Η σειρά Fleabag φαίνεται πως είναι απλώς μια μαύρη κωμωδία αλλά στην ουσία είναι μια εξομολόγηση που φοράει το προσωπείο του χιούμορ για να αντέξει το βάρος όσων δεν λέγονται. Από τα πρώτα κιόλας...
Η σειρά Fleabag φαίνεται πως είναι απλώς μια μαύρη κωμωδία αλλά στην ουσία είναι μια εξομολόγηση που φοράει το προσωπείο του χιούμορ για να αντέξει το βάρος όσων δεν λέγονται.
Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, η σειρά σε βάζει μέσα στο μυαλό της πρωταγωνίστριας με έναν τρόπο σχεδόν άβολο, σαν να διαβάζεις τις σκέψεις της χωρίς άδεια.
Κι όμως, εκεί ακριβώς κρύβεται η δύναμή της.
Η πρωταγωνίστρια υποδύεται έναν χαρακτήρα γεμάτο αντιφάσεις: σαρκαστική αλλά εύθραυστη, προκλητική αλλά βαθιά μόνη, αστεία ενώ στην πραγματικότητα καταρρέει. Η Fleabag χρησιμοποιεί το σεξ, το χιούμορ και την ειρωνεία σαν άμυνα απέναντι στη θλίψη και την ενοχή της.
Και όσο η σειρά προχωρά, τόσο ο θεατής καταλαβαίνει ότι πίσω από κάθε αστείο υπάρχει μια πληγή που δεν έχει κλείσει.
Αυτό που κάνει τη σειρά πραγματικά πρωτότυπη είναι το αφηγηματικό της στήσιμο. Η Fleabag “σπάει” συνεχώς τον τέταρτο τοίχο, κοιτώντας την κάμερα και μιλώντας απευθείας σε εμάς.
Δεν το κάνει όμως σαν ένα απλό κωμικό τέχνασμα· το χρησιμοποιεί σαν μηχανισμό επιβίωσης.
Ο θεατής γίνεται συνένοχος, φίλος, μάρτυρας.
Νιώθεις ότι εκείνη σε εμπιστεύεται περισσότερο από οποιονδήποτε στη ζωή της.
Και αυτή η οικειότητα είναι που κάνει τις συναισθηματικές στιγμές να χτυπούν τόσο δυνατά.
Η σειρά καταφέρνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να μετατρέπει την αμηχανία σε ποίηση.
Μέσα από άβολες οικογενειακές σχέσεις, πένθος, αποτυχημένους έρωτες και βαθιά αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, μιλά για τη μοναξιά των ανθρώπων που δείχνουν λειτουργικοί ενώ μέσα τους διαλύονται.
Δεν προσπαθεί να εξιδανικεύσει την ηρωίδα της ούτε να τη διορθώσει.
Την αφήνει να είναι ανθρώπινη και γι’ αυτό γίνεται τόσο αληθινή.
Η δεύτερη σεζόν πηγαίνει ακόμη βαθύτερα, αγγίζοντας την ανάγκη για συγχώρεση, τη δίψα για σύνδεση και τον φόβο ότι ίσως δεν αξίζουμε να αγαπηθούμε.
Η σχέση που αναπτύσσεται εκεί δεν παρουσιάζεται σαν ρομαντική φαντασίωση, αλλά σαν μια σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία και στην απώλεια.
Και ίσως γι’ αυτό πονά τόσο πολύ.
Ο ρυθμός της σειράς είναι κοφτός, σχεδόν θεατρικός, με διαλόγους που μοιάζουν αυθόρμητοι αλλά είναι εξαιρετικά δουλεμένοι.
Κάθε βλέμμα, κάθε σιωπηλή αντίδραση και κάθε μισολογο έχουν σημασία.
Δεν χρειάζονται μεγάλες σκηνές δράματος για να σε διαλύσουν.
Αρκεί μια έκφραση του προσώπου της Fleabag όταν μένει μόνη μετά από ένα αστείο. Το Fleabag είναι τελικά μια σειρά για το πένθος, την ενοχή, την ανάγκη να μας δουν πραγματικά και τη δυσκολία να αγαπήσουμε τον εαυτό μας όταν κουβαλάμε μέσα μας ντροπή.
Και το κάνει αυτό χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς διδακτισμό, μόνο με ωμή ειλικρίνεια και έναν σχεδόν επικίνδυνα έξυπνο τρόπο αφήγησης.
Είναι από εκείνες τις σειρές που σε κάνουν να γελάς δυνατά και λίγα δευτερόλεπτα μετά να νιώθεις ένα βάρος στο στήθος, γιατί κάπου μέσα στις υπερβολές της, αναγνωρίζεις κομμάτια του εαυτού σου.
Ειδικά η δεύτερη σεζόν δεύτερη σεζόν σου αφήνει αυτό το περίεργο μείγμα κενού και συγκίνησης που δύσκολα ξεχνιέται. Είδα την σειρά στο primevideo.com
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους