[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Γεννήθηκα στα Εξάρχεια όταν η Αθήνα ακόμα αιμορραγούσε χαμηλόφωνα. Οι σφαίρες ήταν πάνω στους τοίχους πριν μετατραπούν σε αισθητική της μνήμης και σε επετειακή φλυαρία ανθρώπων που αγαπούν την...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Γεννήθηκα στα Εξάρχεια όταν η Αθήνα ακόμα αιμορραγούσε χαμηλόφωνα. Οι σφαίρες ήταν πάνω στους τοίχους πριν μετατραπούν σε αισθητική της μνήμης και σε επετειακή φλυαρία ανθρώπων που αγαπούν την Ιστορία μόνο όταν έχει ήδη τελειώσει.

Ο πατέρας μου αξιωματικός του Εθνικού Στρατού.

Η γειτονιά ανταρτοκρατούμενη.

Κι όμως η γειτονιά προστάτευε τη μάνα μου.

Μετά άλλαξαν οι ρόλοι, πάντα αλλάζουν οι ρόλοι στην Ελλάδα, και η μάνα μου άρχισε να κουβαλά γάλατα και τρόφιμα σε ανθρώπους που είχαν ήδη ηττηθεί ιστορικά αλλά συνέχιζαν να ζουν μέσα στη φτώχεια και στην ταπείνωση.

Από τότε κατάλαβα πως η Ιστορία εδώ δεν τελειώνει ποτέ πραγματικά.

Απλώς σοβατίζεται.

Όπως σοβατίστηκαν αργότερα και οι τρύπες από τις σφαίρες στα Εξάρχεια. Η Αθήνα έγινε ειδική στο να καλύπτει τις πληγές της χωρίς ποτέ να τις θεραπεύει.

Το σπίτι μας ήταν μια μονοκατοικία με μαυρόασπρα πλακάκια, χαγιάτι και ζωγραφισμένα ταβάνια.

Από την ταράτσα έβλεπα την Ακρόπολη και τη θάλασσα μαζί.

Από τότε με κυνηγά αυτή η ανάγκη να βλέπω την Ακρόπολη όπου κι αν ζω, σαν να φοβάμαι πως αν χαθεί από μπροστά μου θα χαθεί κι ένα κομμάτι του εαυτού μου.

Δεν αγάπησα ποτέ την Αθήνα επειδή ήταν όμορφη. Η Αθήνα είναι κουρασμένη, βίαιη, γεμάτη ανθρώπους που μιλούν αδιάκοπα για ελευθερία ενώ ζουν σαν φοβισμένοι μικροαστοί μέσα στις ίδιες τους τις ζωές.

Κι όμως την αγάπησα παθολογικά.

Η μυρωδιά από τα καμένα λάδια στα στενά, ο ιδρώτας στα λεωφορεία, τα βρεγμένα πεζοδρόμια της Σταδίου, οι σκάλες της Πλάκας αργά το βράδυ όταν επιστρέφω εξαντλημένη από πρόβα και νιώθω ότι ολόκληρη αυτή η πόλη είναι ένα σώμα κουρασμένο που συνεχίζει να κινείται ενώ έχει ήδη αρχίσει να πεθαίνει εσωτερικά.

Ο πατέρας μου ζωγράφιζε αλλά δεν εξέθεσε ποτέ ούτε έναν πίνακα.

Η μητέρα μου έγραφε ποιήματα αλλά δεν εξέδωσε ποτέ ούτε μία σελίδα.

Μεγάλωσα ανάμεσα σε ανθρώπους που κουβαλούσαν την τέχνη σαν ιδιωτική ασθένεια.

Όχι σαν δημόσιο θρίαμβο.

Ίσως γι’ αυτό δυσπιστώ τόσο απέναντι στους ανθρώπους του πολιτισμού που μιλούν αδιάκοπα για «όραμα», «παρέμβαση», «πολιτιστική ευθύνη». Πολύ συχνά πίσω από αυτές τις λέξεις κρύβεται απλώς κοινωνική ματαιοδοξία με πιο καλλιεργημένο λεξιλόγιο.

Το ελληνικό θέατρο ειδικά είναι γεμάτο ανθρώπους που συμπεριφέρονται σαν κρατικοί υπάλληλοι της ευαισθησίας.

Επιτροπές, επιχορηγήσεις, μικρές εξουσίες, παρέες που γερνούν μαζί και συνεχίζουν να μιλούν για «ριζοσπαστικότητα» ενώ έχουν γίνει μέρος ενός μηχανισμού βαθιά συντηρητικού.

Καμαρίνια γεμάτα υποτιθέμενη αριστεροσύνη και βλέμματα φθόνου.

Άνθρωποι που μιλούν για τον Μπέκετ και μετά μετράνε ποιος πήρε καλύτερη κριτική.

Το θέατρο στην Ελλάδα συχνά δεν είναι χώρος ελευθερίας.

Είναι ένας ασφυκτικός μηχανισμός κοινωνικής επιτήρησης μεταμφιεσμένος σε κουλτούρα.

Άλλαζα συνεχώς σχολεία. Σέρρες, Κοζάνη, Λάρισα, Αθήνα.

Μεγάλωσα μέσα σε μετακινήσεις, στρατιωτικές μεταθέσεις, χιόνια, πανηγύρια, επαρχιακές σιωπές.

Δεν ρίζωσα ποτέ πραγματικά πουθενά.

Κι ίσως αυτό να με έσωσε.

Έμαθα να παρατηρώ τους ανθρώπους πριν μάθω να ανήκω σε αυτούς.

Να βλέπω πώς γελούν όταν θέλουν να κρύψουν τον φόβο τους.

Πώς αλλάζει η φωνή τους όταν αισθάνονται κοινωνικά κατώτεροι.

Η υποκριτική ξεκίνησε πολύ πριν ανέβω στη σκηνή.

Ξεκίνησε όταν κατάλαβα πως όλοι παίζουν ασταμάτητα έναν ρόλο για να επιβιώσουν μέσα σε αυτή τη χώρα.

Άλλοι τον ρόλο του αριστερού.

Άλλοι του καλλιεργημένου.

Άλλοι του ηθικού.

Άλλοι του προοδευτικού.

Και πίσω από όλους αυτούς τους ρόλους έβλεπα πάντα κάτι βαθιά τρομαγμένο.

Θυμάμαι ακόμη τις εξετάσεις στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης.

Το πορτοκαλί φόρεμα, το κραγιόν, το καλοκαιρινό μαύρισμα.

Έπεσαν επάνω μου να με ξεβάψουν λες και η θηλυκότητα ήταν κάτι ανάρμοστο που έπρεπε πρώτα να αφαιρεθεί για να επιτραπεί η είσοδος στη «σοβαρή τέχνη». Από τότε κατάλαβα κάτι βαθιά βίαιο για το ελληνικό θέατρο.

Συγχωρεί εύκολα τη μετριότητα αλλά όχι τα σώματα που κουβαλούν ζωή, λαϊκότητα, επιθυμία, ερωτισμό.

Υπάρχει πάντα μια υπόγεια απέχθεια προς τους ανθρώπους που δεν μοιάζουν αρκετά πεινασμένοι, αρκετά βασανισμένοι, αρκετά «σωστοί» με τον ενδεδειγμένο αισθητικό τρόπο.

Η κουλτούρα στην Ελλάδα πολύ συχνά δεν λειτουργεί ως χώρος απελευθέρωσης αλλά ως τελετουργία ταπείνωσης.

Ερωτεύτηκα πολύ στη ζωή μου.

Παθολογικά ίσως.

Με εκείνον τον τρόπο που ερωτεύονται οι άνθρωποι που φοβούνται βαθιά τη μοναξιά τους αλλά δεν μπορούν και να συμβιώσουν εύκολα με κανέναν.

Υπήρξαν άντρες που ερωτεύτηκαν τη «φωνή» μου, το πρόσωπό μου πάνω στη σκηνή, το βλέμμα μου κάτω από το φως, αλλά τρόμαξαν όταν συνάντησαν εμένα χωρίς ρόλο.

Υπήρξαν νύχτες που γύριζα μόνη σπίτι μετά από ένα ποτό και αισθανόμουν πιο άδεια απ’ όσο πριν.

Κοιτούσα τα χέρια μου μέσα στο ταξί.

Το πρόσωπό μου στον καθρέφτη του ασανσέρ.

Σαν να μην ήξερα αν με αγάπησαν ποτέ πραγματικά ή αν απλώς πέρασαν για λίγο μέσα από τη λάμψη του θεάτρου μου.

Και μεγαλώνοντας αυτό γίνεται όλο και πιο βίαιο.

Να συνεχίζεις να επιθυμείς ενώ γύρω σου ο κόσμος θεωρεί σχεδόν ανάρμοστη την επιθυμία μιας γυναίκας που γερνά.

Με τον Κάρολο Κουν κατάλαβα για πρώτη φορά πως το θέατρο μπορεί να γίνει σχεδόν θρησκευτική κατάσταση.

Όχι εξαιτίας κάποιας υψηλής θεωρίας αλλά εξαιτίας της απόλυτης αφοσίωσης. Ο Κουν δεν σκηνοθετούσε μόνο παραστάσεις… καταβρόχθιζε ανθρώπους.

Έβλεπα γύρω μου ηθοποιούς εξαντλημένους, ερωτευμένους, διαλυμένους από την ανάγκη να σταθούν αντάξιοι απέναντί του.

Κι όμως υπήρχε μια αλήθεια εκεί.

Μια σκληρότητα που δεν ήταν κοινωνική πόζα αλλά πραγματική εργασία πάνω στο σώμα και στη φωνή.

Μετά ήρθαν οι μεταγενέστεροι.

Πολύ θεωρία, πολύ ύφος, πολλή αυτοαναφορική διανόηση.

Συχνά αισθανόμουν ότι το ελληνικό θέατρο γέμιζε ανθρώπους που μιλούσαν ακατάπαυστα για το θέατρο χωρίς να ιδρώνουν πραγματικά ποτέ επάνω στη σκηνή. Ο Λευτέρης Βογιατζής; Δεν έχω αισθανθεί ποτέ στη ζωή μου τέτοια εξάντληση με σκηνοθέτη. Ο Λευτέρης δεν δούλευε πάνω στον ρόλο.

Δούλευε πάνω στη φθορά σου.

Στην αναπνοή σου.

Στην παραμικρή κίνηση του χεριού.

Στον χρόνο ανάμεσα σε δύο λέξεις.

Υπήρχαν βράδια που έφευγα από τις πρόβες σχεδόν άρρωστη.

Με πονούσαν τα πόδια μου, το στομάχι μου, η φωνή μου.

Κι όμως δεν μπορούσες να φύγεις.

Γιατί καταλάβαινες ότι εκεί συνέβαινε κάτι σπάνιο: κάποιος προσπαθούσε να φτάσει τον άνθρωπο πέρα από την τεχνική του. Ο Λευτέρης απαιτούσε μια μορφή αλήθειας σχεδόν απάνθρωπη.

Δεν τον ενδιέφερε να «παίξεις καλά». Τον ενδιέφερε να διαλυθείς αρκετά ώστε να απομείνει κάτι πραγματικό.

Και αυτή η διαδικασία είχε κάτι βαθιά βίαιο αλλά και βαθιά ερωτικό.

Σαν να σου αφαιρούσε σιγά σιγά όλες τις κοινωνικές άμυνες μέχρι να μείνεις γυμνός απέναντι στη σκηνή.

Υπήρχαν στιγμές που αισθανόμουν ότι δεν ζω πια πραγματικά έξω από τις πρόβες.

Ότι όλη η ζωή μου είχε μεταφερθεί σε υπόγεια θεάτρων, σε καμαρίνια, σε σκάλες, σε νυχτερινές διαδρομές μετά την εξάντληση.

Δεν έγινα ποτέ δασκάλα κανενός.

Με κουράζουν αφόρητα οι άνθρωποι που μιλούν για την «αποστολή της τέχνης». Η τέχνη δεν σώζει κοινωνίες.

Ούτε κάνει τους ανθρώπους καλύτερους.

Το έχω δει πολύ καθαρά μεγαλώνοντας μέσα στο θέατρο.

Άνθρωποι που παίζουν Τσέχωφ και Μπέκετ να συμπεριφέρονται σαν μικροί δικτάτορες στα καμαρίνια.

Άνθρωποι που μιλούν για ανθρωπισμό και ύστερα κατασπαράζουν ο ένας τον άλλον για μια επιχορήγηση, μια κριτική, μια θέση εξουσίας.

Η τέχνη ξεκινά από μια ανάγκη σχεδόν σωματική να μην καταρρεύσεις ολοκληρωτικά μέσα στη ζωή σου.

Μέχρι εκεί.

Όλα τα υπόλοιπα είναι συχνά φιλολογία ανθρώπων που φοβούνται να κοιτάξουν κατάματα τη δική τους εσωτερική ερημιά.

Κατέβηκα κι εγώ στην πλατεία με τους «Αγανακτισμένους». Για λίγο πίστεψα ότι ίσως γεννιέται κάτι αληθινό.

Πολύ γρήγορα όμως είδα πάλι την ελληνική αρρώστια να επιστρέφει.

Τη γοητεία της καταγγελίας χωρίς ευθύνη.

Την απόλαυση του γκρεμίσματος χωρίς καμία δημιουργική πρόταση.

Το πλήθος που εύκολα μετατρέπεται σε θέαμα εκτόνωσης.

Σαν ένα τεράστιο μικροαστικό πανηγύρι αυτολύπησης με συνθήματα, σουβλάκια και ψευδαίσθηση επανάστασης. Η Ελλάδα συχνά δεν θέλει πραγματικά να αλλάξει.

Θέλει να φωνάξει.

Να εκτονωθεί.

Να αισθανθεί για λίγο ηθικά ανώτερη πριν επιστρέψει ξανά στις ίδιες συνήθειες που κατήγγειλε.

Έχω κάνει κι εγώ αρπαχτές.

Πήρα χρήματα για δουλειές σχεδόν ανύπαρκτες.

Βούτηξα κι εγώ το δάχτυλο στο μέλι.

Κανείς δεν μένει αμόλυντος μέσα σε αυτό το σύστημα δημόσιας εικόνας, ανάγκης και επιβίωσης.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο εξαντλητικό στοιχείο μεγαλώνοντας μέσα στο θέατρο.

Όχι οι πρόβες.

Όχι οι αποτυχίες.

Αλλά η αίσθηση ότι διαρκώς διαπραγματεύεσαι τον εαυτό σου για να συνεχίσεις να υπάρχεις.

Μερικά βράδια επιστρέφω σπίτι και μυρίζω επάνω μου καπνό, ιδρώτα σκηνής, υγρασία από παλιά θέατρα και αισθάνομαι ότι κουβαλώ πάνω στο σώμα μου όλη την εξάντληση αυτής της χώρας.

Τώρα που μεγαλώνω βλέπω όλο και καθαρότερα κάτι τρομακτικό.

Ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να μιλούν, να εργάζονται, να εμφανίζονται δημόσια ενώ μέσα τους κάτι έχει ήδη αρχίσει να διαλύεται αθόρυβα.

Το βλέπω στους ηθοποιούς, στους πολιτικούς, στους φίλους μου, στην ίδια την Αθήνα.

Όλοι συνεχίζουμε να λειτουργούμε ενώ έχουμε ήδη κουραστεί βαθιά από τη ζωή μας.

Και τελικά αυτό είναι το μόνο πράγμα που με συγκινεί ακόμη στο θέατρο.

Ότι καμιά φορά, για λίγα δευτερόλεπτα πάνω στη σκηνή, αποκαλύπτεται αυτή η ρωγμή χωρίς ντροπή.

Εκείνη η στιγμή όπου ο άνθρωπος δεν υποδύεται πια τίποτα και φαίνεται ξαφνικά ολόκληρη η κούρασή του. Εκεί αρχίζει η αλήθεια.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences