[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η Σκιά του Μοριά Δεν ήσουν άνθρωπος μόνο. Ήσουν ο βράχος που σηκώθηκε όρθιος και έμαθε στο σκλαβωμένο χώμα πώς ακούγεται η λέξη «Όχι». Το άλογό σου κάλπαζε μέσα στις χαράδρες του Μοριά σαν μαύρη...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η Σκιά του Μοριά Δεν ήσουν άνθρωπος μόνο. Ήσουν ο βράχος που σηκώθηκε όρθιος και έμαθε στο σκλαβωμένο χώμα πώς ακούγεται η λέξη «Όχι». Το άλογό σου κάλπαζε μέσα στις χαράδρες του Μοριά σαν μαύρη αστραπή στα μάτια της τυραννίας.

Ακούγεται ακόμα εκείνος ο τρελός καλπασμός, ένας κρότος που σκίζει τα στήθη και κάνει τα μάτια να βουρκώνουν, να κλαίνε από δέος και συγκίνηση για το μέγεθος της θυσίας.

Ένας κρότος-σεισμός που τραντάζει ακόμη τους αιώνες, που σε αναγκάζει να κλάψεις, να λυγίσεις, γιατί νιώθεις τις οπλές του να χτυπούν κατευθείαν πάνω στην ξεχασμένη μας συνείδηση.

Κι όπου πατούσε η οπλή του, η πέτρα άναβε.

Τα ξερά θυμάρια μοσχοβολούσαν μπαρούτι και ελευθερία.

Οι αετοί χαμήλωναν πάνω από τις κορφές, λες και ήθελαν κι αυτοί να πολεμήσουν δίπλα σου. Η Ελλάδα τότε δεν ήταν κράτος.

Ήταν μια πληγή.

Ήταν καλύβες καμένες, μάνες ντυμένες στα μαύρα, παιδιά που μεγάλωναν χωρίς να ξέρουν τι σημαίνει ουρανός χωρίς αλυσίδες.

Κι εσύ σηκώθηκες.

Σαν να σε κάλεσαν τα ίδια τα βουνά.

Σαν να άνοιξε η γη της Αρκαδίας και να βγήκε από μέσα της η αρχαία ψυχή αυτού του τόπου.

Τα μάτια σου κουβαλούσαν καταιγίδες.

Στα γένια σου είχε φωλιάσει ο άνεμος του Ταΰγετου.

Κι η φωνή σου, βαριά σαν καμπάνα πολέμου, κυλούσε μέσα στα χωριά και ξυπνούσε ανθρώπους γονατισμένους. «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους». Κι αμέσως οι ραγιάδες θυμήθηκαν πως είχαν ακόμη αίμα ελληνικό στις φλέβες τους. Στο Δερβενάκι ο ήλιος έγινε κόκκινος.

Οι στενωποί γέμισαν καπνό, κραυγές, άλογα αφηνιασμένα, σπαθιά που άστραφταν σαν κομμάτια κεραυνού.

Η γη έτρεμε κάτω από τις μπότες των πολεμιστών.

Οι βράχοι αντιλαλούσαν σαν να φώναζε μαζί τους ολόκληρη η Ιστορία.

Και τότε ο φόβος άλλαξε στρατόπεδο.

Οι τύραννοι έτρεχαν μέσα στη σκόνη σαν κυνηγημένα θηρία, κι ο Μοριάς άνοιγε τις πέτρινες αγκάλες του για να θάψει την αλαζονεία τους.

Μα η λευτεριά, πάντα, γεννιέται μέσα από σταυρούς.

Κι εσύ το ήξερες.

Γι’ αυτό και όταν σώπασαν τα καριοφίλια, ήρθε η άλλη πληγή.

Η πιο βαριά.

Η πληγή του αδελφού.

Και τότε λυγίζει η καρδιά και ξεσπά σε κλάμα, για την αδικία την απέραντη, την ασήκωτη.

Πώς γίνεται αυτοί που κουβαλάνε το φως σε αυτή την πατρίδα, αυτοί που έγιναν οι ίδιοι ο ήλιος της, τελικά να καταλήγουν εγκλωβισμένοι στο απόλυτο σκοτάδι; Να καταλήγουν με μια άδικη, σκληρή καταδίκη στο σκοτάδι, δεμένοι πισώπλατα από την ίδια τους τη νίκη, προδομένοι από το φως που οι ίδιοι γέννησαν.

Κλαίνε τα μάτια όποιου αντέχει να κοιτάξει αυτή την ατιμία, το πώς το σκοτάδι προσπάθησε να καταπιεί τον ήλιο. Το Παλαμήδι.

Η υγρασία της φυλακής.

Το κελί στενό σαν τάφος.

Ο γέρος του Μοριά να κοιτάζει μια λωρίδα ουρανού πίσω από σίδερα.

Εσύ, που χώραγες μόνο στα άγρια βουνά, φυλακισμένος από εκείνους που χρωστούσαν σε σένα την ανάσα τους.

Κι όμως δεν λύγισες.

Γιατί οι μεγάλες ψυχές δεν κατοικούν σε τοίχους.

Κατοικούν στο φως.

Κι η δική σου ψυχή συνέχισε να καλπάζει πάνω από θάλασσες και κορφές, πάνω από κύματα που χτυπούν αιώνες τώρα τις ακρογιαλιές αυτής της χώρας σαν αδιάκοπη υπενθύμιση πως η Ελλάδα δεν γεννήθηκε για να σέρνεται.

Κοίτα την.

Τη γη με τα χίλια πρόσωπα φωτός.

Τα λευκά σπίτια που στάζουν ήλιο στο Αιγαίο.

Τα κυπαρίσσια που μοιάζουν με προσευχές.

Τις ελιές που κρατούν μέσα τους χιλιάδες χρόνια μνήμης.

Τον αφρό της θάλασσας που λάμπει σαν άγιο μύρο στο δειλινό.

Κοίτα τα βουνά. Τον Όλυμπο να συνομιλεί με τα σύννεφα. Τον Ταΰγετο να ματώνει πορφυρά τα ηλιοβασιλέματα. Την Πίνδο να σηκώνει στις ράχες της την αγωνία και το πείσμα ενός λαού.

Αυτή τη γη υπερασπίστηκες.

Όχι μόνο για να υπάρχει.

Αλλά για να αξίζει.

Για να μπορούν οι άνθρωποι να περπατούν ελεύθεροι δίπλα στη θάλασσα, να ερωτεύονται κάτω από γιασεμιά, να ακούνε τα τζιτζίκια του καλοκαιριού χωρίς να φοβούνται τον ήχο της σκλαβιάς.

Κι όμως… Ακόμα και σήμερα, η λευτεριά δεν ολοκληρώθηκε.

Γιατί υπάρχουν αλυσίδες που δεν φαίνονται.

Αλυσίδες φόβου. Σιωπής. Μικρότητας. Διχασμού.

Κι εδώ είναι που πονά περισσότερο η ψυχή.

Γιατί εσύ πολέμησες για να σηκωθεί η Ελλάδα όρθια, κι εμείς πολλές φορές τη μαθαίνουμε να γονατίζει ξανά.

Εσύ ανέβαινες προς το φως με αίμα στα χέρια και προσευχή στα χείλη, κι εμείς σπρώχνουμε την ανατολή προς τη δύση, σαν να φοβηθήκαμε το ίδιο το μεγαλείο μας.

Και τότε δακρύζει ο ουρανός του Μοριά.

Δακρύζουν οι ελιές που άκουσαν όρκους ελευθερίας.

Δακρύζουν τα πέτρινα γεφύρια που πέρασαν ξυπόλυτοι αγωνιστές.

Δακρύζουν ακόμη και τα κύματα του Αιγαίου, που βλέπουν παιδιά αυτής της γης να ξεχνούν πόσο ιερό είναι το χώμα που πατούν.

Γιατί αυτή η πατρίδα δεν γεννήθηκε για τη μικρότητα.

Γεννήθηκε μέσα από φλόγες.

Μέσα από ολοκαυτώματα.

Μέσα από μάνες που φίλησαν νεκρά παιδιά και παρ’ όλα αυτά είπαν: «Για την Ελλάδα». Κι εσύ το ήξερες.

Γι’ αυτό το βλέμμα σου είχε πάντα μια θλίψη βαθιά, προφητική.

Σαν να έβλεπες από τότε πως ο μεγαλύτερος εχθρός δεν θα ήταν ο ξένος.

Αλλά η λήθη.

Η λήθη που κάνει έναν λαό να ξεχνά γιατί μάτωσε.

Η λήθη που μετατρέπει το όραμα σε βόλεμα, τη θυσία σε επέτειο, την πατρίδα σε συνήθεια.

Και πώς να μην κλάψει κανείς; Όταν αυτή η χώρα κουβαλά τέτοια ομορφιά και τέτοια ιστορία, μα συχνά περπατά σαν κουρασμένη σκιά του εαυτού της.

Κοίτα την… Τις αυγές που ανοίγουν πάνω από το Αιγαίο σαν χρυσές πύλες του Παραδείσου.

Τα νησιά που μοιάζουν να επιπλέουν μέσα στο φως.

Τον ήλιο που πέφτει πάνω στα μάρμαρα και τα κάνει να λάμπουν σαν αναμνήσεις θεών.

Τα βουνά που αλλάζουν χρώματα στο δειλινό, μωβ, πορφυρά, χρυσαφένια, σαν να φορά ακόμη η Ελλάδα τη βασιλική της ψυχή.

Κι όμως… Μέσα σε τέτοια ομορφιά κατοικεί ακόμη η διχόνοια.

Η μικρή καρδιά.

Η ζήλια.

Το «εγώ» που καταπίνει το «εμείς». Κι εκεί… εκεί είναι που ακούγεται ξανά ο καλπασμός σου.

Όχι σαν θόρυβος πολέμου πια, αλλά σαν κραυγή αφύπνισης.

Σαν να κατεβαίνεις ακόμη από τις κορφές και να φωνάζεις στους νέους Έλληνες: «Μη μικραίνετε την πατρίδα σας.

Μη σκοτώνετε το φως που σας παραδόθηκε.

Μη γυρίζετε την ανατολή προς τη δύση». Και τότε… τότε σπάνε τα στήθη από συγκίνηση.

Γιατί καταλαβαίνουμε ξαφνικά πως η ελευθερία δεν τελείωσε το 1821.

Απλώς άλλαξε μορφή.

Τώρα η μάχη είναι άλλη.

Να νικήσουμε την αδιαφορία.

Την παραίτηση.

Την ψυχή που έμαθε να ζει χωρίς όνειρο.

Να ξαναγίνουμε άξιοι αυτού του φωτός.

Διότι αυτό το φως, όσο κι αν προσπάθησαν, όσο κι αν πάσχισαν να το κλείσουν με τη βία και την καταδίκη στο σκοτάδι, δεν φυλακίζεται.

Να μπορούμε να κοιτάξουμε τα βουνά, τη θάλασσα, τις σημαίες που ανεμίζουν στο αλάτι του ανέμου, και να μην ντρεπόμαστε μπροστά στους νεκρούς μας.

Γιατί οι νεκροί του Μοριά δεν ζητούν δάκρυα μόνο.

Ζητούν συνέχεια.

Ζητούν μια Ελλάδα που να μη φοβάται το ύψος της. Μια Ελλάδα που να περπατά ξανά προς τον ήλιο. Μια Ελλάδα που να αξίζει εκείνον τον τρελό καλπασμό που ακόμη αντηχεί πάνω από τα βουνά σαν η ίδια η καρδιά της Ελλάδας που αρνείται να πεθάνει.

Κι εσύ στέκεις ακόμη εδώ.

Σαν σκιά πάνω από τον Μοριά.

Σαν ακοίμητος φρουρός της μνήμης.

Σαν φωνή που έρχεται μέσα από τους ανέμους και μας ρωτά: «Τι κάνατε τη λευτεριά που σας παρέδωσα;» Κι όταν νυχτώνει πάνω από την Ελλάδα, όταν οι άνθρωποι ξεχνούν το φως τους, σε βλέπω.

Πάνω σε μαύρο άλογο, στις κορυφές των βουνών.

Ο καλπασμός σου αντηχεί ξανά μες στη νύχτα, ένας κρότος-ξέσπασμα που ανατριχιάζει την ψυχή, που μας κάνει να δακρύζουμε για το σκοτάδι που σου επιβλήθηκε, αλλά και για το φως που ακόμα μας χαρίζεις.

Να κρατάς ακόμη το σπαθί υψωμένο όχι για πόλεμο πια, αλλά για ανάσταση ψυχών.

Και πίσω σου ολόκληρος ο ουρανός της πατρίδας να φλέγεται από εκείνο το αιώνιο φως που ούτε αυτοκρατορίες, ούτε φυλακές, ούτε χρόνος μπόρεσαν ποτέ να σβήσουν. ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences