Αν κατάλαβα καλά, η νέα αποκάλυψη του ντοκιμαντέρ που παρακολουθείτε, έχει να κάνει με τις πρόσφατες αποκαλύψεις του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων του 2015, ο ίδιος...
Αν κατάλαβα καλά, η νέα αποκάλυψη του ντοκιμαντέρ που παρακολουθείτε, έχει να κάνει με τις πρόσφατες αποκαλύψεις του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων του 2015, ο ίδιος πρότεινε στον Αλέξη Τσίπρα να καλύψει ένα δημοσιονομικό κενό 380 εκατομμυρίων ευρώ φορολογώντας τους εφοπλιστές, ώστε να σωθούν οι συντάξεις.
Και ότι, παρά τη ρητορική του, ο τότε Πρωθυπουργός αρνήθηκε, γεγονός που προκάλεσε την έκπληξη του Γιούνκερ, ο οποίος ανέμενε μια διαφορετική στάση από έναν ηγέτη της Αριστεράς.
Επιτρέψτε μου να συνεισφέρω το δεκαράκι μου με το διπλόφαρδο σεντόνι της ημέρας στην ανάρτηση και μερικές πηγές στα σχόλια.
Bonus κεντητή μαξιλαροθήκη στο τέλος.
Here goes nothing Να σημειωθεί ότι αν και η πληροφορία δεν περιλαμβάνεται στην αρχική έκδοση του βιβλίου «Η Τελευταία Μπλόφα» αλλά ήρθε στο φως μέσω του ντοκιμαντέρ το 2026, η γενικότερη στάση της κυβέρνησης Συριζανέλ πάνω στο θέμα περιγράφεται διεξοδικά στις σελίδες του.
Το 2015, τα διεθνή ΜΜΕ (BBC, Reuters) κατέγραφαν μεν τις πιέσεις για φορολόγηση της ναυτιλίας, αλλά η προσωπική υπαναχώρηση του Τσίπρα παρέμεινε κρυφή, καθώς η τότε κυβέρνηση περιορίστηκε στην «εθελοντική συνεισφορά», αφήνοντας τις συντάξεις εκτεθειμένες στις απαιτήσεις των δανειστών.
Τότε, η κυβέρνηση Συριζανέλ χρησιμοποίησε το Σύνταγμα ως το κύριο νομικό επιχείρημα για να μην επιβάλει οριζόντια φορολογία.
Συγκεκριμένα, επικαλέστηκε το περιβόητο Άρθρο 107, το οποίο προστατεύει τη νομοθεσία περί κεφαλαίων εξωτερικού που προϋπήρχε του 1967, δίνοντάς της αυξημένη τυπική ισχύ και κατοχυρώνει συνταγματικά τον Νόμο 27/1975 (περί φορολογίας πλοίων/tonnage tax), καθιστώντας αδύνατη την αλλαγή του με κοινό νόμο όπως και το Ν.Δ. 2687/1953 που επιτρέπει στα πλοία να νηολογούνται ως κεφάλαια εξωτερικού ενώ η εγκριτική πράξη νηολόγησης θεωρείται ανέκκλητη σύμβαση μεταξύ κράτους και εφοπλιστή.
Η κυβέρνηση του Τσίπρα, λοιπόν, υποστήριξε ότι οποιαδήποτε μονομερής αύξηση φόρων θα κατέρρεε στα δικαστήρια ως αντισυνταγματική και θα οδηγούσε σε μαζική φυγή πλοίων από την ελληνική σημαία.
Έτσι, επελέγη η λύση της «Εθελοντικής Συνεισφοράς». Στο πλαίσιο της «δημιουργικής ασάφειας» που έκανε πάλι της μόδας ο μέγας και πολύς Γιάνης με το ένα νι και χαρακτήρισε όλη του την οικονομική πολιτική, η εθελοντική συνεισφορά των εφοπλιστών δεν ήταν καμιά ουσιαστική φορολογική μεταρρύθμιση, αλλά ένας ευφυής πλην όμως παραπλανητικός (τι πρωτότυπο...) ελιγμός για να παρακαμφθεί η ρήξη με το κατεστημένο.
Στην πράξη, χρησιμοποιήθηκε ως προπέτασμα καπνού με ένα σωρό τρόπους, και καταρχάς με την ψευδαίσθηση της φορολόγησης.
Στην πράξη, η κυβέρνηση Συριζανέλ παρουσίασε την παράταση του «Συνυποσχετικού» (που είχε ξεκινήσει η κυβέρνηση Σαμαρά) ως δική της επιτυχία επιβολής βαρών στον πλούτο.
Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για ιδιωτική συμφωνία και όχι για νόμο του κράτους, γεγονός που επέτρεπε στο εφοπλιστικό κεφάλαιο να προσφέρει όσα ήθελε, όποτε ήθελε, χωρίς τον φόβο ελέγχου από τη φορολογική διοίκηση.
Επιπλέον, η εθελοντική φύση της συνεισφοράς διασφάλιζε ότι δεν θα χρειαζόταν ποτέ να ανοίξει η συζήτηση για την κατάργηση ή την τροποποίηση του Άρθρου 107 του Συντάγματος.
Αν ο Τσίπρας ή ο Βαρουφάκης επιχειρούσαν να επιβάλουν υποχρεωτικό φόρο, θα έπρεπε να έρθουν σε ευθεία σύγκρουση με τη συνταγματική θωράκιση των εφοπλιστών.
Επιλέγοντας λοιπόν την «εθελοντική» οδό, άφησαν το άδυτο του Άρθρου 107 ανέπαφο και απαραβίαστο, προστατεύοντας τη δομή του συστήματος που υποτίθεται ότι πολεμούσαν, ενώ την ίδια στιγμή χειρίζονταν ταχυδακτυλουργικά την επικοινωνιακή εκτόνωση: Την ώρα που οι συνταξιούχοι έβλεπαν τις συντάξεις τους να περικόπτονται λόγω των «αδιάλλακτων δανειστών», η κυβέρνηση χρησιμοποιούσε την εθελοντική συνεισφορά για να κατευνάσει το λαϊκό αίσθημα.
Ήταν το τέλειο αφήγημα: «Εμείς τους πείσαμε να δώσουν, ενώ οι προηγούμενοι δεν τολμούσαν». Την ίδια στιγμή που οι εφοπλιστές παρέμεναν οι μοναδικοί Έλληνες πολίτες με το προνόμιο να αποφασίζουν μόνοι τους το ύψος της φορολογίας τους.
Όπως φάνηκε από την άρνηση στην πρόταση Γιούνκερ, το επικοινωνιακό προπέτασμα καπνού δεν ήταν παρά ένας τρόπος να κρυφτεί η πλήρης απροθυμία (ή καλύτερα η απόλυτη αδυναμία) της τότε ηγεσίας να συγκρουστεί με την οικονομική ελίτ.
Η εθελοντική εισφορά ήταν το φύλλο συκής μιας κυβέρνησης που, ενώ τραμπούκιζε στα λόγια, στην πράξη συνθηκολογούσε με τους ισχυρούς για να διατηρήσει τις εσωτερικές ισορροπίες.
Αυτή η τακτική επέτρεψε στον ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει το «αριστερό» του πρόσημο στο εσωτερικό, ενώ στο παρασκήνιο διασφάλιζε τη συνέχεια ενός καθεστώτος που οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερα βάρη για τους υπόλοιπους φορολογούμενους.
Εν κατακλείδι, ενώ η «πρώτη φορά Αριστερά» του Αλέξη Τσίπρα οικοδόμησε την ταυτότητά της πάνω στη ρητορική της σύγκρουσης με τις ελίτ, στην κρίσιμη στιγμή των διαπραγματεύσεων του 2015 όπως αποκάλυψε ο Γιούνκερ επέλεξε να «χαϊδέψει» το εφοπλιστικό λόμπι, αρνούμενη τη φορολόγησή του. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε το όνομα του επαναστάτη, αλλά χάρισε στη ναυτιλία τη χάρη της αφορολόγητης ηρεμίας, προτιμώντας να κόψει τις συντάξεις των Ελλήνων παρά τα προνόμια της ποντοπόρου ναυτιλίας.
Κι ερχόμαστε στο πολύ ενδιαφέρον: Η κατάσταση αυτή μεταβλήθηκε ριζικά τον Νοέμβριο του 2024, όταν η κυβέρνηση Μητσοτάκη οριστικοποίησε μια ιστορική συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο.
Με τη συμφωνία αυτή, το ευνοϊκό καθεστώς περιορίστηκε αυστηρά στις θαλάσσιες μεταφορές, ενώ επεκτάθηκε η φορολόγηση (με συντελεστή 5%) όχι μόνο στα μερίσματα αλλά και στα κεφαλαιακά κέρδη (capital gains) από την πώληση μετοχών ναυτιλιακών εταιρειών που εισάγονται στην Ελλάδα.
Κεντρικό εργαλείο της νέας προσέγγισης είναι η Ρήτρα Συλλογικής Δράσης (Collective Action Clause), η οποία καθιστά τη συνεισφορά υποχρεωτική για το σύνολο της ναυτιλιακής κοινότητας, εφόσον την αποδεχθεί το 90% (βάσει χωρητικότητας) των διαχειριστριών εταιρειών.
Επιπλέον, θεσπίστηκε ελάχιστος ετήσιος στόχος εσόδων ύψους 60 εκατομμυρίων ευρώ, με ρητή πρόβλεψη ότι αν το ποσό δεν συγκεντρωθεί, η διαφορά καλύπτεται αναλογικά από όλα τα μέλη, διασφαλίζοντας έτσι τα δημόσια έσοδα.
Ύστερα από όλα αυτά, εκείνο που μπορεί να διαπιστώσει ακόμα και ο πιο κακοπροαίρετος, είναι ότι ενώ η αριστερή λαϊκίστικη κυβέρνηση του 2015 οχυρώθηκε πίσω από τις συνταγματικές αγκυλώσεις για να αποφύγει τη σύγκρουση, η κεντρώα κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε τον δρόμο της θεσμικής σοβαρότητας.
Αντί για τους κλασικούς βερμπαλισμούς και τις μεγαλοστομίες της αριστεράς που εξαντλούνται σε επαναστατικά συνθήματα χωρίς αντίκρισμα, η παρούσα κυβέρνηση έκλεισε το χάσμα μεταξύ λόγων και έργων αθόρυβα και χωρίς τυμπανοκρουσίες.
Η συμμόρφωση με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο δεν έγινε από φόβο, αλλά χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο για να εκσυγχρονιστεί ένα αναχρονιστικό καθεστώς, αποδεικνύοντας ότι η πραγματική κοινωνική πολιτική ασκείται με αποτελεσματικές διαπραγματεύσεις και όχι με επικοινωνιακά τεχνάσματα που καταλήγουν σε βάρος των συνταξιούχων.
Το πολιτικό παράδοξο της τελευταίας δεκαετίας αποκαλύπτει μια πικρή αλήθεια: ο «φίλος των εφοπλιστών» δεν είναι πάντα αυτός που υποδεικνύει η ιδεολογική ταμπέλα, αλλά αυτός που με την απραξία του τους προσφέρει ασυλία.
Γιατί η κυβέρνηση Μητσοτάκη, χωρίς μεγαλοστομίες και ταξικά μίση, πέτυχε αυτό που η Αριστερά φοβόταν ακόμη και να συζητήσει: τη θεσμική και υποχρεωτική συμμετοχή των εφοπλιστών στα δημόσια βάρη.
Με τη συμφωνία του 2024 και τη ρήτρα συλλογικής δράσης, η κεντροδεξιά παράταξη απέδειξε ότι η σοβαρή διαπραγμάτευση φέρνει έσοδα, εκεί που ο αριστερός λαϊκίστικος βερμπαλισμός έφερνε μόνο τρισχειρότερα μνημόνια.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους