Σε τι ακριβώς χρησιμεύουν οι γάτες; Μπαίνει άγνωστος; Την κάνουν. Γίνεται σεισμός; Την κάνουν. Σκάνε κροτίδες; Την κάνουν. Ακούγονται εξατμίσεις, κόρνες γάμου, μαρσαρίσματα; Την κάνουν. Νυχτόβια...
Σε τι ακριβώς χρησιμεύουν οι γάτες; Μπαίνει άγνωστος; Την κάνουν. Γίνεται σεισμός; Την κάνουν.
Σκάνε κροτίδες; Την κάνουν.
Ακούγονται εξατμίσεις, κόρνες γάμου, μαρσαρίσματα; Την κάνουν.
Νυχτόβια πλάσματα; Τι λέτε καλέ; Κοιμούνται 22,5 ώρες την ημέρα, λυσσάνε μισή ώρα κάνοντας τα μαντάρα, σε γράφουν κανονικά άλλη μισή ώρα και το τριαντάλεπτο που απομένει γουργουρίζουν θέλοντας χάδια.
Προσοχή όμως, μην τυχόν όμως τις χαιδέψεις αφηρημένα ή νιώσουν πως τις χαιδεύεις από υποχρέωση, θα σε γδάρουν, να, σαν την Χρυσομαλλούσα, το χάδι δεν πρέπει να είναι ούτε πολύ ζεστό-έντονο ούτε πολύ κρύο-απαλό.
Αν καταλάβουν πως τα πήρες στο κρανίο επιστρατεύουν καταχθόνια και άτιμα μέσα: κουτουλίτσες, πατουσάκια, περνούν όλη την ώρα από κάτω σου και τυχαία ντε και καλά σε ακουμπούν με την ουρά τους. «ΟΚ», λες, πας να τις χαιδέψεις και αν σου κάτσουν γράψε μου, κάτι σαν «Α! Τώρα θες χάδια εσύ, ε; Έλα μου όμως που δεν θέμε εμείς.
Αν φάμε καλά το μεσημέρι, ίσως, λέμε ίσως, ίσως σου κάτσουμε το απόγευμα, ίσως πάλι όχι, θα δείξει». Χρειάζεσαι σίτες ανθρακονήματος ή τιτανίου, όχι τις συμβατικές μια που σκαρφαλώνουν σαν κομάντα.
Αν παρά τις σίτες μπει μύγα στο σπίτι ή δουν ένα μικροσκοπικό ζουζούνι στον τοίχο, ένα ζουζούνι που εσύ αντιλαμβάνεσαι μόνο όταν τις βλέπεις να κιαλιάρουν με ένταση τον τοίχο που κατ' εσένα δεν έχει τίποτε, τον έχεις επίσης πιει, μια που θα χρησιμοποιήσουν την σίτα, τις κουρτίνες, το καλοριφέρ, την βιβλιοθήκη, την ράχη του καναπέ, το τραπεζάκι, την επάνω επιφάνεια του μπουφέ -αυτή με τις πορσελάνες- ως εφαλτήριο επικού πηδήματος.
Αν παρά τις σίτες βγουν πανούργα στις βεράντες, βολτάρουν στην καρακοσμάρα τους στα στηθαία των μπαλκονιών την ώρα που εσύ χτυπάς επεισόδιο κοιλιακής ταχυκαρδίας.
Αγοράζεις ονυχοδρόμια άτυχε και άτυχη, μάθε όμως πως την απόλαυση που δίνουν οι πολυθρόνες και οι καναπέδες του καθιστικού δεν θα τις δώσει ποτέ κανένα ονυχοδρόμιο, εντ δις ιζ ε φακτ.
Ο πατέρας και ο θείος μου ως μαραγκοί είχαν (και ο θείος μου έχει, να 'ναι καλά ο άνθρωπος) κολλητούς κάτι ταπετσέρηδες.
Όταν ερχόταν πελάτης να δει τον καναπέ και τις πολυθρόνες, τι τον ρώταγαν; «Γατάκια έχετε;» «Ναι», έλεγε ο πελάτης ή η πελάτισσα «Τι ωραία...», έλεγαν οι ταπετσέρηδες, «πάρτε και την κάρτα μας...» Οι τέλοιοι γδάρτες ρε παιδιά, γδέρνουν ότι γδέρνεται και μερικά πράγματα που δεν θα πίστευες ποτέ πως γδέρνονται.
Κοιμάσαι σαν πουλάκι, μια από τις δυο έχει αυπνίες και τι να κάνει, να κάτσει μέσα, δε λέει, πηδά με φόρα παλεύοντας να κατεβάσει το χερούλι της κλειδωμένης πόρτας για να βγει στον διάδρομο.
Ξυπνά την άλλη και αρχίζουν και οι δυο να πηδούν στο χερούλι, νταπ, ντουπ, σα να κόβει βόλτες το φάντασμα των Canterville ρε φίλε.
Αν ξεχάσεις να κλειδώσεις την πόρτα και ξυπνήσεις στο μέσο της βραδιάς για να πας προς νερού σου κάνεις κάτι σαν «Αααα!!!» βλέποντας δυο ζευγάρια κινούμενων φωτεινών κατιτίς στο σκοτάδι.
Παθαίνουν αμόκ και σου κάνουν απόξεση και όταν τις κάνεις στεγνό μπάνιο με αφρό και ενώ εσύ σκουπίζεις τα αίματα μπαίνουν κάτω από ασήκωτα έπίπλα ή σκαρφαλώνουν στo ψηλότερο ράφι της κουζίνας ή στην οροφή της βιβλιοθήκης που ξεσκόνισες προ 10ετίας καταλήγοντας περισσότερο βρόμικες.
Γιατί αφρό; Μα γιατί ως αδαής την πρώτη φορά τις έβαλες στην μπανιέρα και τα είδες όλα.
Αν έχουν γούνα, τον ήπιες.
Αναπνέεις τρίχες.
Μα να μην έχεις αλλεργία όπως τόσοι και τόσες άλλοι και άλλες; Τέτοια γκαντεμιά.
Είναι άφαντες, βάζεις να φας και τσουπ, από το πουθενά, βρίσκονται δίπλα σου χώνοντας την μύτη τους μέσα στο πιάτο σου, μα αρακάς είναι, μα κρέας είναι, αδιάφορον του αν χλαπάκιασαν μισή ώρα πριν.
Σε κοιτούν στα μάτια, σα να σου λένε «Τι θα γίνει ρε χοντρέ; Μόνος σου θα τα φας όλα αυτά;» ή «Μπορούμε να 'χουμε δυο κεφτεδάκια; Τα μακαρόνια φάτα εσύ». Τα dental bites και οι λιχουδιές έχουν 2 ευρώ το βρομοφακελάκι, τα τρία στικάκια τρία ευρώ (τι λέτε ρε μεγάλοι; πάτε καλά;) και αυτές είναι μονίμως πεινασμένες, ανφ@κινμπιλίβαμπλ.
Άσε δε το άλλο, καταπίνουν ότι μ@λ@κία βρουν και σου κόβουν τα ήπατα με τους φρικώδεις ήχους του εμετού τους, να, σα να ΄σαι η Ripley που βλέπει τον αστροναύτη Kane να βγάζει απ' την κοιλιά του ένα μικρό και κακιασμένο Alien.
Τις χάνεις για ώρες, ανακατεύεις όλο το σπίτι, ψάχνεις, κοιτάς πάλι επιμελώς, σκέφτεσαι πως όταν άνοιξε η εξώπορτα την έκαναν, και αχ, δεν πρόσεχες γ@μώτο, αυτές είναι σπιτόγατες, είσαι εγκληματίας, Θεέ μου, έξω είναι ζούγκλα, τι θα απογίνουν; Βγαίνεις αλαφιασμένος στους δρόμους και όταν γυρνάς καταστενοχωρημένος σε περιμένουν με στυλάκι: «Τι θα γίνει ρε μάγκα; Θα φάμε τίποτις επαέ μέσα;». Το που ήταν παραμένει μυστήριο.
Χάνεις την μια και μετά εξάωρο ψάξιμο βλέπεις κάποια στιγμή μια ουρά να κινείται ρυθμικά κάτω από το συρόμενο κρεβάτι που βέβαια είναι κάτω από το κύριο κρεβάτι -τι διάτανο, πως τρούπωσε εκεί μέσα; Μην σιδερώσεις ρούχο, τον ήπιες, μια που πάνω του θα την ξαπλάρουν απολαμβάνοντας την θερμότητα.
Βάζεις αυτόματο ποτιστήρι και αυτόματη συσκευή ταίσματος, θες όμως και αυτόματο καθαριστή λεκάνης με σύνδεση wi-fi. Πως τα θες; Με λίγες εκατοντάδες ευρουλάκια μπορείς να λείψεις δυο, βία τρεις ημέρες και βέβαια ελέγχεις με κάμερα αν δουλεύουν τα ματζαφλάρια μια που σιτ χάπενς και τι τα θες, αμαρτία είναι, είσαι υπεύθυνος γι' αυτές, αν δεν ήσουν ικανός ή ικανή να μην τις υιοθετούσες.
Πας την μια στον κτηνίατρο για εμβόλιο και η άλλη της επιτίθεται για 3-4 τουλάχιστον ημέρες.
Πας την άλλη στον κτηνίατρο και η πρώτη της κάνει απειλητικά «ΧΧΧοοουυυ!» για μια εβδομάδα. «Βρε εγώ είμαι, ο Μπάμπης», νιαουρίζει η πρώτη.
Τίποτε η Μαριέττα. «ΧΧΧοοουυυ!» «Βρε εγώ είμαι, η Μαριέττα», νιαουρίζει η δεύτερη.
Τίποτε ο Μπάμπης. «ΧΧΧοοουυυ!» «Μη μαλώνετε.
Να είστε αγαπημένες» λες εσύ. «ΧΧΧοοουυυ!» σου κάνουν και οι δυο. Την άλλη φορά θα πάρω ιγκουάνα. Μουσική υπόκρουση: https://youtu.be/mcUza_wWCfA?si=fg-Tml0HT4iIFziV
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους