Το κερί - Μέρος Γ΄ — Η μικρή αδελφή Πέντε μέρες πριν την Άλωση Η Άννα ήταν εννέα χρονών και ρωτούσε πράγματα εκεί που δεν το περίμενες. Εκείνο το απόγευμα ο Μανουήλ καθόταν κοντά στο παράθυρο. Δεν...
Το κερί - Μέρος Γ΄ — Η μικρή αδελφή Πέντε μέρες πριν την Άλωση Η Άννα ήταν εννέα χρονών και ρωτούσε πράγματα εκεί που δεν το περίμενες.
Εκείνο το απόγευμα ο Μανουήλ καθόταν κοντά στο παράθυρο.
Δεν έκανε τίποτα.
Κοίταζε μόνο τον δρόμο από κάτω.
Ήταν σχεδόν άδειος.
Η μητέρα τους ζύμωνε στην άλλη άκρη του δωματίου.
Ο ίδιος ήχος ξανά και ξανά.
Παλάμες στη ζύμη, ζύμη στον πάγκο, πάλι παλάμες.
Κάποτε σταματούσε για λίγο, σαν να άκουγε κάτι απ’ έξω, κι ύστερα συνέχιζε. Η Άννα ήρθε και κάθισε δίπλα του στο πάτωμα.
Για λίγο δεν μίλησε.
Αυτό δεν της έμοιαζε καθόλου. «Μανουήλ.» «Τι;» «Η Παναγία ακούει ακόμη;» Ο Μανουήλ γύρισε και την κοίταξε.
Το πρόσωπό της ήταν σοβαρό.
Όχι όπως κάνουν τα παιδιά όταν παριστάνουν τους μεγάλους.
Ήταν αλλιώς.
Είχε ακούσει πράγματα που δεν έπρεπε να ακούσει.
Και τώρα τα κρατούσε μέσα της, χωρίς να ξέρει τι να τα κάνει. «Γιατί το λες αυτό;» «Γιατί προσεύχομαι κάθε βράδυ», είπε, «και τα κανόνια δεν σταματούν.» Ο Μανουήλ κοίταξε πάλι προς το παράθυρο.
Ήθελε να της πει κάτι που να την ησυχάσει.
Μα δεν ήθελε να της πει ψέματα. «Ακούει», είπε στο τέλος. «Τότε γιατί δεν τα σταματά;» Στην άλλη άκρη του δωματίου ο ήχος της ζύμης κόπηκε.
Η μητέρα τους δεν γύρισε.
Μόνο σταμάτησε. Ο Μανουήλ κατάλαβε πως άκουγε κι εκείνη. «Δεν ξέρω», είπε. «Δεν νομίζω πως γίνεται έτσι.» «Πώς γίνεται;» Δεν απάντησε αμέσως. Η Άννα τον κοιτούσε και περίμενε.
Σαν να μην υπήρχε τίποτε πιο σημαντικό εκείνη την ώρα από την απάντηση του. «Θυμάσαι που πέρυσι έπεσες στην αυλή και χτύπησες το γόνατό σου;» Η Άννα έγνεψε. «Η μάνα μας ήταν εκεί.
Δεν πρόλαβε να σε κρατήσει.» «Όχι.» «Αλλά μετά ήταν εκεί.» Η Άννα το σκέφτηκε. «Δηλαδή η Παναγία θα είναι εκεί μετά;» Ο Μανουήλ ένιωσε κάτι να τον σφίγγει στον λαιμό. «Ναι», είπε. «Θα είναι.» Δεν ήξερε ακριβώς τι σήμαινε αυτό το «μετά». Δεν ήξερε αν μιλούσε για αύριο, για την Πόλη, για αυτούς.
Αλλά το είπε.
Και ήθελε να είναι αλήθεια. Η Άννα σηκώθηκε χωρίς να πει άλλη κουβέντα.
Πήγε στο στρώμα της, γονάτισε και έβαλε το χέρι από κάτω.
Έψαξε λίγο.
Μετά γύρισε κρατώντας κάτι στη χούφτα της.
Στάθηκε μπροστά του και άνοιξε το χέρι.
Ήταν ένα μικρό ξύλινο σταυρουδάκι.
Το σχοινάκι του είχε κοπεί κάποτε και το είχαν δέσει ξανά με κόμπο. «Πάρ’ το», είπε. «Άννα, αυτό είναι δικό σου.» «Το ξέρω.» «Τότε;» «Εσύ βγαίνεις έξω.
Εγώ μένω εδώ με τη μάνα.» Το είπε απλά.
Χωρίς να κάνει πως θυσιάζεται.
Σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Ο Μανουήλ πήρε το σταυρουδάκι.
Ήταν τόσο ελαφρύ που στην αρχή νόμισε πως δεν κρατούσε τίποτα.
Μετά το έκλεισε μέσα στην παλάμη του και ένιωσε τον μικρό κόμπο από το σχοινί.
Δεν ήξερε τι να της πει.
Έτσι της χάιδεψε μόνο τα μαλλιά.
Εκείνη έκανε λίγο πίσω, όπως πάντα, γιατί δεν της άρεσαν πολύ αυτά.
Αλλά δεν έφυγε.
Από την άλλη άκρη του δωματίου ακούστηκε ξανά η ζύμη.
Η μητέρα τους είχε αρχίσει πάλι.
Έξω ο δρόμος έμενε άδειος.
Μόνο ένα παραθύρι απέναντι έκλεισε αργά.
Και κάπου μακριά ακούστηκε πάλι ένας κρότος.
Όχι δυνατός αυτή τη φορά.
Μα αρκετός. Η Άννα κοίταξε τον Μανουήλ. Εκείνος κράτησε πιο σφιχτά το σταυρουδάκι μέσα στην παλάμη του.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους