Στο στόχαστρο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εισέρχεται και πάλι η διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων από την ελληνική πλευρά, ξεσκεπάζοντας ένα πιθανό σκάνδαλο μεγατόνων γύρω από τη δημιουργία δομών...
Στο στόχαστρο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εισέρχεται και πάλι η διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων από την ελληνική πλευρά, ξεσκεπάζοντας ένα πιθανό σκάνδαλο μεγατόνων γύρω από τη δημιουργία δομών μεταναστών τη διετία 2020-2021.
Σύμφωνα με αποκαλύψεις του Politico, οι ευρωπαϊκές αρχές εξετάζουν εξονυχιστικά τις διαδικασίες ανέγερσης δύο κέντρων υποδοχής μεταναστών σε Μαλακάσα και Σιντική Σερρών, έργα συνολικού κόστους 11,3 εκατομμυρίων ευρώ που μυρίζουν προκλητική σπατάλη και αδιαφάνεια.
Το βασικό έγκλημα κατά του δημοσίου χρήματος εντοπίζεται στο γεγονός ότι οι συμβάσεις παραχωρήθηκαν προκλητικά σε ιδιωτικές εταιρείες μέσω απευθείας αναθέσεων.
Με πρόσχημα την πανδημία και το «κατεπείγον», οι προϋπολογισμοί που εγκρίθηκαν εμφανίζονται παντελώς εξωπραγματικοί για τα δεδομένα της αγοράς.
Μάλιστα, πρόκειται για τα πρώτα έργα που υλοποιήθηκαν υπό την αποκλειστική ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης, αφού η εποπτεία αφαιρέθηκε από τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης.
Βρήκαν δηλαδή κάποιοι φίλοι της κυβέρνησης, την ευκαιρία να πέσουν με τα μούτρα στα κονδύλια.
Το πάρτι εκατομμυρίων αποτυπώνεται στις συνεχείς παρατάσεις. Στη Μαλακάσα, μετά από πέντε παρατάσεις, το κόστος εκτινάχθηκε κατά 1,7 εκατομμύρια ευρώ, ενώ στη Σιντική το αρχικό ποσό των 3,6 εκατομμυρίων σχεδόν διπλασιάστηκε.
Το απόλυτο σοκ και ο ίλιγγος προκαλούνται από εσωτερικό έγγραφο διεθνούς οργανισμού, το οποίο αποκαλύπτει ότι η Ε.Ε. χρηματοδότησε παρόμοια έργα με κόστη 15 φορές χαμηλότερα! Ενώ το φυσιολογικό κόστος ανά ωφελούμενο δεν ξεπερνούσε τα 270 ευρώ, στη Μαλακάσα άγγιξε το εξωφρενικό ποσό των 23.900 ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τηρεί σιγή ιχθύος προστατεύοντας την έρευνα, την ώρα που η πολιτική πίεση λυγίζει την κυβέρνηση, η οποία καλείται για άλλη μία φορά να δώσει εξηγήσεις για αυτή την πρωτοφανή διασπάθιση χρήματος.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους