[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο μικρός σπορέας των τενεκέδων Όταν κατάλαβα πως από ένα μαύρο σποράκι βγαίνει ολόκληρο χρυσάνθεμο, έμεινα να κοιτάζω τα χέρια μου σαν να κρατούσαν μαγεία. Η γιαγιά είχε μια σειρά ασπρισμένους...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο μικρός σπορέας των τενεκέδων Όταν κατάλαβα πως από ένα μαύρο σποράκι βγαίνει ολόκληρο χρυσάνθεμο, έμεινα να κοιτάζω τα χέρια μου σαν να κρατούσαν μαγεία.

Η γιαγιά είχε μια σειρά ασπρισμένους τενεκέδες με γεράνια, χρυσάνθεμα, βασιλικο γραμμένα απ’ έξω.

Έχωνε μέσα χώμα, έριχνε σπόρο, έριχνε νερό, και τσουπ — ζωή.

Εκείνο το απόγευμα κάτι σκίρτησε μέσα μου.

Αν το χώμα είναι τόσο γενναιόδωρο, γιατί να του δίνουμε μόνο σπόρους; Γιατί όχι πράγματα που αγαπάμε; Που φοβόμαστε; Που θέλουμε να μεγαλώσουν; Κρατούσα στο ένα χέρι τον λοχαγό μου, τον καλύτερο, με το κράνος του γυαλιστερό και το τουφέκι του πάντα όρθιο.

Στο άλλο, το μικρό φτυαράκι της γιαγιάς.

Διάλεξα τον τενεκέ με τα πορτοκαλί χρυσάνθεμα.

Μύριζε ήλιο και βροχή.

Θα σε φυτέψω, λοχαγέ», του ψιθύρισα και θα φυτρώσει ολόκληρος στρατός, με σημαίες από πέταλα και σπαθιά από μίσχους.

Θα φυλάτε τα γεράνια της γιαγιάς από τις κάμπιες». Έσκαψα μια φωλίτσα στο μαλακό χώμα.

Τον έβαλα μέσα προσεκτικά, όρθιο, τον σκέπασα να μην κρυώνει.

Μετά περίμενα.

Δεν έχω την υπομονή που έχουν οι μεγάλοι.

Πήγαινα κάθε δέκα λεπτά.

Σκάλιζα με το δάχτυλο. «Βγήκες;» Τίποτα.

Μόνο χώμα και μερικά μυρμήγκια που έκαναν παρέλαση.

Το βράδυ τον ξέθαψα.

Λασπωμένος, σκυθρωπός, με το τουφέκι του γερμένο.

Έμοιαζε με τους στρατιώτες τους πήλινους που είδαμε στο μουσείο με τον μπαμπά.

Χωρίς ρίζα, χωρίς βλαστάρι, χωρίς υπόσχεση. Θύμωσα.

Τον ξανάθαψα πιο βαθιά.

Μήπως δεν τον έφτανε ο ήλιος; Τις επόμενες μέρες φύτεψα κι άλλα.

Τη γόμα μου που μύριζε φράουλα, μήπως βγει δέντρο με γόμες, ένα κουμπί από το παλτό του παππού, μήπως φυτρώσει άλλος παππούς.

Μια ολόκληρη δραχμή από τον κουμπαρά μου, για να θερίσω πλούτη.

Τίποτα δεν φύτρωσε.

Μόνο τα χρυσάνθεμα της γιαγιάς θέριευαν, αδιάφορα για τα δικά μου σχέδια.

Μου πήρε ένα καλοκαίρι να το χωνέψω.

Καθόμουν ξυπόλητος ανάμεσα στους τενεκέδες, με τα γόνατα γεμάτα χώμα και την απορία γεμάτη ερωτηματικά.

Η γιαγιά με είδε και δεν γέλασε.

Μου έδωσε ένα δικό της σπόρο. «Δοκίμασε αυτό», είπε.

Δεν ήταν σπόρος.

Ήταν ευχή. «Να φυτρώσεις», μου είπε.

Και τότε κατάλαβα.

Ο λοχαγός δεν έβγαλε ρίζες.

Αλλά όσο τον έθαβα και τον ξέθαβα, φύτρωσε μέσα μου κάτι άλλο.

Η ιδέα.

Η προσμονή.

Το πείσμα να πιστεύω πως τα άψυχα μπορεί και να ζωντανέψουν αν τα αγαπήσεις αρκετά.

Από τότε δεν ξανάθαψα παιχνίδια.

Έθαβα μυστικά.

Έθαβα ένα «φοβάμαι» στον τενεκέ με τον βασιλικό, και μύριζε λιγότερο μετά.

Έθαβα ένα «θέλω να γίνω αστροναύτης» στα γεράνια, και κάθε νύχτα το πότιζα κοιτώντας τα αστέρια κι αυτά, σε αντίθεση με τον λοχαγό, φύτρωναν. Θέριευαν.

Γίνονταν γερές ρίζες μέσα στο στήθος μου.

Χρόνια μετά, περνάω ακόμη από αυλές με τενεκέδες και χαμογελάω γιατί έμαθα το πιο μεγάλο μυστικό της σποράς: Το χώμα δεν ξεχωρίζει.

Ό,τι του δώσεις με πίστη, το ανασαίνει. Απλώς, κάποιοι σπόροι βγάζουν λουλούδια κι άλλοι, βγάζουν ανθρώπους. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences