[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Πάπιγκο, Ιωάννινα 1941. Ο ήλιος έπεφτε πάνω στα βράχια της Αστράκας και τους έκανε να μοιάζουν με θεριά που κοιμούνται. Στο καλντερίμι, τα βήματα της Λενιώς ακούγονταν βαριά. Όχι από τα τσόκαρα. Από...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Πάπιγκο, Ιωάννινα 1941. Ο ήλιος έπεφτε πάνω στα βράχια της Αστράκας και τους έκανε να μοιάζουν με θεριά που κοιμούνται.

Στο καλντερίμι, τα βήματα της Λενιώς ακούγονταν βαριά.

Όχι από τα τσόκαρα.

Από το βάρος.

Στην ποδιά της είχε κρυμμένο μισό καρβέλι καλαμποκόψωμο.

Το τελευταίο.

Πίσω της, ο μικρός της ο Θωμάς τράβαγε με το ζόρι το ξύλινο καροτσάκι του.

Άδειο ήταν πια.

Το πρωί είχε μέσα τα λίγα αυγά που κατέβασαν στα Γιάννενα για να πάρουν αλάτι.

Γύρισαν με άδεια χέρια. Οι Ιταλοί είχαν επιτάξει τα πάντα στην πόλη. Το Πάπιγκο δεν ήταν πια το ίδιο.

Από τον Απρίλη που μπήκαν οι Γερμανοί και μετά οι Ιταλοί στην Ήπειρο, το χωριό άδειασε.

Οι άντρες οι περισσότεροι ήταν ακόμα στα βουνά.

Άλλοι δεν γύρισαν ποτέ από το Αλβανικό μέτωπο.

Ο άντρας της Λενιώς, ο Στέργιος, ήταν κάπου στο Γράμμο με τους αντάρτες.

Είχε να στείλει μαντάτο από τον Αύγουστο.

Κατέβηκαν το καλντερίμι και η Λενιώ έσφιγγε το ρόκα στο χέρι της.

Δεν έγνεθε.

Το κρατούσε όπως κρατάει ο φαντάρος το όπλο.

Ήταν το μόνο που της είχε απομείνει από την προίκα της.

Αν πεινούσαν κι άλλο, θα το πούλαγε κι αυτό. «Μάνα, πεινάω», ψιθύρισε ο Θωμάς. «Σε λίγο, παιδί μου.

Φτάνουμε στο σπίτι.» Ψέματα.

Στο σπίτι δεν είχε τίποτα.

Μόνο λίγο τσάι του βουνού και την εικόνα της Παναγιάς.

Στη μεγάλη βρύση του χωριού ήταν η κυρά-Δέσπω.

Έπλενε κάτι χράμια που από το πολύ πλύσιμο είχαν γίνει διαφανή.

Είδε τη Λενιώ και δεν μίλησε.

Μόνο της έδωσε ένα μήλο.

Αγριομήλο, μικρό και ζαρωμένο.

Αλλά μήλο. «Πέρασαν χτες από δω», της είπε χαμηλόφωνα η κυρά-Δέσπω. «Ρωτούσαν για αλεύρι για κρυψώνες.» Η Λενιώ ένευσε.

Δεν απάντησε. Στο Πάπιγκο έμαθες το 1941 να μιλάς με τα μάτια.

Οι τοίχοι είχαν αυτιά και τα βουνά είχαν Ιταλούς.

Έκοψε το μήλο στα δύο, το μεγαλύτερο κομμάτι το έδωσε στον Θωμά.

Το παιδί το έφαγε ολόκληρο, με τα κουκούτσια.

Το βράδυ, η Λενιώ δεν άναψε φωτιά.

Καπνός σήμαινε μπελάς.

Τύλιξε τον Θωμά στη βελέντζα και κάθισε στο παραθύρι.

Κοιτούσε τα βραχια.

Έλεγαν οι παλιοί ότι όταν τα βράχια κοκκινίζουν στο σούρουπο, θα χυθεί αίμα.

Απόψε ήταν κατακόκκινοι.

Ακούστηκε ένα σφύριγμα από το μονοπάτι που βγάζει στη Δρακόλιμνη.

Τρία σύντομα, ένα μακρύ.

Το σινιάλο. Η Λενιώ πετάχτηκε.

Ξετύλιξε μια πέτρα από το τζάκι.

Από κάτω είχε έναν τενεκέ.

Μέσα είχε το καλαμποκόψωμο και λίγα γιατροσόφια.

Τα έχωσε στον κόρφο της, φίλησε τον Θωμά που κοιμόταν και βγήκε στο σκοτάδι.

Δεν πήγαινε να πολεμήσει.

Δεν είχε όπλο.

Πήγαινε να δώσει το ψωμί σε εκείνους που πολεμούσαν γιατί στο Πάπιγκο το 1941, αυτό ήταν το δικό της τουφέκι και τα βράχια από πάνω, βουβοί μάρτυρες, κρατούσαν το μυστικό.

Όπως το κρατούν ακόμα.

Αν περπατήσεις σήμερα στο ίδιο καλντερίμι, αν ακουμπήσεις τις πέτρες, μπορεί και να το ακούσεις. Τον ψίθυρο της Λενιώς. «Για την λευτεριά, παιδί μου. Όλα για τη λευτεριά.» Άννα Δανάλη μυθοπλασία

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences