Το Σπιτάκι που Μυρίζει Αλάτι Το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι κάθε πρωί, πριν καν ανοίξω τα μάτια, είναι ο ήχος. Όχι το ξυπνητήρι της πόλης. Το κύμα. Εκείνο το αργό σκάσιμο στην ακτή, λες και η θάλασσα...
Το Σπιτάκι που Μυρίζει Αλάτι Το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι κάθε πρωί, πριν καν ανοίξω τα μάτια, είναι ο ήχος.
Όχι το ξυπνητήρι της πόλης.
Το κύμα.
Εκείνο το αργό σκάσιμο στην ακτή, λες και η θάλασσα ανασαίνει δίπλα στο μαξιλάρι σου.
Αυτό θέλω.
Ένα σπιτάκι.
Όχι βίλα, όχι "επένδυση". Ένα σπιτάκι ασβεστωμένο, με μπλε παραθυρόφυλλα που έχουν ξεφλουδίσει από τον αέρα.
Να το βρω σε κάποιο ξεχασμένο νησί.
Από αυτά που δεν τα πιάνει το φέρι μποτ κάθε μέρα.
Ίσως στις Μικρές Κυκλάδες.
Ίσως κάπου στα Δωδεκάνησα, εκεί που τελειώνει ο χάρτης.
Η επιθυμία δεν ξεκίνησε από ρομαντισμό.
Ξεκίνησε από κούραση.
Από τα φανάρια που σε κοιτάνε πάντα κόκκινα όταν βιάζεσαι.
Από τις ειδοποιήσεις που δεν σταματάνε.
Από το να ψάχνεις ουρανό ανάμεσα σε πολυκατοικίες και μια μέρα, σε ένα καράβι για δουλειά, πέρασα έξω από ένα νησί χωρίς όνομα.
Ένας βράχος στη μέση του Αιγαίου με τρεις ελιές, ένα εκκλησάκι, και ένα σπίτι.
Μόνο ένα.
Με μια βάρκα δεμένη απ’ έξω.
Σκέφτηκα: "Ποιος μένει εδώ; Και γιατί δεν είμαι εγώ;" Από τότε, το μυαλό κολλάει εκεί.
Ξυπνάς χωρίς κουρτίνες γιατί ο ήλιος μπαίνει μόνος του.
Καφές στο μπρίκι, όχι σε κάψουλα.
Το ψυγείο μισοάδειο, γιατί ψωνίζεις ό,τι φέρνει η βάρκα κάθε Τρίτη.
Αν έχει μποφόρι, περιμένεις.
Το πρωί ασπρίζεις μια μάντρα.
Όχι γιατί πρέπει.
Γιατί σου αρέσει να βλέπεις το άσπρο να στεγνώνει στον ήλιο.
Το μεσημέρι βουτάς από τα βράχια.
Το νερό είναι τόσο διάφανο που μετράς τα βότσαλα.
Το απόγευμα διαβάζεις, ή μαστορεύεις το παραθύρι που τρίζει.
Το βράδυ δεν έχει φώτα.
Μόνο αστέρια.
Τόσα πολλά που νομίζεις ότι ακούς θόρυβο και ησυχία.
Όχι η ψεύτικη ησυχία της πόλης στις 4 το πρωί.
Ησυχία που ακούς τη σκέψη σου να κάθεται δίπλα σου.
Το τίμημα της μοναξιάς δεν θα σου πω ψέματα.
Θα υπήρχαν μέρες που ο αέρας θα ούρλιαζε για τρία μερόνυχτα.
Που θα τελείωνε το γάλα και θα έπινες τον καφέ σκέτο.
Που θα ήθελες να μιλήσεις σε άνθρωπο και το μόνο που θα είχες είναι οι γλάροι.
Το μοναχικό νησί δεν συγχωρεί αν πας για να ξεφύγεις.
Σε θέλει να πας για να βρεις.
Αν κουβαλήσεις την πόλη μέσα σου, θα σε πνίξει η ερημιά.
Πρέπει να μάθεις να είσαι παρέα με τον εαυτό σου.
Να αντέχεις όταν δεν έχει σήμα.
Να φτιάχνεις, όχι να παραγγέλνεις.
Γιατί κατάλαβα ότι η πολυτέλεια δεν είναι η πισίνα.
Είναι να ξέρεις το όνομα του αέρα που φυσάει κάθε εποχή.
Να μαζεύεις αλάτι από τα βράχια.
Να έχεις χρόνο να δεις ένα ηλιοβασίλεμα από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς να βγάλεις φωτογραφία.
Το σπιτάκι στη θάλασσα δεν είναι απόδραση.
Είναι επιστροφή.
Σε έναν ρυθμό που θυμάται το σώμα μου, αλλά τον ξέχασε το μυαλό.
Δεν ξέρω αν θα το κάνω ποτέ.
Ίσως μια μέρα βρω εκείνο το σπίτι με τα μπλε παραθυρόφυλλα.
Ίσως μείνει μια επιθυμία να με κρατάει όρθιο όταν η πόλη με πλακώνει.
Αλλά κάθε φορά που κλείνω τα μάτια και ακούω την πόλη, από κάτω ψιθυρίζει ένα κύμα και μου θυμίζει: υπάρχει κι άλλος τρόπος να ζεις. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους