Φθηνή ΑΙ συγκίνηση για τις μάζες Κυκλοφορεί ένα κείμενο για τη Γωγώ Μαστροκώστα που πέθανε χθες, το οποίο της αποδίδει λόγια, σκέψεις, συναισθήματα για την μάχη της με τον καρκίνο. Το κείμενο είναι...
Φθηνή ΑΙ συγκίνηση για τις μάζες Κυκλοφορεί ένα κείμενο για τη Γωγώ Μαστροκώστα που πέθανε χθες, το οποίο της αποδίδει λόγια, σκέψεις, συναισθήματα για την μάχη της με τον καρκίνο.
Το κείμενο είναι εμφανώς γραμμένο από ΑΙ (χωρίς να δηλώνεται φυσικά), αλλά αυτό δεν το εμπόδισε να γίνει βάιραλ.
Το θέμα άλλωστε προσφέρεται για συγκίνηση και το κείμενο «κάνει» ό,τι μπορεί για να την εκβιάσει.
Παρά τη συνεχή βελτίωση των μοντέλων, τα κείμενα από ΑΙ προδίδονται σχετικά εύκολα.
Όταν τα διαβάζεις μοιάζουν καλογραμμένα, με σωστή γραμματική και σύνταξη, πλούσιο λεξιλόγιο, επιτηδευμένες λέξεις, άρτια δομή παραγράφων.
Αλλά αν δοκιμάσεις μισή ώρα μετά να θυμηθείς τι είναι αυτό που διάβασες λίγο πριν, το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα θυμάσαι τίποτα - το κείμενο πέρασε και δεν άγγιξε. Η ΤΝ δεν «σκέφτεται», κάνει απλώς στατιστικές συσχετίσεις ανάμεσα σε λέξεις και συλλαβές, με βάση τις εντολές (promts) που της δίνει ο χρήστης και τον τεράστιο όγκο δεδομένων πάνω στα οποία έχει «εκπαιδευτεί». Τα δεδομένα αυτά είναι το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης ή έστω, το ψηφιοποιημένο τμήμα της. Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι η «απαλλοτρίωση» της κοινωνικής γνώσης (της γενικής διάνοιας) από το κεφάλαιο και η υποταγή της στην παραγωγή κέρδους.
Αλλά όπως το κεφάλαιο δεν είναι παρά η νεκρή, παρελθούσα εργασία ενσωματωμένη σε μηχανές και κτήρια, έτσι και η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι παρά νεκρή νοημοσύνη.
Η γλώσσα της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι ευφραδής, εύλογη και… κούφια, ένας μέσος όρος χωρίς γωνίες, προσωπικά στοιχεία, ασυνήθιστες ιδέες η οριακές διατυπώσεις.
Λείπουν δηλαδή όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που κάνουν μια γλώσσα ζωντανή και ένα ύφος γραφής ξεχωριστό και αναγνωρίσιμο. Ο Μαρξ παρομοιάζει το κεφάλαιο με βαμπίρ – νεκρή εργασία που επιβιώνει και πολλαπλασιάζεται ρουφώντας ζωντανή εργασία – την ενέργεια, τον ιδρώτα και τη σκέψη των ζωντανών εργαζομένων. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν έχει υφαρπάξει μόνο τη συσσωρευμένη συλλογική γνώση - στερεί ύπουλα και ανεπαίσθητα από τους ανθρώπους και τη δυνατότητα σκέψης και γνώσης.
Σειρά μελετών δείχνουν ότι η χρησιμοποίησή της από μαθητές και φοιτητές υποβαθμίζει σημαντικά την ικανότητά τους να σκέφτονται και να μαθαίνουν, η δε χρήση της από εργαζομένους οδηγεί σε αποειδίκευση (deskilling) – ξεχνούν δηλαδή και αυτά που ήξεραν.
Ακόμα χειρότερα, εντείνει την ψευδαίσθησή τους ότι γνωρίζουν χωρίς πραγματικά να γνωρίζουν, γνωστό και ως φαινόμενο Ντάνιγκ-Κρούγκερ.
Η σκέψη, η γνώση, η συγγραφή απαιτούν προσπάθεια, μεθοδολογία, επανάληψη, μόχθο, τα οποία χάνονται όταν οι άνθρωποι αναθέτουν στην ΤΝ να σκέφτεται αντί για εκείνους.
Αν το παραδοσιακό υλικό κεφάλαιο ξεζουμίζει τον εργαζόμενο σωματικά και ψυχικά, η ΤΝ κυριολεκτικά τον χαζεύει.
Από μια άποψη, η «γραφή» της ΤΝ έχει πολλά κοινά στοιχεία με το κιτς – με την τεχνική έννοια του όρου.
Το κιτς, κατά τον Γκρίνμπεργκ, είναι μια ersatz κουλτούρα, ένα υποκατάστατο τέχνης που μιμείται τα εξωτερικά γνωρίσματα και τα συγκινησιακά αποτελέσματα της τέχνης, δίχως όμως την εσωτερική της πολυπλοκότητα και κυρίως, την επίπονη καλλιτεχνική εργασία.
Η τέχνη θέλει απόσταση, μαθητεία, ρίσκο, τεχνική δυσκολία – το κιτς κόβει δρόμο προσφέροντας έτοιμη, προμασημένη συγκίνηση – μια υποκατάστατη εμπειρία.
Αλλά το κιτς δεν είναι μόνο κακή αισθητική, είναι, σύμφωνα με τον Μπροχ και ηθικά προβληματικό.
Μπερδεύει την αισθητική με την ηθική, καθώς επιδιώκει το μέγιστο συγκινησιακό αποτέλεσμα με το φθηνότερο κόστος.
Στόχος δεν είναι το άρτιο, το πρωτότυπο έργο, αλλά το πιο ελκυστικό «περιεχόμενο», ικανό να παράγει μια απότομη έκλυση ντοπαμίνης στον θεατή/ αναγνώστη.
Λειτουργεί, έτσι, ως ηθικός απολυτοποιητής – συγκινούμαι από αυτό που διάβασα, άρα είναι σωστό/άξιο.
Η αισθητική εμπειρία που απαιτεί κόπο και στοχασμό αντικαθίσταται από την εύκολη κατανάλωση και ο αναγνώστης/θεατής μαθαίνει να αντιδρά «σωστά», όχι να κρίνει.
Αυτό κάνει και το ΑΙ κείμενο με τις «τελευταίες σκέψεις» της Μαστροκώστα, που έγινε βάιραλ.
Εκμεταλλεύεται τον θάνατο ενός δημοσίου προσώπου προσφέροντας φθηνή - ΑΙ -συγκίνηση για τις μάζες, προς άγραν likes.
Μπορεί να μη θυμάσαι τίποτα από όσα έλεγε, θυμάσαι όμως ότι συγκινήθηκες διαβάζοντάς το και μάλιστα εις διπλούν.
Το κιτς, έγραφε ο Κούντερα προκαλεί δύο διαδοχικά δάκρυα – το πρώτο λέει «τι όμορφο να βλέπεις παιδάκια να τρέχουν στο γρασίδι!». Το δεύτερο λέει «τι ωραία που συγκινούμαι μαζί με όλη την ανθρωπότητα, βλέποντας παιδάκια να τρέχουν στο γρασίδι!». Δυστυχώς δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση, όσο πάει το διαδίκτυο θα κατακλύζεται όλο και περισσότερο από ανάλογα κείμενα, εικόνες και βίντεο ΑΙ – ήδη κάποιες εκτιμήσεις το υπολογίζουν σε άνω του 50%. Είναι πτυχή αυτού που ο Cory Doctorw ονομάζει «σκατοποίηση» (enshittification) του ίντερνετ - δηλαδή τη σταδιακή υποβάθμιση του περιεχομένου και των υπηρεσιών των διαδικτυακών πλατφορμών. Το ΑΙ - όπως και το κιτς - είναι, ως ύφος και μηχανισμός, η αισθητική γλώσσα της τυποποίησης: σου υπόσχεται βάθος, πρωτοτυπία και μοναδικότητα, αλλά σου δίνει προκάτ, άψυχα σχήματα. Προσφέρει υψηλή εφήμερη συγκίνηση, αλλά εκπτωχευμένη εμπειρία.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους