Μέτσοβο1913 Το νερό στη βρύση της πλατείας έχει τη μνήμη των αιώνων. Κρύο, πεντακάθαρο, κατεβαίνει από την Πίνδο και πέφτει στη γούρνα με έναν ήχο που μοιάζει με προσευχή. Εκεί στέκει. Ξυπόλητη. Οι...
Μέτσοβο1913 Το νερό στη βρύση της πλατείας έχει τη μνήμη των αιώνων.
Κρύο, πεντακάθαρο, κατεβαίνει από την Πίνδο και πέφτει στη γούρνα με έναν ήχο που μοιάζει με προσευχή.
Εκεί στέκει. Ξυπόλητη.
Οι πέτρες κάτω από τα πόδια της γυαλίζουν από την υγρασία και από τα βήματα τόσων γυναικών πριν από αυτή.
Οι πλεξούδες της είναι σφιχτοδεμένες, σαν να κρατάνε μέσα τους όλη τη σιωπή του χειμώνα.
Η καρό ποδιά της μυρίζει καπνό και θυμάρι.
Στα χέρια της το λευκό πανί.
Το τρίβει, το χτυπά στην πέτρα, το αφήνει να το ξεπλύνει το νερό.
Δεν είναι δώδεκα χρονών ακόμα.
Τη λένε Ελένη, ή Μαρία, ή Βασιλική.
Δεν έχει σημασία.
Όλα τα κορίτσια του Μετσόβου είχαν το ίδιο βλέμμα εκείνη τη χρονιά: ένα βλέμμα που είχε δει πόλεμο και τώρα μάθαινε ξανά πώς είναι η ειρήνη.
Πριν από έναν χρόνο, τέτοια μέρα, το κανόνι του Μήτσα του Σταμάτη αντηχούσε στην Κατάρα.
Οι άντρες του χωριού κατέβαιναν με τα ντουφέκια από τα βουνά, αντάρτες και εθελοντές, να σμίξουν με τον ελληνικό στρατό.
Εκείνη κρυβόταν με τη μάνα της στο κατώι και μετρούσε τους πυροβολισμούς.
Ως τις τέσσερις το απόγευμα.
Μετά, σιωπή και μετά, μια λευκή σημαία στο τουρκικό φρούριο. Το Μέτσοβο ήταν ελεύθερο. 1913 Ο πατέρας της γύρισε από τα Γιάννενα την άνοιξη.
Κουτσός, αλλά ζωντανός.
Η γαλανόλευκη κυματίζει στο σχολείο.
Τα τουρκικά δεν τα μιλάνε πια ψιθυριστά.
Το νερό συνεχίζει να τρέχει.
Παίρνει μαζί του το σαπούνι, τη σκόνη, τον φόβο των περασμένων χρόνων.
Οι φλέβες της στα χέρια έχουν κοκκινίσει από το κρύο, μα δεν την νοιάζει.
Στη βρύση οι γυναίκες λένε πως ο Βασιλιάς είναι στη Θεσσαλονίκη, πως ο Βενιζέλος υπογράφει συνθήκες, πως η Ήπειρος είναι πια ολόκληρη δική μας.
Σηκώνει το κεφάλι.
Ο ήλιος γλιστράει λοξά πάνω στα πελεκητά λιθάρια της βρύσης.
Βρύσες σαν κι αυτή έχτισαν οι ευεργέτες. Ο Τοσίτσας, ο Αβέρωφ.
Έφυγαν ξενιτεμένοι, έκαναν περιουσίες και γύρισαν το χρυσάφι σε σχολεία και βρύσες για το χωριό.
Για να πίνει νερό ελεύθερο το κορίτσι με τις πλεξούδες.
Κάτω, στο καλντερίμι, περνάει ο μπάρμπα-Θανάσης με τα μουλάρια φορτωμένα ξύλα για τον χειμώνα.
Τη χαιρετά. "Γεια σου, θυγατέρα". Δεν λέει πολλά. Στο Μέτσοβο οι λέξεις είναι μετρημένες, όπως το αλάτι.
Όπως η λευτεριά.
Στύβει το πανί.
Οι σταγόνες πέφτουν και σπάνε πάνω στην πέτρα.
Κάθε σταγόνα κι ένας χρόνος σκλαβιάς που φεύγει.
Κάθε σταγόνα κι ένας όρκος πως αυτό το νερό δεν θα το πιει ξανά ξένος αφέντης.
Θα γυρίσει σπίτι πριν νυχτώσει.
Θα απλώσει τα ρούχα.
Θα ζυμώσει με τη μάνα της και αύριο πάλι εδώ, στη βρύση γιατί η ζωή συνεχίζεται γιατί το Μέτσοβο έμαθε να αντέχει το χιόνι, τον πόλεμο και την ιστορία και να βγαίνει πάντα όρθιο, σαν τις ελάτες στην Κατάρα.
Το 1913 στο Μέτσοβο δεν είχε ήρωες με αγάλματα ακόμη.
Είχε μόνο κορίτσια ξυπόλητα που έπλεναν στη βρύση και αυτό ήταν αρκετό. Αυτό ήταν η πατρίδα. Άννα Δανάλη Μυθοπλασία
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους