Τζότζος Σιγά σιγά η παρέα μαζεύτηκε. Κοίταξα γύρω μου με μια κρυφή χαρά. Ήμασταν όλοι εκεί. Το τζάκι σιγόκαιγε μια υπόγεια φωτιά κατευθείαν στις καρδιές μας. Η ταβέρνα, αυτό το μετερίζι των...
Τζότζος Σιγά σιγά η παρέα μαζεύτηκε. Κοίταξα γύρω μου με μια κρυφή χαρά.
Ήμασταν όλοι εκεί.
Το τζάκι σιγόκαιγε μια υπόγεια φωτιά κατευθείαν στις καρδιές μας.
Η ταβέρνα, αυτό το μετερίζι των φοιτητικών μας κρασοκατανύξεων, δεν είχε αλλάξει καθόλου.
Είχε θέα στην πόλη, μα αυτή χανόταν πίσω απ’ τη λίγδα τριανταπέντε χρόνων που θόλωνε τα τζάμια.
Ένα τεράστιο τζάκι στο κέντρο της ζέσταινε τα τραγούδια, τις συζητήσεις, τις ματιές και τις καρδιές των νέων που σύχναζαν εκεί.
Αλλά η μεγάλη έκπληξη ήταν ο Τζότζος.
Ο θηριώδης όγκος του σεργιανούσε ακόμη από τραπέζι σε τραπέζι.
Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει. «Άρρωστη καρδιά δε βρίσκεις γιατρειά...» Στρέψαμε την προσοχή μας προς το σημείο απ’ όπου ερχόταν η φωνή.
Το «Ταξίδι στα Κύθηρα». Αφεθήκαμε.
Η κοπέλα που τραγουδούσε ήταν βυθισμένη σε μια μαγική δίνη.
Η φωνή της έβγαινε κατευθείαν από την ψυχή.
Θέλησα κρασί.
Κι ένα τσιγάρο.
Κι άλλο ένα.
Πολλά τσιγάρα και κρασί. «Μα γιατί το τραγούδι να ’ναι λυπητερό...» Ο «Αύγουστος». Ωραία βραδιά.
Πολύ ωραία βραδιά σήμερα. «Μπράβο σου, κοπελάρα μου!», βρόντηξε ο Τζότζος με τη χοντροφωνάρα του.
Την κοιτούσα έντονα.
Μου ανταπέδωσε το βλέμμα με θέρμη.
Δεν ήταν όμορφη, μα την ήθελα σαν τρελός.
Στράφηκα στους φίλους μου. — Γιατί περιμέναμε τόσα χρόνια για να ξαναζήσουμε αυτά που μας σημάδεψαν στα νιάτα μας; Ούτε ο πρώτος φίλος μου ούτε ο δεύτερος ούτε ο τρίτος απάντησαν.
Έμοιαζαν χαμένοι στις σκέψεις τους κι έπιναν το κρασί τους — ή μάλλον τους έπινε εκείνο.
Στράφηκα κι εγώ στο ποτήρι μου.
Ο πρώτος φίλος ζήτησε από την κοπέλα την κιθάρα. «Ξύπνα μικρό μου κι άκουσε...» Το Μινόρε.. Το κρασί είχε τελειώσει.
Όσες φορές κι αν έγνεψα δεν πήρα απάντηση.
Ήταν σίγουρα ειδική περίπτωση ανθρώπου.
Ο δεύτερος φίλος σήκωσε το ποτήρι και το έδειξε με έμφαση στον άνθρωπο που πηγαινοέρχονταν στην κουζίνα.
Τότε στράφηκε το παιδοβούβαλο προς το μέρος μας, όχι και με τις πιο φιλικές διαθέσεις.
Στάθηκε από πάνω μας. — Τι έγινε, ρε; Εγώ δεν είμαι εδώ; — Μια ώρα σου κάνω νόημα, του είπα με ανάλογο ύφος.
Με αγνόησε εντελώς.
Τα είχε πάρει με τον δεύτερο φίλο μου.
Έφυγε μουρμουρίζοντας.
Ο τρίτος φίλος χαμογέλασε με κατανόηση. — Είναι γνήσιος, είπε.
Και κατά βάθος χρυσή καρδιά.
Το κρασί έφτασε στο τραπέζι μας.
Γεμίσαμε τα ποτήρια μέχρι πάνω.
Το δικό μου έμοιαζε ακόμη άδειο. -Υγεία! Τσουγκρίσαμε με όρεξη... Κοίταξα και τους τρεις παλιούς μου φίλους.
Αλήθεια, τι να ’ταν αυτό που μ’ έδεσε μ’ αυτούς τους ανθρώπους; Περάσαμε μαζί τα νιάτα μας, γιατί είχαμε πολλά κοινά.
Ήταν η φιλοσοφία, η ποίηση, οι πίτες από τις γκόμενες, οι έρωτές μας μ’ αυτές, οι βραδιές στο "ΣΙΚ" στη Λώρη Μαργαρίτη, τα κουτουκάκια, τα τσιγάρα και οι μπύρες μας στον πύργο του Τριγωνίου, η παραλία της Θεσσαλονίκης, ο Λευκός Πύργος, ο ΠΑΟΚ, ο Γκάλης κι ο Άρης τις Πέμπτες, το ότι η σωτηρία της ανθρωπότητας και της κοινωνίας εξαρτιόταν κάθε φορά από μια συζήτηση στην οποία συμμετείχαμε παθιασμένα.
Κι ο Τζότζος.
Τα νιάτα μας.
Η κιθάρα έβγαζε τις πρώτες νότες από το «Δίχτυ»: «Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς, κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει.
Μονάχος βρες την άκρη της κλωστής κι αν είσαι τυχερός ξεκίνα πάλι» Μεγάλο τραγούδι.
Έκλεισα τα μάτια και κάθισα έτσι για κάμποσα δευτερόλεπτα.
Όλα άρχισαν να γυρίζουν γλυκά.
Η μουσική με πήρε από το χέρι, με στροβίλισε πάνω απ’ το τραπέζι κι από κει κατευθείαν μέσα στο τζάκι, στο μυστικό κούτσουρο των δικών μου αναμνήσεων που καιγόταν απαλά στη θαλπωρή της ταβέρνας.
Ήμουν ένα ανεπαίσθητο ίχνος, ένα χάδι που ξέφυγε από το χέρι του έρωτα και χανόταν αργά στο βάθος μιας ατέλειωτης καθόδου.
Τα πάντα συνέχιζαν την ατέρμονη πορεία τους, μόνο που εγώ δεν ήμουν πια εκεί.
Δεν ήμουν πουθενά για να συγκλίνω ή να αποκλίνω.
Άνοιξα τα μάτια και τους είδα όλους εκεί, παγωμένους στις θέσεις τους, ακίνητους, θολούς και ασαφείς, θαρρείς κι ο χρόνος γλίστρησε από την παρέα μας κι άφησε στη θέση του μια ξεφτισμένη, παλιά φωτογραφία κρεμασμένη στον τοίχο με τις πολυκαιρισμένες φωτογραφίες θαμώνων.
Μια φωτογραφία γεμάτη γνώριμα πρόσωπα.
Τον πατέρα μου, τη μάνα μου, τον αδερφό μου,την παρέα μας, τους φίλους και τις αγαπημένες μου, συγγενείς ζωντανούς και πεθαμένους από καιρό.
Όλοι χαμογελούσαν στον μοναδικό απόντα.
Στον φωτογράφο.
Τότε, μες στο σκοτάδι και το χαλασμό, ένιωσα την ψυχή μου να σηκώνεται.
Οι πρώτες νότες από το ζεϊμπέκικο με βρήκαν όρθιο μπροστά απ’ το τζάκι.
Εγώ ζεϊμπέκικο; Και ποιο μάλιστα.
Σαν να είχε φύγει κάθε στάλα αίμα από μέσα μου.
Άπλωσα τα χέρια κι έφτασα τους τοίχους, κι όλη η ζωή μου κύλησε σαν ζάρι στα πόδια των θαμώνων.
Μ’ ένα πήδο μπήκα μέσα σ’ αυτό το ζάρι κι άρχισα να γυρνώ.
Σ’ αυτόν τον κόσμο πώς μπορείς να κάθεσαι και ν’ απορείς; Ξεκίνησες κι ήτανε νωρίς κι ήσουνα βέβαιος πως γράφεις ιστορία.
Μα έχασες το νήμα της ψυχής σβήσανε οι δρόμοι, χάθηκε και για σένα η πορεία.
Σ’ αυτόν τον κόσμο απορείς που σκόνταψες από νωρίς; (Πως ήσουν βέβαιος θα μου πεις...) Σ’ αυτόν τον κόσμο τον αβέβαιο, πιο βέβαιοι ακόμη κι απ’ το βέβαιο παίζαμε κρυφτό με τους αιώνες.
Να φταίγανε τάχα οι χειμώνες; Βγήκα έξω για λίγο καθαρό αέρα.
Στη διάβα μου χάνονταν και τζάκια και τραπέζια και θαμώνες και γκαρσόνια κι ερωμένες και φίλοι.
Μόλις έκλεισα την πόρτα πίσω μου, εξαφανίστηκε κι η ταβέρνα.
Ένα κτήριο ερημωμένο ξεπρόβαλε στη γωνία με Σθένωνος.
Υπό ανακαίνιση εδώ και μια εικοσαετία... Λίγο πριν χαθώ στο πρώτο στενό, είδα τους φίλους μου να ζουν, να γερνούν και να πεθαίνουν. Μετά έφυγα κι εγώ.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους