με το έργο αυτό, ο Καναφάνι εγγράφει το πρώτο του σαφές μαρξιστικό μήνυμα στον πυρήνα της παλαιστινιακής αντίστασης: η απελευθέρωση από τα δεσμά της μεταφυσικής παρηγοριάς και η υιοθέτηση του ιστορικού υλισμού αποτελούν προϋπόθεση για τη γέννηση του αυθεντικού αντάρτη.
Το επόμενο έτος, με τη "Γέφυρα προς την Αιωνιότητα" (1965), ο Καναφάνι στρέφει το βλέμμα του στο εσωτερικό τοπίο της αραβικής τραγωδίας, παραδίδοντας ένα υπαρξιακό και ψυχολογικό δράμα βαθιάς πολιτικής αλληγορίας.
Το έργο εστιάζει στην ψυχική κατάρρευση και τη διάβρωση που επιφέρει η παρατεταμένη ήττα και η προσφυγιά.
Ο κεντρικός ήρωας, ο Φάρις, το όνομα του οποίου σημαίνει "ιππότης", βασανίζεται από τις ενοχές ότι εγκατέλειψε την ηλικιωμένη μητέρα του για να αναζητήσει εργασία, με αποτέλεσμα εκείνη να πεθάνει μόνη.
Εγκλωβισμένος σε μια υπαρξιακή κόλαση, δέχεσαι κάθε βράδυ την επίσκεψη ενός σκελετού-φαντάσματος που του προαναγγέλλει τον θάνατό του.
Η ψευδαισθηση αυτή, ωστόσο, δεν αποτελεί μια απλή κλινική παράνοια, αλλά το μοναδικό καταφύγιο του ήρωα απέναντι σε μια ακόμη πιο αβάσταχτη, άθλια πραγματικότητα πολιτικής απραξίας και κοινωνικού αποκλεισμού.
Μέσα από τη σύγκρουση του Φάρις με την κατεστημένη επιστημονική κοινότητα, δηλαδή τους γιατρούς που επιχειρούν να εκλογικεύσουν το βίωμά του, ο Καναφάνι θέτει ένα ριζοσπαστικό ερώτημα: Μήπως ο ψυχρός, θεσμικός ορθολογισμός είναι μια άλλη μορφή βίας που χρησιμοποιείται για να αποσιωπήσει τον πραγματικό πόνο που γεννούν τα σύνορα και η φτώχεια; Το αίτημα του Φάρις για έναν άνθρωπο που απλώς θα τον πιστέψει αντανακλά την απόλυτη μοναξιά του εκτοπισμένου Παλαιστίνιου, του οποίου την πληγή ο υπόλοιπος κόσμος αρνείται να αναγνωρίσει. Ο Φάρις ενσαρκώνει την πλήρη κατάρρευση της βούλησης, έναν άνθρωπο που δεν μπορεί ούτε να ζήσει ούτε να πεθάνει με δική του πρωτοβουλία.
Η λύτρωση έρχεται στο πρόσωπο της Ράντα, που σημαίνει "ελπίδα", η οποία δεν του προσφέρει έτοιμα πολιτικά συνθήματα, αλλά την ανθρώπινη πίστη και αλληλεγγύη, γκρεμίζοντας τις ενοχές του.
Η "Γέφυρα προς την Αιωνιότητα" τολμά να κοιτάξει κατάματα τα ψυχικά ερείπια της πολιτικής στασιμότητας, υπενθυμίζοντας ότι η αλληλεγγύη συνιστά την πρώτη, θεμελιώδη πράξη αντίστασης.
Το ποιοτικό και καλλιτεχνικό άλμα αυτής της διαδρομής συντελείται με το έργο "Το Καπέλο και ο Προφήτης" (1967), το οποίο ολοκληρώνεται τη χρονιά της ένταξης του Καναφάνι στο Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP). Εδώ, ο συγγραφέας εγκαταλείπει τους αρχαίους μύθους και τα κλειστά ψυχολογικά δράματα και μεταφέρεται στην καρδιά της σύγχρονης αστικής κοινωνίας, συνθέτοντας σε ένα ενιαίο σώμα τον μαρξισμό, τον υπαρξισμό, το θέατρο του παραλόγου (Μπέκετ, Ιονέσκο) και την μπρεχτική αποστασιοποίηση, μπολιασμένα με τις επιρροές που δέχτηκε από το ταξίδι του στο Πεκίνο το 1966 και την επαφή του με τον μαοϊσμό.
Έχοντας βιώσει τη Νάκμπα του 1948 και την προσφυγιά, ο Καναφάνι είχε ήδη διατυπώσει στο δοκίμιό του για τη λογοτεχνία της αντίστασης τη σημασία της εργατικής και αγροτικής βάσης ως του πραγματικού υποκειμένου της επανάστασης.
Η σκηνή του έργου μετατρέπεται σε ένα μπρεχτικό δικαστήριο κοινωνικής δίκης, όπου ένα απροσδιόριστο "Πράγμα" πέφτει από τον ουρανό.
Ενώ η κοινωνία αρχικά το αντιμετωπίζει με μεταφυσικό δέος, ο Καναφάνι το απομυθοποιεί, παρουσιάζοντάς το ως ένα υλικό αντικείμενο.
Πρόκειται για μια ευθεία αλληγορία πάνω στη μαρξιστική έννοια του φετιχισμού του εμπορεύματος.
Στην καπιταλιστική κοινωνία, οι ανθρώπινες σχέσεις αντικειμενοποιούνται και οι άνθρωποι λατρεύουν τα εμπορεύματα ως αυτόνομες, ιερές οντότητες.
Μέσα από τη δίκη, ο συγγραφέας σατιρίζει την αστική υποκρισία, την κρατική εξουσία και την καθολική τάση εκμετάλλευσης και εμπορευματοποίησης. Ο Κατηγορούμενος, ένας απλός άνθρωπος από τη λαϊκή βάση, αρνείται να πουλήσει το "Πράγμα" για να λύσει τα υλικά του προβλήματα, επιλέγοντας να διατηρήσει την ηθική του ακεραιότητα.
Με τον τρόπο αυτό, ο Καναφάνι διακηρύσσει ότι ο αντάρτης πρέπει να αποτινάξει τη λογική του κέρδους.. η τέχνη και η ζωή πρέπει να είναι όπλα στον αγώνα, όχι εμπορεύματα.
Παράλληλα, το "Πράγμα" λειτουργεί ως ο καθρέφτης του "Άλλου", του ξένου, αναδεικνύοντας την υπαρξιακή αποξένωση και την αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας στην αστική καθημερινότητα.
Η κορυφαία στιγμή της δίκης, όπου οι δικαστές αδυνατούν να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα σε ένα επιφανειακή αντικείμενο, το καπέλο, και μια ουσιώδη αλήθεια, τον προφήτη, αποτελεί την κεντρική κατηγορία του Καναφάνι απέναντι στην κοινωνία.
Οι άνθρωποι επιλέγουν την ασφάλεια των επιφανειακών συζητήσεων επειδή η αλήθεια του "προφήτη", δηλαδή του ανθρώπου που μιλά με ηθική συνείδηση ενάντια στο σύστημα, είναι επικίνδυνη και ενοχλητική.
Η φωνή του Κατηγορούμενου ταυτίζεται αναπόδραστα με τη φωνή του ίδιου του Καναφάνι.
Ως αριστερός διανοούμενος και ακτιβιστής, βίωσε τη μοναξιά εκείνου που αποκαλύπτει τις αλήθειες για τον ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία σε έναν κόσμο που προτιμούσε να εθελοτυφλεί.
Αν και ο ίδιος, ως συνεπής υλιστής, απέρριπτε τις μεσσιανικές φιγούρες και πίστευε αποκλειστικά στη λαϊκή δράση, το αποικιοκρατικό σύστημα και η Μοσάντ τον αντιμετώπισαν ως μια θανάσιμα επικίνδυνη φωνή, οδηγώντας στη δολοφονία του το 1972.
Η μεταθανάτια έκδοση του έργου το 1973 προσέδωσε, με όρους τραγικής ειρωνείας, μια προφητική διάσταση στα λόγια του.
Συμπερασματικά, η θεατρική και πεζογραφική παραγωγή του Γασσάν Καναφάνι συνθέτει ένα ενιαίο, δυναμικό μωσαϊκό όπου η θεωρητική μαρξιστική ανάλυση, η υπαρξιακή αγωνία της αποξένωσης και η έμπρακτη επαναστατική δέσμευση συναντώνται.
Μέσα από τα έργα αυτά, ο Καναφάνι αφήνει μια πνευματική παρακαταθήκη που υπερβαίνει τα στενά χρονικά και τοπικά όρια της εποχής του.
Μας προειδοποιεί να μην αναλωνόμαστε στα "καπέλα" της εύπεπτης επιφάνειας, αλλά να στρέψουμε το βλέμμα μας στον "προφήτη", στην ουσία της ανθρώπινης χειραφέτησης, στον εργάτη, στον αγρότη και στον επαναστάτη διανοούμενο που αγωνίζεται για μια αυθεντική και ελεύθερη ύπαρξη.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους