«Ο κανονισμός των βραβείων Όσκαρ και για να μπορέσεις εσύ να καταθέσεις την ταινία και να διεκδικήσεις βραβεία, είναι να υπάρχουν μέσα στην ουσία δυο κατηγορίες ΛΟΑΤΚΙ ή στοιχείο μετανάστευσης». Η...
«Ο κανονισμός των βραβείων Όσκαρ και για να μπορέσεις εσύ να καταθέσεις την ταινία και να διεκδικήσεις βραβεία, είναι να υπάρχουν μέσα στην ουσία δυο κατηγορίες ΛΟΑΤΚΙ ή στοιχείο μετανάστευσης». Η συγκεκριμένη φράση του Ιωάννη Σμαραγδή σε πρόσφατη συνέντευξη του φυσικά δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία.
Απλώς ήρθε να επιβεβαιώσει μια εποχή βαθιά συγχυσμένη μια εποχή όπου η τέχνη δεν μοιάζει πια να υπηρετεί την αλήθεια, αλλά την επιβεβαίωση μηχανισμών, ιδεολογικών ισορροπιών και βιομηχανικών συμφερόντων.Έχω την αίσθηση ότι αυτό είναι το πιο τραγικό στοιχείο της σύγχρονης πολιτιστικής παρακμής όχι ότι αλλάζουν τα έργα, αλλά ότι αλλάζει η ίδια η έννοια του ιερού μέσα στην τέχνη.
Η «Οδύσσεια» του Ομήρου δεν είναι ένα ακόμη σενάριο προς ελεύθερη εμπορική διασκευή.
Δεν είναι μια πλατφόρμα προβολής κοινωνικών μηνυμάτων της εκάστοτε εποχής.
Είναι το συλλογικό υποσυνείδητο ενός από τους σημαντικότερους πολιτισμούς της παγκόσμιας ιστορίας.
Είναι η μνήμη της Μεσογείου, η φωνή της ανθρώπινης περιπέτειας, η αγωνία του ανθρώπου να επιστρέψει στην πατρίδα, στον εαυτό του, στην αλήθεια του.
Παρόλαυτα σήμερα, αντί να συζητούμε για την ουσία του έπους, για το νόημα της ύβρεως, της νοσταλγίας, της μοίρας και της ανθρώπινης αντοχής, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από επιλογές casting, γύρω από πολιτισμικούς συμβολισμούς που συχνά μοιάζουν περισσότερο με εταιρική στρατηγική παρά με καλλιτεχνική αναζήτηση.
Το μεγαλύτερο παράδοξο όμως δεν βρίσκεται μόνο στις επιλογές ενός σκηνοθέτη.
Βρίσκεται κυρίως στην εκκωφαντική υποκρισία ενός μέρους της διανόησης και της καλλιτεχνικής κριτικής.
Οι ίδιοι άνθρωποι που σήμερα χειροκροτούν κάθε «αποδόμηση» της ιστορικής και πολιτισμικής συνέχειας, οι ίδιοι που θεωρούν περίπου ιεροσυλία να τεθεί οποιοδήποτε ερώτημα για την αλλοίωση ενός κλασικού έργου, ήταν εκείνοι που πριν λίγο καιρό εξεγέρθηκαν σχεδόν υστερικά για μία και μόνη λέξη,πιο συγκεκριμένα για όσους ξέχασαν τη λέξη «μινωική» στην ταινία «Καποδίστριας». Εκεί ξαφνικά θυμήθηκαν την ιστορική ακρίβεια.
Θυμήθηκαν την ευαισθησία απέναντι στην πολιτιστική μνήμη.
Θυμήθηκαν ότι οι λέξεις έχουν βάρος, ότι η τέχνη οφείλει να σέβεται το ιστορικό πλαίσιο.
Τότε δεν μιλούσαν για «καλλιτεχνική ελευθερία». Δεν έλεγαν ότι «η τέχνη δεν έχει σύνορα». Δεν κατηγορούσαν όσους αντιδρούσαν ως οπισθοδρομικούς.
Αντιθέτως, ζητούσαν σχεδόν ιδεολογική λογοδοσία.Αυτή η επιλεκτική ευαισθησία αποκαλύπτει κάτι πολύ βαθύτερο ότι το πρόβλημα δεν είναι η τέχνη, αλλά η εξουσία πάνω στην αφήγηση.
Ποιος επιτρέπεται να αλλάζει τα σύμβολα και ποιος όχι.
Ποιος δικαιούται να αποδομεί την παράδοση και ποιος πρέπει να σιωπά.
Η μεγάλη τραγωδία του δυτικού πολιτισμού δεν είναι ότι αναζητά νέες μορφές έκφρασης.
Αυτό συνέβαινε πάντοτε.
Η τραγωδία είναι ότι μοιάζει να ντρέπεται για τις ρίζες του.
Να αντιμετωπίζει την πολιτισμική του κληρονομιά όχι ως πηγή νοήματος αλλά ως πρόβλημα προς «διόρθωση». Σαν να πιστεύει ότι ο Όμηρος χρειάζεται επικαιροποίηση για να γίνει αποδεκτός από τη σύγχρονη αγορά θεάματος.
Κι όμως, τα μεγάλα έργα δεν επιβιώνουν εδώ και χιλιετίες επειδή προσαρμόζονται στις μόδες.
Επιβιώνουν επειδή κουβαλούν διαχρονικές αλήθειες. Ο Οδυσσέας δεν έγινε αιώνιος επειδή ήταν «σύγχρονος». Έγινε αιώνιος επειδή ήταν ανθρώπινος.
Επειδή μέσα του κατοικεί η αγωνία κάθε ανθρώπου που παλεύει να επιστρέψει σε κάτι αληθινό.
Η τέχνη, όταν παύει να αναζητά την αλήθεια και αρχίζει να υπηρετεί λίστες, ποσοστώσεις, πολιτιστικές επιταγές και επικοινωνιακές ισορροπίες, χάνει το μεταφυσικό της βάθος.
Μετατρέπεται σε προϊόν και ένας πολιτισμός που αντιμετωπίζει τα έπη του σαν εργαλεία δημοσίων σχέσεων, αργά ή γρήγορα παύει να παράγει μνήμη.
Παράγει μόνο θόρυβο.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ο Νόλαν έχει δικαίωμα να σκηνοθετήσει όπως θέλει.
Φυσικά και έχει.
Το ερώτημα είναι άλλο αν εμείς, ως κοινωνία, έχουμε ακόμη την ικανότητα να ξεχωρίζουμε τη βαθιά καλλιτεχνική ελευθερία από την επιβεβλημένη πολιτιστική μόδα.
Αν μπορούμε ακόμη να υπερασπιστούμε την αισθητική αλήθεια χωρίς να φοβόμαστε ότι θα χαρακτηριστούμε εχθροί της προόδου.
Γιατί χωρίς μνήμη δεν υπάρχει πολιτισμός και χωρίς πολιτισμό, καμία Οδύσσεια δεν οδηγεί πραγματικά στην Ιθάκη. Υ.Γ Συμπληρωματικά θα προσθέσω ότι το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να καθόμαστε μήνες ολόκληρους "διαφημίζοντας" ακόμη και αρνητικά μια ταινία που υποτίθεται ότι μας εξοργίζει.
Γιατί στην εποχή μας ακόμη και η «αγανάκτηση» γίνεται μέρος της καμπάνιας.
Αν πραγματικά σεβόμαστε την ιστορία και τον πολιτισμό μας, τότε ας αφήσουμε τις διαδικτυακές φανφάρες και ας κάνουμε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό να ξαναδιαβάσουμε τον Όμηρο, να μάθουμε την πραγματική ιστορία μας και να θυμηθούμε ότι η πολιτιστική μνήμη δεν προστατεύεται με hashtags.
Και βέβαια το πιο σημαντικό ειδικά στην Ελλάδα μια τέτοια ταινία δεν θα πρέπει να κόψει ούτε ένα εισιτήριο.
Αυτό είναι το μόνο μήνυμα που καταλαβαίνει πραγματικά η βιομηχανία του θεάματος. Όλα τα υπόλοιπα είναι θόρυβος για κατανάλωση. ✍ Στυλ. Καβάζης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους