Το προξενιό με την πραμάτεια Με προξενιό παντρεύτηκε η θεια-Λενιώ τον μπάρμπα-Στέλιο, και να με κάψει ο Θεός αν λέω ψέματα. Δεν ήμουν εγώ τότε, μα την ιστορία την άκουσα απ’ τη μάνα μου που την...
Το προξενιό με την πραμάτεια Με προξενιό παντρεύτηκε η θεια-Λενιώ τον μπάρμπα-Στέλιο, και να με κάψει ο Θεός αν λέω ψέματα.
Δεν ήμουν εγώ τότε, μα την ιστορία την άκουσα απ’ τη μάνα μου που την άκουσε απ’ τη δική της μάνα και στα μέρη μας, ό,τι περνάει από στόμα σε στόμα, γίνεται πιο αληθινό κι απ’ το χαρτί.
Η θεια-Λενιώ ήταν ορφανή από πατέρα.
Έπιαναν όμως τα χέρια της φωτιά.
Όλο το χειμώνα στον αργαλειό, και μόλις έπιανε Απρίλης, φόρτωνε το γαϊδούρι υφαντά, κιλίμια, πετσέτες με κεντημένα πουλάκια, και γύρναγε τα πανηγύρια.
Έβγαζε το ψωμί της με την πραμάτεια της.
Είχε και γλώσσα, η άτιμη.
Σου πούλαγε το ύφασμα και νόμιζες ότι σου χάριζε προίκα.
Ο μπάρμπα-Στέλιος ήταν μοναχογιός.
Είχαν ελιές, είχαν πρόβατα, είχαν και τα μούτρα του τα καλογυαλισμένα.
Το κακό με αυτόν ήταν ότι είχε τον «τρόπο» του, όπως τον έλεγαν τότε.
Κερνούσε όλο το καφενείο, έπαιζε χαρτιά μέχρι να λαλήσουν τα κοκόρια, και νόμιζε πως όλος ο κόσμος γυρνούσε γύρω απ’ το γιλέκο του. Μια Κυριακή στο παζάρι της Κατερίνης την είδε.
Αυτή καθόταν στο σκαμνάκι της, με το ριγέ φουστάνι και το μαντήλι στο κεφάλι, και δίπλωνε τα κιλίμια της με τρόπο που έλεγες «ούτε στην εκκλησία δεν τα διπλώνουν έτσι». Δίπλα της η μπάμπω-Αρετή, η προξενήτρα του χωριού, με τα μαύρα της, ζύγιαζε με το μάτι και τον άντρα και την πραμάτεια. Ο Στέλιος ζύγωσε τάχα να δει ένα κιλίμι.
Δεν κοίταγε το κιλίμι όμως.
Κοίταγε τα χέρια της Λενιώς, πώς πετούσαν πάνω στα χρώματα.
Κοίταγε το χαμόγελό της, που ήταν φτωχικό μα περήφανο. «Πόσο το δίνεις τούτο;» τη ρώτησε και η φωνή του βγήκε λίγο ξερή. «Όσο αξίζει ο κόπος μου, και λίγο παραπάνω για να ‘χω να ζήσω», του είπε εκείνη χωρίς να σηκώσει τα μάτια.
Του γυάλισε.
Πήρε τρία κιλίμια μονοκοπανιά, τα πλήρωσε χωρίς παζάρι, και το βράδυ δεν έκλεισε μάτι.
Την άλλη μέρα έστειλε την μπάμπω-Αρετή στο καλύβι της Λενιώς.
Έτσι γίνονταν τα προξενιά. Η Λενιώ δεν είπε όχι.
Είπε «να ιδωθούμε, να μιλήσουμε, να δω τι άνθρωπος είναι». Αρραβωνιάστηκαν.
Αλλά ο Στέλιος, κακομαθημένος από μικρός, δεν άλλαξε χούι.
Μια τον έβλεπαν να πίνει με την παρέα, μια να χάνει στο χαρτί το μηνιάτικο της φαμίλιας. Η Λενιώ του τα είπε μια, του τα είπε δυο. «Στέλιο, το σπίτι θέλει δυο χέρια, όχι ένα να δουλεύει κι ένα να σκορπάει». Αυτός γελούσε.
Λογάριαζε χωρίς τη Λενιώ και ήρθε το πανηγύρι του Αη-Γιώργη. Ο Στέλιος ήπιε, μέθυσε, πιάστηκε στα χέρια για ένα τίποτα.
Ντροπή για αρραβωνιασμένο.
Την άλλη μέρα η Λενιώ φώναξε την προξενήτρα. «Μπάμπω-Αρετή», της λέει, «πήγαινε πες του.
Πες του πως τα χαλάμε.
Δεν παντρεύομαι εγώ άνθρωπο που το ‘χει η νύχτα κι όχι η μέρα». Η μπάμπω-Αρετή πήγε.
Του τα είπε μαχαιριά. Ο Στέλιος στην αρχή θύμωσε.
Μετά έπεσε σε μαράζι.
Γιατί την αγαπούσε, βλέπεις.
Όχι την πραμάτεια της. Αυτήν.
Πέρασε ένας χρόνος.
Κανείς δεν τον έβλεπε πια στα καπηλειά.
Έπιασε τα κτήματα του πατέρα του, γέμισε τα χέρια του ρόζους.
Έγινε άνθρωπος.
Τότε ξανάστειλε την μπάμπω-Αρετή.
Τη βρήκε πάλι στο παζάρι, στο ίδιο σκαμνάκι, να διπλώνει τα κιλίμια της.
Αυτός στεκόταν από πίσω, με το γιλέκο του, κρατώντας ένα μικρό υφαντό στα χέρια.
Δεν μίλαγε.
Άφηνε την προξενήτρα να κάνει τη δουλειά. «Σ’ αγαπάει, κόρη μου», της είπε η γριά. «Κι άλλαξε.
Έγινε νοικοκύρης.
Κι έχει και βιος, μην είσαι ανόητη». Η Λενιώ σταμάτησε για μια στιγμή.
Χάιδεψε ένα κιλίμι με κόκκινα και μπλε σχέδια.
Μετά σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον Στέλιο στα μάτια.
Όχι την μπάμπω. «Μπάμπω», λέει, «πες του πως έχει αυτός τα χωράφια και τα πρόβατα.
Αλλά έχω κι εγώ τα χέρια μου και το πράμα μου.
Αν έρχεται να με πάρει για το πράμα μου, δεν του το δίνω.
Αν έρχεται για μένα, να κάτσει στο σκαμνάκι δίπλα μου και να μάθει να διπλώνει κιλίμια.
Γιατί στο σπίτι μας, δυο θα δουλεύουμε, δυο θα μιλάμε, και δυο θα αποφασίζουμε». Ο Στέλιος δεν είπε λέξη.
Έδωσε πίσω το υφαντό που κρατούσε, έκατσε στο δίπλα σκαμνάκι, κι έπιασε να διπλώνει.
Άτσαλα στην αρχή, μα με υπομονή και κάπως έτσι έγινε.
Παντρεύτηκαν και λένε πως στα γεράματά τους, πάλι στο ίδιο σκαμνάκι κάθονταν.
Αυτή έπλεκε κι αυτός της κρατούσε το νήμα.
Ό,τι έλεγε ο ένας, ο άλλος το συνέχιζε και πέθαναν με τρεις μέρες διαφορά γιατί τέτοιες αγάπες, σαν τα καλά τα υφαντά, δεν ξηλώνονται εύκολα. Θέλουν δυο χέρια για να γίνουν, και δυο χέρια για να κρατήσουν.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους