Υπήρξε εποχή που ο Πύργος του Άιφελ δεν ήταν ακόμη σύμβολο του Παρισιού, ούτε φόντο για καρτ ποστάλ, ούτε υποχρεωτικό σημείο συνάντησης ερωτευμένων και τουριστών. Ήταν, για αρκετούς Παριζιάνους, μια...
Υπήρξε εποχή που ο Πύργος του Άιφελ δεν ήταν ακόμη σύμβολο του Παρισιού, ούτε φόντο για καρτ ποστάλ, ούτε υποχρεωτικό σημείο συνάντησης ερωτευμένων και τουριστών.
Ήταν, για αρκετούς Παριζιάνους, μια υπαρξιακή απειλή.
Το 1887, όταν η κατασκευή του μόλις άρχιζε, η πόλη απέκτησε το δικό της μεγάλο δράμα: όχι πολιτικό, όχι κοινωνικό, αλλά αισθητικό.
Και τα αισθητικά δράματα, ως γνωστόν, είναι συχνά τα πιο αιματηρά, διότι οι πρωταγωνιστές τους δεν χρησιμοποιούν όπλα, αλλά επίθετα.
Στην εφημερίδα "Le Temps" δημοσιεύθηκε η περίφημη «Διαμαρτυρία των καλλιτεχνών», ένα είδος μανιφέστου εναντίον του υπό ανέγερση πύργου.
Συγγραφείς, ζωγράφοι, γλύπτες, αρχιτέκτονες και λοιποί θεματοφύλακες της γαλλικής γεύσης κατήγγειλαν το έργο ως άχρηστο, τερατώδες, σχεδόν ως μεταλλουργικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.
Ανάμεσα στους υπογράφοντες βρίσκονταν ο Guy de Maupassant, ο Alexandre Dumas ο υιός, ο συνθέτης Charles Gounod και ο Charles Garnier, ο αρχιτέκτονας της Όπερας.
Με άλλα λόγια, όλη η καλή κοινωνία της καλλιτεχνικής αγανάκτησης.
Η βασική κατηγορία ήταν απλή: το Παρίσι, αυτή η πέτρινη συμφωνία γοτθικού, κλασικού και αυτοκρατορικού μεγαλείου, κινδύνευε να καταπλακωθεί από μια σιδερένια καμινάδα.
Οι διαμαρτυρόμενοι φαντάζονταν τη Notre-Dame, το Λούβρο, τους Invalides και την Αψίδα του Θριάμβου να μικραίνουν ντροπιασμένα κάτω από τη σκιά ενός βιομηχανικού σκελετού.
Ήταν σαν να φοβούνταν ότι η Πόλη του Φωτός θα ξυπνούσε ένα πρωί και θα είχε μετατραπεί σε αποθήκη ανταλλακτικών.
Ο ίδιος ο Eiffel απάντησε ψύχραιμα, σχεδόν προσβλητικά ψύχραιμα για τα γούστα των ποιητών.
Υποστήριξε ότι οι καμπύλες του πύργου δεν ήταν αυθαίρετες, αλλά υπαγορεύονταν από την αντίσταση στον άνεμο.
Και ότι ακριβώς εκεί, στην τεχνική αναγκαιότητα, μπορούσε να υπάρξει μια νέα μορφή ομορφιάς.
Οι άλλοι μιλούσαν για αρμονία, μνήμη και αισθητική προσβολή.
Εκείνος μιλούσε για υπολογισμούς.
Και, όπως συμβαίνει συχνότερα απ’ όσο θα ήθελαν οι άνθρωποι των γραμμάτων, οι υπολογισμοί είχαν το πείσμα με το μέρος τους. Ο Πύργος, πάντως, δεν προοριζόταν εξαρχής να γίνει αιώνιος κάτοικος του Παρισιού.
Είχε, τρόπον τινά, άδεια παραμονής είκοσι ετών.
Κάτι σαν ενοχλητικός συγγενής που όλοι ανέχονται προσωρινά, επειδή ξέρουν ότι κάποτε θα φύγει.
Με βάση τη σύμβαση του Gustave Eiffel, η μεταλλική αυτή πρόκληση θα έστεκε ως το τέλος του 1909.
Έπειτα, θεωρητικά, θα μπορούσε να αποσυναρμολογηθεί, να ξηλωθεί, να επιστρέψει η πόλη στην αισθητική της γαλήνη και το Champ de Mars σε πιο κόσμιες χρήσεις.
Και πράγματι, στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν ο ενθουσιασμός της Έκθεσης είχε ξεθυμάνει και οι επισκέπτες είχαν μειωθεί, η κατεδάφιση δεν ήταν απλώς ευσεβής πόθος των παλαιών εχθρών του πύργου.
Εξετάστηκε σοβαρά.
Μόνο που ο Eiffel, αφού είχε ήδη αντιμετωπίσει τους ποιητές με την αντοχή στον άνεμο, βρήκε τρόπο να αντιμετωπίσει και τους δημοτικούς συμβούλους με την επιστήμη.
Άρχισε να μετατρέπει το «άχρηστο τέρας» σε εργαστήριο πάνω από τις στέγες του Παρισιού: μετεωρολογικές παρατηρήσεις, πειράματα αεροδυναμικής, μελέτες για την πτώση των σωμάτων, δοκιμές επικοινωνίας. Ο Πύργος, που οι καλλιτέχνες τον είχαν φανταστεί ως μνημείο ματαιοδοξίας, άρχισε ξαφνικά να συμπεριφέρεται σαν εργαλείο.
Το πιο αποφασιστικό επιχείρημα ήρθε, όπως συχνά συμβαίνει, από εκεί όπου κανείς δεν περιμένει τη σωτηρία της αισθητικής: από τον στρατό.
Με την υποστήριξη του Eiffel, ο λοχαγός Gustave Ferrié εγκατέστησε στον Πύργο στρατιωτικό σταθμό ασύρματης τηλεγραφίας, σε μια εποχή που η νέα αυτή τεχνολογία κέρδιζε διαρκώς σε εμβέλεια και σημασία.
Ξαφνικά, η σιδερένια καμινάδα των διαμαρτυρόμενων λογίων μπορούσε να στέλνει και να λαμβάνει σήματα σε μεγάλες αποστάσεις.
Το τέρας απέκτησε στρατηγική αξία.
Και όταν ένα τέρας γίνεται χρήσιμο στο κράτος, σταματά σιγά σιγά να είναι τέρας και αρχίζει να λέγεται υποδομή.
Έτσι, την 1η Ιανουαρίου 1910, αντί να αρχίσει το μεγάλο ξήλωμα, η παραχώρηση ανανεώθηκε για άλλα εβδομήντα χρόνια. Ο Πύργος σώθηκε.
Οι ποιητές είχαν χάσει, οι μηχανικοί είχαν κερδίσει, και το Παρίσι απέκτησε το πιο διάσημο μνημείο του χάρη σε έναν παράξενο συνδυασμό σιδερένιας αλαζονείας, επιστημονικού πείσματος και στρατιωτικής χρησιμότητας.
Το τέρας έγινε αξιοθέατο, η καμινάδα έγινε εικόνα, και οι προφήτες της καταστροφής έμειναν με την αιώνια παρηγοριά των διανοουμένων: είχαν κάνει λάθος, αλλά με εξαιρετικό ύφος.
Η πιο ωραία ειρωνεία, βεβαίως, ανήκει στον Maupassant.
Ο άνθρωπος που τόσο απεχθανόταν τον Πύργο φέρεται να έτρωγε συχνά στο εστιατόριό του, επειδή ήταν το μόνο μέρος στο Παρίσι απ’ όπου δεν τον έβλεπε.
Είναι ίσως η κομψότερη μορφή μίσους: να καταφεύγεις στην κοιλιά του τέρατος για να αποφύγεις το πρόσωπό του.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους