Με αφορμή την ονοματοδοσία του ΔΗΠΕΘΕ Σερρών σε “Βασίλης Παπαβασιλείου”, ο παιδικός του φίλος Γιώργος Καλλιοντζής καταγράφει προσωπικές μνήμες και στιγμές από μια φιλία ζωής. "Πρώτα θέλω να...
Με αφορμή την ονοματοδοσία του ΔΗΠΕΘΕ Σερρών σε “Βασίλης Παπαβασιλείου”, ο παιδικός του φίλος Γιώργος Καλλιοντζής καταγράφει προσωπικές μνήμες και στιγμές από μια φιλία ζωής. "Πρώτα θέλω να ευχαριστήσω τους εμπνευστές και διοργανωτές, που με αφοσίωση και όραμα έδωσαν ζωή σε αυτήν την ξεχωριστή πρωτοβουλία.
Στις 29 Απριλίου, αργά το απόγευμα, χτύπησε το τηλέφωνο.
Ήταν η κυρία Φιλόσογλου.
Με παρακάλεσε να πω λίγα λόγια για τον Βασίλη — αφού η φιλία μας δεν διακόπηκε ποτέ, από το 1964 μέχρι το τέλος της ζωής του.
Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα.
Οι ώρες περνούσαν και εγώ προσπαθούσα να μαζέψω στιγμές… μικρά περιστατικά, εικόνες, λέξεις… γιατί τελικά, από αυτά είναι φτιαγμένη μια ζωή.
Και από αυτά μένει.
Γνωριστήκαμε το 1964, όταν άλλαξα σχολείο. Πρώτο Λύκειο, πρακτικό.
Στο δεύτερο τμήμα ήταν ο Βασίλης.
Ήμασταν μια παρέα έξι παιδιών — δεμένοι χωρίς να το ξέρουμε τότε, όπως μόνο τα παιδιά μπορούν να δεθούν.
Τα απογεύματα καταλήγαμε πάντα στο ίδιο μέρος: ένα παγκάκι στην πλατεία. «Το παγκάκι μας». Εκεί γελούσαμε, πειραζόμασταν, αφήναμε το ένα αστείο να γεννά το άλλο.
Δεν υπήρχε τότε τηλεόραση, δεν υπήρχαν κινητά.
Υπήρχε μόνο ο χρόνος — και ο ένας για τον άλλον.
Το σπίτι του Βασίλη ήταν κοντά, κι έτσι συχνά ήταν ο πρώτος που έφτανε.
Και όποιος περνούσε μπορούσε να δει μια εικόνα που έμοιαζε σχεδόν παράδοξη: σε άλλα παγκάκια, ηλικιωμένοι βυθισμένοι στη σιωπή και την πλήξη… και δίπλα τους ένα παιδί δεκαπέντε χρονών, με το καπέλο του σχολείου, να διαβάζει εφημερίδα.
Κάθε μέρα αγόραζε «Τα Νέα». Κάθε Κυριακή «Το Βήμα». Και κάθε δύο μήνες περίμενε με ανυπομονησία το περιοδικό «Θέατρο». Ήταν ίσως ο μόνος από εμάς που ήξερε τόσο νωρίς, τόσο καθαρά τι ήθελε να γίνει: σκηνοθέτης.
Δεν ήταν απλώς ένα όνειρο.
Ήταν μια απόφαση.
Πήγαινε στο Lycée Français de Serres για να μάθει τη γλώσσα.
Και το 1964, σε μια σχολική παράσταση στον Ορφέα, έπαιξε τον Αργκάν στον «Κατά φαντασίαν ασθενή» του Μολιέρου — στα γαλλικά.
Ήταν ακόμα παιδί… αλλά ήδη μέσα του κάτι είχε πάρει τον δρόμο του.
Και ύστερα πέρασαν τα χρόνια.
Στις 2 Μαρτίου 1985, στον ίδιο χώρο, στον Ορφέα, ο Βασίλης επέστρεψε.
Όχι πια ως μαθητής, αλλά ως καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Σερρών.
Σκηνοθέτησε τον «Θρίαμβο του έρωτα». Είκοσι ένα χρόνια μετά.
Κάποιοι κύκλοι κλείνουν αθόρυβα.
Αυτός έκλεισε με νόημα.
Εγώ στο μεταξύ είχα πια εγκατασταθεί στη Βιέννη, με οικογένεια.
Όμως η απόσταση δεν κατάφερε ποτέ να γίνει απόσταση πραγματική.
Κρατήσαμε επαφή όλα αυτά τα χρόνια — σαν να υπήρχε πάντα εκείνο το παγκάκι ανάμεσά μας. Κάθε Μάιο και Ιούνιο, στη Βιέννη, το Φεστιβάλ Θεάτρου γινόταν η αφορμή να ξαναβρεθούμε.
Το πρόγραμμα ανακοινωνόταν τον Ιανουάριο και, με τηλεφωνήματα, αποφασίζαμε ποιες παραστάσεις θα δούμε.
Και μετά ερχόταν.
Είδαμε τον Peter Zadek, τον Luc Bondy, τον Giorgio Strehler, τον Frank Castorf, τον Klaus Peymann, τον Luk Perceval, τον Georg Tabori, τον Hans Neuenfels, τον Patrice Chéreau, την Ariane Mnouchkine με το Théâtre du Soleil, τον Christoph Schlingensief, τον Christoph Marthaler… Το 2001 ήλθε τον Σεπτέμβριο για να δούμε τη μεγάλη θεατρική παράσταση για τη χιλιετηρίδα, τον «Φάουστ» σε σκηνοθεσία του Peter Stein, διάρκειας δεκαοχτώ ωρών σε δύο ημέρες, με τον Bruno Ganz στον ρόλο του Φάουστ.
Ή τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» σε σκηνοθεσία Michael Grüber και σκηνικά του Anselm Kiefer, σε μετάφραση του Peter Handke, με τους Bruno Ganz και Otto Sanders, το 2003.
Και βλέπαμε μαζί μεγάλα ονόματα, μεγάλες στιγμές του θεάτρου.
Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, το πιο σημαντικό δεν ήταν ποτέ μόνο οι παραστάσεις.
Ήταν ό,τι ακολουθούσε.
Βγαίναμε από το θέατρο και για λίγη ώρα περπατούσαμε σιωπηλοί, καπνίζοντας.
Σαν να χρειαζόταν πρώτα να καταλαγιάσει μέσα μας αυτό που είχαμε δει.
Και ύστερα ο Βασίλης άρχιζε.
Άρχιζε να μιλά.
Και τότε καταλάβαινες πως, πάνω απ’ όλα, ήταν δάσκαλος.
Θυμάμαι τους νυχτερινούς περιπάτους στον κήπο δίπλα στο Burgtheater. Τον Βασίλη να αναλύει, να εξηγεί, να φωτίζει πτυχές που εμείς δεν είχαμε καν προσέξει.
Οι περισσότερες παραστάσεις ήταν στα γερμανικά — μια γλώσσα που δεν κατείχε.
Κι όμως… έμοιαζε να καταλαβαίνει περισσότερα από όλους μας.
Ίσως γιατί δεν άκουγε μόνο τις λέξεις.
Ίσως γιατί έβλεπε πιο βαθιά.
Ίσως γιατί αυτό ήταν τελικά το χάρισμά του.
Σήμερα, προσπαθώντας να τον θυμηθώ, δεν σκέφτομαι μόνο τον σκηνοθέτη.
Σκέφτομαι εκείνο το παιδί στο παγκάκι.
Με την εφημερίδα στα χέρια.
Με το βλέμμα στραμμένο κάπου πιο μακριά από την πλατεία.
Και σκέφτομαι πόσο σπάνιο είναι να μείνει κανείς πιστός σε αυτό το πρώτο βλέμμα. Ο Βασίλης έμεινε.
Και γι’ αυτό δεν θα τον θυμόμαστε μόνο.
Θα τον κουβαλάμε μαζί μας.
Και αν σήμερα έπρεπε να πω με μία μόνο εικόνα ποιος ήταν ο Βασίλης, δεν θα διάλεγα ούτε τις μεγάλες παραστάσεις, ούτε τα ονόματα, ούτε τις επιτυχίες.
Θα διάλεγα εκείνο το παγκάκι.
Ένα παιδί δεκαπέντε χρονών, με μια εφημερίδα στα χέρια και ένα όνειρο που δεν το άφησε ποτέ.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν φεύγουν πραγματικά.
Μένουν στις λέξεις που είπαν, στις σκέψεις που άναψαν μέσα μας, στις στιγμές που μας έμαθαν να βλέπουμε λίγο πιο βαθιά. Ο Βασίλης ήταν ένας από αυτούς.
Και όσο θυμόμαστε, θα είναι πάντα εκεί — λίγο πιο μπροστά από εμάς, να μας δείχνει τον δρόμο". Γιώργος Καλλιοντζής
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους