[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Κοντά στην άγρια καρδιά - Κλαρίσε Λισπέκτορ (μετφ.: Μαρία Παπαδήμα, Αλέξανδρος Παπαδήμας Λέιτε, Εκδόσεις Αντίποδες) Oι λαβυρινθώδεις μονόλογοι της ροής της συνείδησης, του αιχμηρού κοριτσιού...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Κοντά στην άγρια καρδιά - Κλαρίσε Λισπέκτορ (μετφ.: Μαρία Παπαδήμα, Αλέξανδρος Παπαδήμας Λέιτε, Εκδόσεις Αντίποδες) Oι λαβυρινθώδεις μονόλογοι της ροής της συνείδησης, του αιχμηρού κοριτσιού, ενταγμένο σε ένα πατρικό σύμπαν, με αντιστάσεις και ασφάλεια και αθωότητα και περιέργεια, ως καλειδοσκόπιο της εμμονικής παρατήρησης, το μυθικό βλέμμα που άυπνα παρατηρεί.

Ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης που τα συναισθήματα κατακλύζουν με μια παράξενη δύναμη μιας βαθιάς αλλόκοτης εσωτερικότητας. Υπομονή! Ηρωίδα είναι η Ζοάνα, ένα κορίτσι που ζει με τον πατέρα της, μέχρι που θα μείνει ορφανή και θα μείνει με τη θεία που την αποκαλεί «οχιά». Το πρώτο μέρος εστιάζει σε ιδιαίτερες στιγμές από την παιδική της ηλικία.

Αργότερα παντρεύεται τον Οτάβιο, ο οποίος θα αφήσει έγκυο άλλη γυναίκα.

Το δεύτερο μέρος εξετάζει τη φύση του γάμου της. Ο Οτάβιο επίσης αναγνωρίζει τη σκληρότητα στον χαρακτήρα της Ζοάνα, όμως υπάρχει και κάτι μαγνητικό πάνω της, κάτι που τον έλκει, ακόμη κι αν δεν μπορεί να καταλάβει γιατί.

Από νωρίς στην αφήγηση γίνεται σαφές πως η Ζοάνα είναι απομονωμένη μέσα στον γάμο της με τον Οτάβιο αλλά κι από τη ζωή γενικότερα.

Το επίκεντρο βρίσκεται στην ενδοσκόπηση· τα εσωτερικά αισθήματα της Ζοάνα έρχονται στην επιφάνεια και βιώνει τη ζωή με μια σπάνια ένταση.

Από τη βαθιά αίσθηση ευτυχίας μέχρι τον πόνο και την οδύνη.

Η γραφή είναι στο μεγαλύτερο μέρος της εξαιρετική, εκθαμβωτική, ποιητική και ιδιοφυής.

Αλλά, κανείς που τείνει να γραπώνει παρά να χαλαρώνει, κανείς με «πειραγμένη» αμυγδαλή, που δεν έχει πάντοτε υπομονή και μπορεί να αποχαυνωθεί από την έρευνα των μοντερνιστικών επώδυνων ζητημάτων του νου, μπορεί περισσότερο να θαυμάσει παρά να απολαύσει.

Σίγουρα είναι για περισσότερες αναγνώσεις.

Με έκπληξη αυτές τις ημέρες φέρνω ξανά και ξανά στο μυαλό μου τη θάλασσα ως αυτό το συναισθητικό «υγρό ζωάκι». Σαν αυτή η μεταφορά χωράει το σύνολο: σώμα, ποιητικότητα, αθωότητα και μια άβυσσος μοναξιάς που προσφέρει πιο «προσβάσιμα» στοιχεία στη ζωή - και μάλιστα κάποια που παραπέμπουν στη φιλία.

Άλλη μια απόδειξη της εμμονής με το σώμα – κάθε σώμα και κάθε επανάληψη, θεματική ή γλωσσολογική, σαν μικροί κεραυνοί που υπνωτίζουν και σαγηνεύουν και οδηγούν στην άγρια καρδιά.

Μένει η εικόνα μιας ζωής που βιώνεται σε έντονα θραύσματα, όπου κάθε κομμάτι είναι αποσυνδεδεμένο από το επόμενο.

Μένει το ότι οι άλλοι την παρεξηγούν και συχνά την κρίνουν άδικα.

Μεγάλο μέρος των ερωτημάτων της Ζοάνα αφορά το πώς μπορεί να διαπραγματευτεί την εσωτερική ατομική ζωή και σκέψη σε σχέση με τους άλλους. Η Ζοάνα πάλλεται, εξελίσσεται και αναδεύεται επειδή επιθυμεί την ελευθερία- αρχικά μέσα από τη δημιουργία του λόγου, μέσα από την παράδοξη φαντασία, μέσα από τον εαυτό των αισθήσεών της, μάλλον εις βάρος της εξωτερικής της ζωής και όσων υπάρχουν μέσα σε αυτήν.

Τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε.

Μάλλον το στοίχημα βρίσκεται στο πώς υποτίθεται ότι πρέπει να νιώσουμε για τη Ζοάνα πώς την αντιλαμβανόμαστε; Είναι αδύνατο το εγχείρημα, μιας παραμένει σε μια διαρκή κατάσταση αυτοαξιολόγησης, αυτοδιαμόρφωσης, πλάθει ακούραστα τον εαυτό της εκ νέου και παραμένει αιώνια ανασχηματισμένη.

Παρ’ όλα αυτά, μου φάνηκε περισσότερο γυναικείο και φεμινιστικό ειδικά γι’ αυτό: η αμηχανία του άντρα θα εκφραστεί με υποτίμηση μπροστά σε έναν λόγο που επιχειρεί να προσαρμοστεί σε ένα έδαφος από λάβα, αλλά οι λυρικές, ποιητικές σκέψεις που διαμεσολαβούν και παρεκβαίνουν στην «ορθόδοξη» ροή, την καθιστούν σχεδόν απρόσιτη.

Μια εύθραυστη και γυμνή κατάσταση, σε απόσταση που μετασχηματίζεται αιωνίως. «Τίποτα δεν ξεφεύγει από την τελειότητα των πραγμάτων, αυτή είναι η ιστορία όλων των πραγμάτων.

Αλλά αυτό δεν εξηγεί γιατί συγκινούμαι όταν ο Οτάβιο βήχει και βάζει το χέρι του στο στήθος, έτσι.

Ή όταν καπνίζει, στάχτη πέφτει στα μουστάκια του χωρίς να το παίρνει είδηση.

Τότε αυτό που νιώθω πρέπει να είναι συμπόνια.

Η συμπόνια είναι ο δικός μου τρόπος αγάπης.

Μίσους και επικοινωνίας.

Είναι αυτό που με στηρίζει απέναντι στον κόσμο, όπως κάποιος ζει μέσω της επιθυμίας κι άλλος μέσω του φόβου.

Συμπόνια για τα πράγματα που συμβαίνουν χωρίς να το γνωρίζω.

Όμως είμαι κουρασμένη, παρά τη σημερινή χαρά μου, χαρά που δεν ξέρω από πού προέρχεται, σαν αυτή των καλοκαιριάτικων πρωινών.

Είμαι κουρασμένη, υπερβολικά κουρασμένη!» «Πώς να δεθείς με έναν άντρα χωρίς να του επιτρέψεις να σε φυλακίσει; Πώς να τον εμποδίσεις να βάλει τους τέσσερις τοίχους του γύρω από το κορμί σου και την ψυχή σου; Και υπήρχε άραγε κάποιος τρόπος να έχεις τα πράγματα χωρίς να σε κατέχουν; Το απόγευμα ήταν γυμνό και διαυγές, χωρίς αρχή μήτε τέλος.

Πουλιά ανάλαφρα και μαύρα, πετούσαν καθάρια στον διάφανο αέρα, πετούσαν χωρίς οι άνθρωποι να τα συντροφεύουν ούτε καν μ' ένα βλέμμα.»

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences