Δε μπορώ, όχι, δε μπορώ να την υποφέρω πια!… Τι πληγή είν΄ αυτή που μούστειλες θε μου; Τι αμαρτίες έχω κάνει για να με τιμωρείς τόσο σκληρά; Ως πότε θα την έχω στην καμπούρα μου; Ως πότε θάμαι...
Δε μπορώ, όχι, δε μπορώ να την υποφέρω πια!… Τι πληγή είν΄ αυτή που μούστειλες θε μου; Τι αμαρτίες έχω κάνει για να με τιμωρείς τόσο σκληρά; Ως πότε θα την έχω στην καμπούρα μου; Ως πότε θάμαι υποχρεωμένη να την ανέχομαι να βλέπω τη μούρη της, ν΄ ακούω τη φωνή της, ως πότε; Δε θα βρεθεί επιτέλους κανένας στραβός χριστιανός να την πάρει, ν΄ απαλλαγώ απ΄ αυτό το έκτρωμα της φύσεως που μ΄ άφησε ο πατέρας της για να μ΄ εκδικηθεί – που χαΐρι και προκοπή να μη δουν εκείνοι που δε μ΄ άφησαν να κάνω την έκτρωση!… Μα γιατί τους βλαστημάω; Δε ζούνε πια.
Ούτε φταίν΄ εκείνοι.
Φταίω εγώ που τους άκουσα.
Σε τέτοια ζητήματα πρέπει ν΄ ακούει κανείς μόνο τον εαυτό του, κανέναν άλλον!… Όσο ήταν μικρή, παρηγοριόμουνα με την σκέψη πως, μεγαλώνοντας θ΄ άλλαζε. «Θ’ αλλάξει!» έλεγα. «Θα στρώσει.
Στο κάτω της γραφής, αργά ή γρήγορα, μια μέρα θα παντρευτεί.
Θα τη φορτωθεί άλλος στην καμπούρα του». Μα δε βαριέσαι! Άδικα ήλπιζα.
Όπως πάν’ τα πράματα, μου φαίνεται πως θα μείνει γεροντοκόρη.
Και πώς να μη μείνει γεροντοκόρη τέτοια που είναι; Αχ, ας όψεται εκείνο το τέρας, η Ερασμία, που την κατέστρεψε με τις κατηχήσεις της.
Ποιος άντρας θα γυρίσει, σας παρακαλώ, να την κοιτάξει ερωτικά έτσι που ντύνεται, έτσι που φέρεται, έτσι που μιλάει; Ποιος σοβαρός άνθρωπος θα δεχτεί να την κάνει μητέρα των παιδιών του μ΄ αυτές τις γελοίες ιδέες που έχει, με τις νευρώσεις που έχει, με το έκζεμα που το ξύνει συνεχώς και δεν τ΄ αφήνει να κλείσει; Θα μείνει δυστυχώς στο ράφι, και δεν ξέρω η έρμη ποια απ΄ τις δυο μας να λυπηθώ περισσότερο : Τον εαυτό μου ή εκείνην; Γιατί, ό,τι κι αν λέω, κακά τα ψέματα.
Μάνα της είμαι και την πονάω.
Μα πονάω και τον εαυτό μου.
Κάθε φορά που με συγχύζει, με τρελαίνει ο πόνος του έλκους. «Αφού σ΄ έκαν΄ ο θεός άσκημη», της λέω, «ντύσου τουλάχιστον λιγάκι πιο φανταχτερά, μπας και ξεγελάσεις κανέναν!» Μα δυστυχώς δε μούμοιασε ούτε σ΄ αυτό.
Δε θέλω να πω πως είμ΄ όμορφη.
Μα έχω αέρα.
Ήξερα πάντα να ντύνομαι.
Στην ηλικία της έπιανα πουλιά στον αέρα.
Περνούσα και γύριζαν τα κεφάλια των ανδρών, όπως γυρίζουν τα ηλιοτρόπια στον ήλιο.
Δεν ήμουνα σαν κι αυτό το σαμιαμίδι! Ήθελα νάξερα σε ποιον διάβολο έμοιασε.
Σε μένα δεν έμοιασε, στη γιαγιά της δεν έμοιασε, στον παππού της καθόλου, στον πατέρα της ακόμα λιγότερο.
Μπορεί νάταν παλιάνθρωπος, μπορεί νάταν αυτό που ήταν, αλλ΄ ήταν άνθρωπος του κόσμου.
Ήταν όμορφος – πιο όμορφος απ΄ ό,τι έπρεπε… Όχι, δεν είμαι όμορφη! Μα ξέρω να ζήσω.
Ποια γυναίκα στην ηλικία μου θα βαστιόταν τόσο καλά, όσο βαστιέμαι εγώ; Όλες μου οι φίλες κι όλες μου οι συμμαθήτριες απ΄ τ΄ Αρσάκειο έχουν γεράσει.
Τις βλέπω στο δρόμο και τρομάζω.
Είναι κιόλας γιαγιάδες!… Όχι επειδή έχουν εγγόνια – η Ιουλία δεν έχει εγγόνια – αλλ΄ επειδή παραμέλησαν τον εαυτό τους.
Αφέθηκαν και γέρασαν.
Το σώμα δε γερνάει, αν δε γεράσει πρώτα η καρδιά. «Ας κάνουν οι κόρες μου λούσα!» σου λέει. «Ας πάνε τα παιδιά μου στους χορούς και στις διασκεδάσεις! Εγώ τάφαγα πια τα ψωμιά μου!» Μα το λένε, γιατί έχουν παιδιά που αξίζουν κάθε θυσία.
Δεν έχουν τη Μαρία! Δεν ξέρουν τι θα πει νάχεις κόρη τη Μαρία, και γι΄ αυτό δεν τις αδικώ που με μέμφονται ότι ξαναπαντρεύτηκα, αντί να κοιτάξω να την παντρέψω.
Δεν ξέρουν ότι την εποχή που απεφάσισα να κάνω το σάλτο να πάρω το Θόδωρο, ζύγισα όλα τα υπέρ και τα κατά. Η Μαρία, είπα με το νου μου, είναι σαν το ναυαγό που πνίγεται… Αν κάνω πως πάω κοντά της να τη σώσω, θα με παρασύρει και μένα στον πάτο.
Ας σωθώ εγώ τουλάχιστον, για να της δώσω καιρό να μεγαλώσει λιγάκι, να ωριμάσει κάπως. «Πάντρεψέ την» μούλεγαν όλες, «και να δεις πως θα γίνει αγνώριστη». Να την παντρέψω εγώ; Ανημποριά έχει να βρει μόνη της γαμπρό; Εμένα στην ηλικία της με φλερτάριζαν δέκα άντρες συγχρόνως.
Όπου πήγαινα κρεμόντουσαν απ΄ τη φούστα μου.
Σ΄ όποιον νάλεγα «σε παίρνω», θάτρεχε με τα τέσσερα!.. Πώς έκανα –θα μού πείτε– τη στραβωμάρα να πάω να πέσω απάνω στο Φώτη, αυτό είν΄ άλλη ιστορία.
Προτιμώ να μην το θυμάμαι, γιατί συγχύζομαι περισσότερο.
Ίσως –λέω καμιά φορά με το νου μου– νάταν γραφτό απ΄ το θεό να τον πάρω για να τραβήξω όσα τράβηξα.
Γραφτό να γεννήσω αυτή τη Μέδουσα!… Άλλες πάλι φορές σκέπτομαι πως δε φταίει ούτ΄ ο θεός, ούτ΄ η μοίρα.
Εγώ φταίω, κανείς άλλος! Ήμουνα πεισματάρα και πάτησα πόδι.
Είπα «θα τον πάρω» και τον πήρα.
Από ένα πεισμα.
Ακριβώς επειδή δεν τον ήθελε κανένας απ΄ τους δικούς μου.
Ούτε κι αυτός ακόμα ο συχωρεμένος ο μπαμπάς, που ήταν πάντα τόσο επιφυλακτικός στις κρίσεις του.
Δεν εννούσα να τους αφήσω ν΄ ανακατευτούν ακόμα μια φορά στις υποθέσεις μου και στη ζωή μου, όπως είχαν κάνει στο παρελθόν.
Αρκετό κακό μούχαν κάνει με τις ανακατωσούρες τους στην περίπτωση του Αργύρη.
Δεν ήμουνα πια δεκαοχτώ ετών, όπως άλλοτε.
Ήμουνα εικοσιεφτά.
Ήμουνα αυτεξούσια κι αποφασισμένη να κάνω του κεφαλιού μου, κι έβγαλα τα μάτια μου! «Έκανα του κεφαλιού μου κι έβγαλα τα μάτια μου»: Απόσπασμα από το Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους