Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς Μπρόντσκι στο Λένινγκραντ, στις 24 Μαΐου 1940. Ο πατέρας του, Αλεξάντερ Ιωσήφοβιτς Μπρόντσκι, ήταν φωτογράφος, εβραϊκής καταγωγής, πράγμα που συχνά τον...
Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς Μπρόντσκι στο Λένινγκραντ, στις 24 Μαΐου 1940.
Ο πατέρας του, Αλεξάντερ Ιωσήφοβιτς Μπρόντσκι, ήταν φωτογράφος, εβραϊκής καταγωγής, πράγμα που συχνά τον οδηγούσε στην ανεργία λόγω του ιδιότυπου σοβιετικού αντισημιτισμού που επικρατούσε τότε.
Η μητέρα του, Μαρία Βολπέρτ- Μπρόντσκι, ήταν μια χαρισματική γυναίκα, η οποία είχε ταλέντο με τις ξένες γλώσσες, γεγονός που τη βοηθούσε να σώσει την οικογένειά της, πολλές φορές, από το φάσμα της πείνας.
Πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε ένα κοινοβιακό διαμέρισμα του Λένινγκραντ, όπου πολλές φορές οικογένειες ζούσαν κάτω από την ίδια στέγη.
Το νεαρό αγόρι με τα ξανθοκόκκινα μαλλιά, από πολύ μικρή ηλικία έδειξε το χαρακτήρα του.
Αν θα θέλαμε σήμερα να χαρακτηρίσουμε όλη του τη ζωή, θα μπορούσαμε να το κάνουμε χρησιμοποιώντας τρεις όλες κι όλες λέξεις. Αμφισβήτηση, Ανυπακοή, Ανατροπή.
Αυτός ήταν ο Ιωσήφ Μπρόντσκι.
Στίχους άρχισε να γράφει σε νεαρή ηλικία, στα 18 του χρόνια.
Νωρίτερα είχε ήδη βιώσει τον αποκλεισμό στο σχολείο, λόγω της εβραϊκής του καταγωγής.
Από τα 15 του χρόνια άρχισε να εργάζεται ως εργάτης, μεταλλουργός, βοηθός στο νεκροτομείο της πόλης.
Παράλληλα, όμως, άρχισε να μαθαίνει ξένες γλώσσες.
Τα πολωνικά ήταν η πρώτη γλώσσα που έμαθε μόνος του ώστε να μπορεί να μεταφράσει στα ρωσικά τα έργα του Czeslaw Milosz και από τα αγγλικά τα έργα του Donne.
Ταυτόχρονα, γνωρίζει μέσα από πολωνικές μεταφράσεις το έργο των Κάφκα, Προυστ και Φόκνερ.
Τους πρώτους του στίχους, τους έγραψε το 1955.
Γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν πρόκειται να δημοσιευτούν στα λογοτεχνικά περιοδικά της Σοβιετικής Ένωσης, τα οποία λειτουργούσαν υπό το ασφυκτικό έλεγχο της κομματικής λογοκρισίας του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, κυκλοφορούσε τα έργα του σε μικρές αυτοσχέδιες – και ως εκ τούτου παράνομες – εκδόσεις, γνωστές και ως samizdat, οι οποίες κυκλοφορούσαν χέρι με χέρι, μεταξύ των φίλων του.
Ορισμένα από τα ποιήματά του δημοσιεύτηκαν, την εποχή εκείνη, στο παράνομο λογοτεχνικό περιοδικό «Σύνταξις». Ο νεαρός Μπρόντσκι άρχισε να συναναστρέφεται με όλους τους αποσυνάγωγους του καθεστώτος.
Έκανε παρέα με έξαλλα κορίτσια, ανήσυχους νεαρούς, γυρνούσε στα καπηλειά του Λένινγκραντ, όπου αυτοσχεδιάζοντας απάγγελλε τους στίχους του στην εύθυμη ομήγυρη.
Εντύπωση προκαλούσε σε όλους η μουσικότητα των στίχων του, το καταγγελτικό τους ύφος, αλλά και η βαθιά εσωτερικότητά τους.
Γίνεται αμέσως δημοφιλής, αλλά παράλληλα προσελκύει και την προσοχή της τρομερής μυστικής αστυνομίας του καθεστώτος, της ΚΑ. ΓΚΕ.
ΜΠΕ, η οποία φροντίζει μεθοδικά την εξόντωσή του. (Δημήτρης Τριανταφυλλίδης )
************* Το ιντερμέτζο του Ιούλη Τα κορίτσια που αγκαλιάσαμε Με τα οποία πλαγιάσαμε, Τους φίλους που ήπιαμε παρέα, Τους συγγενείς, που μας τάισαν και μας αγόραζαν τα πάντα, Τʼ αδέλφια και τις αδελφές, που μας αγάπησαν τόσο, Τους γνωστούς, τους τυχαίους γείτονες στο πάνω πάτωμα, Τους συμμαθητές, τους δάσκαλους, – όλους μαζί, – Γιατί δεν τους βλέπω πια, Πού εξαφανίστηκαν; Πλησιάζει το φθινόπωρο, άλλη μια άνοιξη έρχεται, Η νέα άνοιξη θορύβους άγνωστους βγάζει στις φυλλωσιές, Μπροστά μου όμως ξαναπερνάνε, με προσπερνάνε μέσα στη νύχτα, Στην ολόφωτη μέρα – όμορφα άγνωστα πρόσωπα.
Είναι άραγε όλοι αυτοί νεκροί, αν είναι δυνατόν να είναι αλήθεια.
Καθένας που μʼ αγάπησε, μʼ αγκάλιασε, γέλασε, Αν είναι δυνατόν να μην ακούω από μακριά του αδελφού την κραυγή, Αν είναι δυνατόν να έχουν φύγει, Και να απέμεινα μοναχός; Εδώ είναι, ανάμεσα στους παλιούς και τους νέους δρόμους, Περπατάω μόνος, δίχως να συναντώ κανέναν πια, Απαγορεύεται να μπω: στα στενά καθαρά σκαλοπάτια Και τα ξένα διαμερίσματα ηχούν στον πόνο μου.
Ήχησε, ήχησε, λοιπόν, νέα ζωή πάνω στον θρήνο μου, Και, μέτρα πόσες ακόμη, νέες αγάπες, συνήθισε, πόσες και πόσες; ακόμη απώλειες, Στʼ άγνωστα πρόσωπα, στον ξένο θόρυβο και στα νέα φορέματα, Ήχησε, ήχησε, λοιπόν, κλείνοντας μου κατάμουτρα την πόρτα.
Φώναξε, λοιπόν, από πάνω μου με το νέο, μεγάλο λάβαρο σου, Τράνταξε από πάνω μου, αντανακλώντας την σκιά μου Με την σκληρή σου πέτρα, Την φωτεινή πέτρα που ʽναι φάρος μέσʼ στο σκοτάδι, Αφήνοντας με, αφήνοντας με μαζί με τους νεκρούς μου. (Μετάφραση του Δημήτρη Τριανταφυλλίδη)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους