[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η πρώτη τεκμηριωμένη αναφορά του τύμβου της Μεσσολακιάς το 1394 μ.Χ. Περί του τοπωνυμίου του Καστά και της θέσης του στις μεσαιωνικές και νεότερες πηγές Η συζήτηση για την παλαιότερη τεκμηριωμένη...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η πρώτη τεκμηριωμένη αναφορά του τύμβου της Μεσσολακιάς το 1394 μ.Χ. Περί του τοπωνυμίου του Καστά και της θέσης του στις μεσαιωνικές και νεότερες πηγές Η συζήτηση για την παλαιότερη τεκμηριωμένη μνεία του Καστά δεν αρχίζει από την αρχαιολογική ανασκαφή, αλλά από τα μεσαιωνικά έγγραφα που περιγράφουν την περιοχή του κάτω Στρυμόνα.

Στα χρυσόβουλλα, στα πατριαρχικά σιγίλλια και στα μοναστηριακά αρχεία του Αγίου Όρους διασώζονται οροθετικές περιγραφές κτημάτων, μετοχίων και χωρίων γύρω από το Μαρμάριον, τη Χρυσόπολη, τη Λουκοβίκεια, τη βασιλική οδό και τη ζώνη της Αμφίπολης.

Τα έγγραφα αυτά δεν γράφτηκαν για να περιγράψουν αρχαιολογικά μνημεία.

Γράφτηκαν για να κατοχυρώσουν δικαιώματα γης.

Ακριβώς γι’ αυτό η αξία τους είναι μεγάλη: διασώζουν την πρακτική γεωγραφία του τόπου, όπως τη γνώριζαν όσοι κινούνταν μέσα σε αυτόν.

Κεντρική θέση σε αυτή τη συζήτηση έχει το οροθετικό κείμενο του 1394, το οποίο ανήκει στον κύκλο των εγγράφων της Μονής Παντοκράτορος Αγίου Όρους και συνδέεται με τον χρυσόβουλλο λόγο του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου και το σιγιλλιώδες γράμμα του Πατριάρχη Αντωνίου Δ΄. Η βασική έκδοση των σχετικών πράξεων βρίσκεται στα Actes du Pantocrator της Βασιλικής Κράβαρη, ενώ η ιστορική γεωγραφία της περιοχής έχει εξεταστεί από τον Δημήτριο Σαμσάρη στη μελέτη του για τη βυζαντινή κάτω κοιλάδα του Στρυμόνα.

Νεότερες τοπογραφικές προσεγγίσεις, όπως των Τσαρούχα και Μπονόβα, συνδέουν το Μαρμάριον με την περιοχή της σημερινής Αμφίπολης και αναδεικνύουν τη συνέχεια της τοπικής μνήμης μέσα από τα ονόματα, τα όρια, τις πηγές και τους δρόμους.

Μέσα σε αυτό το τεκμηριωτικό πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί η φράση «λίθων σωρείαν διὰ τῆς ὑψηλῆς τούμβας». Δεν πρόκειται για ποιητική περιγραφή ούτε για αόριστη αναφορά.

Είναι μέρος μιας οροθετικής διαδρομής που κινείται ανάμεσα σε φρέατα, πηγές, ρέματα, δρόμους, λιθοσωρούς, τούμπες και χωριά.

Το κείμενο αναφέρει την τούμπα του Οστροζηνίκου, μία τούμπα πλησίον της βασιλικής οδού, την υψηλή τούμβα, την τούμπα του Ιαννίκα και κατόπιν άλλες τούμπες.

Δεν έχουμε λοιπόν μία μοναδική μνεία, αλλά ένα ολόκληρο τοπίο υψωμάτων, μέσα στο οποίο ο Καστάς, ως ο μεγαλύτερος και πιο επιβλητικός γνωστός τύμβος της περιοχής, δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.

Το κείμενο του 1394 δεν κατονομάζει τον τύμβο με το σημερινό όνομα «Καστάς». Δεν γράφει «ὁ Καστάς» ούτε «τύμβος Καστά». Περιγράφει όμως ένα οροθετικό τοπίο στον κάτω Στρυμόνα, γύρω από το Μαρμάριον, την Αμφίπολη, τη Χρυσόπολη, τη Λουκοβίκεια, τη βασιλική οδό, πηγές, φρέατα, λιθοσωρούς και τούμπες.

Μέσα σε αυτό το τοπίο η φράση «λίθων σωρείαν διὰ τῆς ὑψηλῆς τούμβας» αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Εάν η βασιλική οδός του κειμένου συσχετιστεί με την αρχαία Εγνατία, και εάν η Εγνατία τοποθετείται στη ζώνη μεταξύ Τύμβου Καστά και Λόφου 133, όπως έχει αναφέρει το Υπουργείο Πολιτισμού για την αρχαιολογική έρευνα της περιοχής, τότε ο Καστάς δεν είναι πλέον ένας από τους πιθανούς υποψηφίους.

Γίνεται ο ισχυρότερος γνωστός υποψήφιος για την τούμπα που περιγράφεται πλησίον της βασιλικής οδού και, ακόμη περισσότερο, για την «ὑψηλὴν τούμβαν» με τη λιθοσωρεία.

Η αναζήτηση του ονόματος «Καστάς» στις μεσαιωνικές πηγές δεν πρέπει να αρχίζει από την προσδοκία ότι ο τύμβος θα κατονομάζεται όπως σήμερα.

Στα βυζαντινά και μεταβυζαντινά έγγραφα, ιδίως στα χρυσόβουλλα, στα σιγίλλια και στα μοναστηριακά αρχεία, τα μνημεία σπανίως περιγράφονται ως αρχαιολογικές οντότητες.

Καταγράφονται κυρίως ως σημεία ορίου, ως σημάδια στον χώρο, ως πηγές, φρέατα, δρόμοι, ρέματα, πόροι, τούμπες, λιθοσωροί, παλιότοποι και χωριά.

Η γλώσσα των εγγράφων είναι γλώσσα ιδιοκτησίας και οροθεσίας.

Δεν είναι γλώσσα αρχαιολογικής ταξινόμησης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί το κείμενο του 1394.

Η μαρτυρία ανήκει στον κύκλο των εγγράφων της Μονής Παντοκράτορος Αγίου Όρους και συνδέεται με τον χρυσόβουλλο λόγο του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου και το σιγιλλιώδες γράμμα του Πατριάρχη Αντωνίου Δ΄, τα οποία επιβεβαιώνουν κτήσεις της μονής στην περιοχή του κάτω Στρυμόνα.

Η βασική έκδοση των σχετικών πράξεων είναι τα Actes du Pantocrator της Βασιλικής Κράβαρη, διπλωματική έκδοση σε δύο τόμους που περιλαμβάνει έγγραφα της μονής από τον 11ο έως τον 16ο αιώνα. Οι Τσαρούχας και Μπονόβας, αξιοποιώντας τα έγγραφα της Μονής Παντοκράτορος, συνδέουν το Μαρμάριον με την περιοχή της σημερινής Αμφίπολης και σημειώνουν ότι σε σιγίλλιο του 1618 ο οικισμός περιγράφεται ως «Ἀμφίπολις ἤ Μαρμάριον», στοιχείο που δείχνει ότι η μνήμη της Αμφίπολης συνυπήρχε με τα μεταγενέστερα τοπωνύμια της περιοχής.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το κείμενο δεν μιλά για μία τούμπα.

Περιγράφει ένα ολόκληρο τοπίο από τούμπες.

Αναφέρονται η τούμπα του Οστροζηνίκου, μία τούμπα πλησίον της βασιλικής οδού, η υψηλή τούμβα, η τούμπα του Ιαννίκα και στο τέλος «αἱ ἐκεῖσε τοῦμβαι». Αυτό σημαίνει ότι ο βυζαντινός γραφέας είχε μπροστά του μια περιοχή όπου τα υψώματα, φυσικά ή τεχνητά, λειτουργούσαν ως αναγνωρίσιμα σημεία προσανατολισμού.

Η λέξη «τούμπα» στη Μακεδονία μπορεί να δηλώνει χωμάτινο ύψωμα, παλαιό οικιστικό λόφο, τύμβο, τεχνητή ανύψωση ή τοπωνυμικό σημάδι.

Δεν αποδεικνύει από μόνη της ταφικό μνημείο.

Όμως σε μια περιοχή όπου είναι γνωστοί μακεδονικοί τάφοι και όπου δεσπόζει ο μνημειακός Τύμβος Καστά, η επαναλαμβανόμενη χρήση της λέξης δεν μπορεί να θεωρηθεί αδιάφορη.

Η φράση «λίθων σωρείαν διὰ τῆς ὑψηλῆς τούμβας» είναι από τις ισχυρότερες ενδείξεις.

Δεν αναφέρει έναν μικρό γήλοφο ούτε ένα αφανές αγροτικό όριο.

Αναφέρει υψηλή τούμβα και σωρεία λίθων.

Εάν ο Καστάς δεν είναι αυτή η υψηλή τούμβα, τότε πρέπει να υποθέσουμε την ύπαρξη άλλου, εξίσου αναγνωρίσιμου υψώματος στην ίδια οροθετική ακολουθία, με εμφανή λίθινα κατάλοιπα και σχέση με δρόμο, πηγή και μοναστηριακά όρια.

Αυτό δεν είναι αδύνατο, διότι η περιοχή είναι αρχαιολογικά πυκνή.

Όμως ο Καστάς, με το μέγεθός του, τη θέση του και τον λίθινο περίβολό του, αποτελεί τον ισχυρότερο γνωστό υποψήφιο για μια τέτοια περιγραφή. Το Υπουργείο Πολιτισμού περιγράφει τον Τύμβο Καστά ως ενιαίο μνημειακό σύνολο, δηλαδή τύμβο, κυκλικό περίβολο και μνημειώδες ταφικό μνημείο.

Το δεύτερο καθοριστικό στοιχείο είναι το «φρέαρ τοῦ Δραγότζη». Στην οροθεσία το φρέαρ εμφανίζεται νωρίς, μετά το Ζάστριον και τον παλαιό πόρο. Οι Τσαρούχας και Μπονόβας αναφέρουν ότι το Μαρμάρι αποτελούσε κέντρο του μετοχίου και ότι η περιοχή τεκμηριώνεται μέσα από διαδοχικά βυζαντινά και οθωμανικά έγγραφα, ενώ παραπέμπουν και στη μελέτη του Σαμσάρη για τη βυζαντινή ιστορική γεωγραφία της κάτω κοιλάδας του Στρυμόνα.

Η διατριβή του Σαμσάρη έχει ως αντικείμενο τη διερεύνηση των βυζαντινών τόπων και μνημείων της κάτω κοιλάδας του Στρυμόνα και καταγράφει τοπωνυμικά, ορεογραφικά και υδρογραφικά λήμματα της περιοχής.

Το γεγονός ότι η θέση του φρέατος του Δραγότζη συνδέεται στη νεότερη τοπική μνήμη με την Πηγή Καστά είναι καίριο.

Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κόμβος της υπόθεσης.

Το όνομα «Καστά» δεν χρειάζεται να υπάρχει στο κείμενο του 1394 ως όνομα τύμβου.

Μπορεί να διατηρήθηκε ή να διαμορφώθηκε ως υδροτοπωνύμιο, ως όνομα πηγής ή μικροθέσης, και από εκεί να συνδέθηκε με τον γειτονικό λόφο.

Μπορεί επίσης να συνέβη το αντίστροφο, δηλαδή το όνομα του λόφου να έδωσε το όνομα στην πηγή.

Με τα διαθέσιμα δεδομένα η κατεύθυνση της μεταφοράς δεν αποδεικνύεται.

Το βέβαιο είναι ότι η γειτνίαση φρέατος, πηγής, δρόμου και τύμβου δημιουργεί έναν άξονα τοπογραφικής συνέχειας που ενισχύει την ανάγνωση του χωρίου υπέρ του Καστά.

Η απουσία της σημερινής ονομασίας «Καστάς» από το χρυσόβουλλο δεν αποδυναμώνει την ταύτιση.

Είναι συμβατή με τη λειτουργία των μεσαιωνικών τοπωνυμίων.

Το έγγραφο δεν ενδιαφέρεται να αναγνωρίσει αρχαιολογικά έναν μακεδονικό τύμβο.

Ενδιαφέρεται να οδηγήσει τον αναγνώστη πάνω στη γραμμή του ορίου.

Γι’ αυτό αναφέρει πηγές, δρόμους, λίθους, τούμπες, ρέματα και χωριά.

Το σημερινό όνομα μπορεί να είναι νεότερο, μπορεί να είναι παλαιότερο αλλά αργά τεκμηριωμένο, ή μπορεί να έχει επιβιώσει τοπικά χωρίς να περάσει στη συγκεκριμένη βυζαντινή γραφή.

Η βασιλική οδός προσθέτει το πιο κρίσιμο επιχείρημα.

Το κείμενο αναφέρει την «ὁδὸν τὴν βασιλικήν» σε σχέση με τούμπα και κατόπιν ξανά με την πορεία προς τον Κοσμά.

Εάν η βασιλική οδός ταυτίζεται, έστω λειτουργικά, με τη μεγάλη διαχρονική οδική ζώνη της Εγνατίας στην περιοχή της Αμφίπολης, τότε η φράση «πλησίον τῆς τούμβας» αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Το Υπουργείο Πολιτισμού έχει αναφέρει ρητά ότι η αρχαία Εγνατία Οδός τοπογραφικά τοποθετείται μεταξύ του Τύμβου Καστά και του Λόφου 133, στο πλαίσιο προγραμματισμού αρχαιολογικής έρευνας για τον εντοπισμό των καταλοίπων της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί η ακριβής γραμμή της οδού σε κάθε μέτρο της διαδρομής.

Σημαίνει όμως ότι η αρχαία οδική ζώνη βρίσκεται ακριβώς στο άμεσο τοπίο του Καστά.

Με αυτό το δεδομένο, η ερμηνεία αλλάζει ουσιαστικά.

Η «τούμπα πλησίον τῆς βασιλικῆς ὁδοῦ» δεν είναι πλέον μια αφηρημένη αναφορά σε άγνωστο λόφο.

Είναι περιγραφή που ταιριάζει εξαιρετικά με έναν μνημειακό τύμβο δίπλα ή πολύ κοντά στον κύριο οδικό άξονα της περιοχής.

Η «ὑψηλὴ τούμβα» με τη λιθοσωρεία γίνεται ακόμη πιο συμβατή με τον Καστά, διότι συγκεντρώνει τρία στοιχεία που συμπίπτουν με τη φυσιογνωμία του μνημείου: υψηλό και δεσπόζον ύψωμα, λίθινη μνημειακή παρουσία και άμεση σχέση με μεγάλο δρόμο.

Στο ίδιο δίκτυο εντάσσεται και το Μαρμάριον.

Η ταύτιση του Μαρμαρίου με την περιοχή της σημερινής Αμφίπολης είναι κρίσιμη, διότι δείχνει ότι τα μοναστηριακά έγγραφα δεν κινούνται σε αόριστη γεωγραφία.

Περιγράφουν τον χώρο όπου η αρχαία Αμφίπολη, η βυζαντινή κατοίκηση, οι μοναστηριακές κτήσεις, οι δρόμοι, τα περάσματα και τα υδάτινα σημεία επικαλύπτονται.

Η μαρτυρία ότι ο οικισμός περιγράφεται ως «Ἀμφίπολις ἤ Μαρμάριον» το 1618 δείχνει ότι η αρχαία ονομασία δεν είχε εξαφανιστεί από την ιστορική μνήμη της περιοχής. Η Λουκοβίκεια, η παλαιά Μεσολακκιά, λειτουργεί ως ανατολικότερο σημείο αναφοράς.

Για τον λόγο αυτό η «τούμβα τοῦ Ἰαννίκα» δεν πρέπει να ταυτιστεί μηχανικά με τον Καστά.

Το κείμενο την τοποθετεί σε ακολουθία μετά τον Κοσμά και τα δίκαια της Λουκοβίκειας.

Η τούμπα του Ιαννίκα μπορεί να ήταν άλλο ύψωμα, πιθανώς ανατολικότερο ή βορειοανατολικότερο, ενταγμένο σε άλλη ζώνη της ίδιας οροθεσίας.

Μπορεί επίσης να σχετιζόταν με τοπικό πρόσωπο, κάτοχο, καλλιεργητή ή παλαιό μικροτοπωνύμιο.

Η παρουσία συνορίτη λίθου δίπλα της την καθιστά καθαρά οροθετικό σημείο.

Δεν την καθιστά αυτομάτως τον Καστά.

Αντίθετα, η «ὑψηλὴ τούμβα» έχει ισχυρότερη σχέση με τον Καστά ως μνημειακό ύψωμα. Ο Καστάς είναι ακριβώς το είδος του τοπογραφικού όγκου που δεν θα μπορούσε εύκολα να αγνοηθεί από έναν οροθετικό περίπατο.

Δεν είναι ένας μικρός μακεδονικός τάφος κρυμμένος σε αγρό.

Είναι δεσπόζων λόφος, ορατός, με κλίμακα που υπερβαίνει τους συνήθεις ταφικούς τύμβους της Μακεδονίας.

Εάν γύρω του υπήρχαν εμφανείς λιθοσωροί από τον περίβολο, από καταπτώσεις, από αποξηλώσεις ή από επαναχρησιμοποιημένα αρχιτεκτονικά μέλη, τότε η φράση «λίθων σωρείαν διὰ τῆς ὑψηλῆς τούμβας» γίνεται όχι απλώς συμβατή, αλλά ιδιαίτερα εύστοχη.

Το επιχείρημα υπέρ του Μακεδονικού Τάφου IV ως ταύτισης μιας από τις τούμπες πρέπει να εξεταστεί χωριστά.

Η ύπαρξη πολλών τύμβων στο κείμενο επιτρέπει περισσότερες από μία ταυτίσεις. Ο ΜΤ IV μπορεί να αντιστοιχεί σε άλλη τούμπα της περιοχής ή σε κάποιον από τους τύμβους που αναφέρονται συλλογικά στο τέλος της οροθεσίας.

Εάν όμως βρίσκεται μακριά από την ακολουθία του φρέατος Δραγότζη, της Πηγής Καστά, της βασιλικής οδού και της υψηλής τούμβας, τότε είναι ασθενέστερος υποψήφιος για το συγκεκριμένο σημείο της περιγραφής.

Δεν χρειάζεται όλες οι αναφορές σε τούμπες να οδηγούν στον Καστά.

Το ζήτημα είναι ποια φράση ταιριάζει καλύτερα σε ποιο σημείο του τοπίου.

Η οροθεσία δεν είναι ευθύγραμμη περιγραφή χάρτη.

Είναι κίνηση μέσα στον χώρο.

Ξεκινά από το Ζάστριον, κατεβαίνει προς τον παλαιό πόρο, περνά από το φρέαρ του Δραγότζη, αφήνει δεξιά τα χρυσοπολιτικά δίκαια, φθάνει στον μεγάλο κρημνό, περνά από τη λίμνη, ανεβαίνει προς το σύνορο του Οστροζηνίκου, περιλαμβάνει τούμπα, κινείται προς πηγαίο ύδωρ, περνά από ξηρό ρύακα, δίστρατο, βασιλική οδό, άλλη τούμπα, αέναο ύδωρ, παλιουραία, λιθοσωρεία, υψηλή τούμβα, πηγή Λιάμβροκο, ξανά βασιλική οδό, Κοσμά, Λουκοβίκεια, τούμπα Ιαννίκα και άλλες τούμπες.

Η αλληλουχία αυτή μοιάζει με περιγραφή πυκνού τοπίου ορίων, νερών, δρόμων και υψωμάτων. Ο Καστάς, ως μνημειακός και ορατός λόφος ανάμεσα στην Αμφίπολη, τη Νέα Μεσολακκιά, την Πηγή Καστά και το αρχαίο οδικό πεδίο, δύσκολα αποκλείεται από αυτή την ανάγνωση.

Το όνομα «Καστάς» πιθανότερα δεν είναι το μεσαιωνικό όνομα του τύμβου με τη μορφή που το χρησιμοποιούμε σήμερα.

Η νεότερη μαρτυρία «Καστὰ τσεσμέ» δείχνει ότι το όνομα υπήρχε ως τοπωνυμικό στοιχείο πηγής ή θέσης στη νεότερη μοναστηριακή μνήμη.

Από εκεί μπορεί να συνδέθηκε με τον λόφο.

Μπορεί και το αντίστροφο, δηλαδή το όνομα του λόφου να έδωσε το όνομα στην πηγή.

Η βεβαιότητα δεν είναι δυνατή χωρίς πρόσθετα τεκμήρια.

Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η ονομασία «Καστά» δεν χρειάζεται να υπάρχει στο χρυσόβουλλο για να έχει το χρυσόβουλλο σχέση με τον χώρο του Καστά.

Το κείμενο του 1394 μπορεί να μην σώζει το όνομα, αλλά να σώζει την τοπογραφική παρουσία του μνημείου.

Το συμπέρασμα πρέπει να διατυπωθεί με ακρίβεια.

Το χρυσόβουλλο του 1394 δεν κατονομάζει τον Τύμβο Καστά.

Δεν αποδεικνύει ονομαστικά το σημερινό τοπωνύμιο.

Παρέχει όμως την παλαιότερη γνωστή, ισχυρά τεκμηριωμένη τοπογραφική μαρτυρία που μπορεί να συνδεθεί με τον ίδιο τον μνημειακό λόφο.

Η φράση «ὑψηλὴ τούμβα» με λιθοσωρεία, η τούμπα πλησίον της βασιλικής οδού, η γειτνίαση με το φρέαρ του Δραγότζη και τη νεότερη Πηγή Καστά, η θέση της Εγνατίας στη ζώνη Καστά-Λόφου 133, και η ένταξη του χώρου στο δίκτυο Μαρμαρίου, Αμφίπολης και Μεσολακκιάς συγκλίνουν προς μία ισχυρή ερμηνεία.

Η πιο πιθανή αναθεωρημένη ανάγνωση είναι η εξής: ο Καστάς αντιστοιχεί είτε στην τούμπα πλησίον της βασιλικής οδού είτε, ακόμη ισχυρότερα, στην «ὑψηλὴν τούμβαν» με τη λιθοσωρεία.

Η τούμπα του Ιαννίκα παραμένει πιθανή αλλά λιγότερο ισχυρή ταύτιση, διότι η θέση της μέσα στην οροθετική ακολουθία φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο με τη Λουκοβίκεια και τα ανατολικότερα όρια.

Η πιθανότητα ο Καστάς να μην μνημονεύεται καθόλου στο πέρασμα μειώνεται σημαντικά, εφόσον η βασιλική οδός συνδέεται με την οδική ζώνη της Εγνατίας δίπλα στον Καστά.

Με τα διαθέσιμα στοιχεία, η ερμηνευτική εκτίμηση μπορεί να επανακαθοριστεί ως εξής: η πιθανότητα η τούμπα πλησίον της βασιλικής οδού να είναι ο Καστάς ανεβαίνει περίπου στο 80-90%. Η πιθανότητα η «ὑψηλὴ τούμβα» με τη λιθοσωρεία να είναι ο Καστάς βρίσκεται περίπου στο 75-85%. Η πιθανότητα η «τούμβα τοῦ Ἰαννίκα» να είναι ο Καστάς παραμένει χαμηλότερη, περίπου στο 20-35%. Η πιθανότητα το χωρίο να περιγράφει γειτονικές τούμπες χωρίς καμία αναφορά στον Καστά περιορίζεται περίπου στο 5-15%. Αυτά τα ποσοστά είναι ερμηνευτικές εκτιμήσεις, όχι μετρήσιμη απόδειξη.

Επομένως θα μπορούσε να είναι άλλος μεγάλος τύμβος ή οροθετικό ύψωμα της περιοχής, χαμένο ή μη ταυτισμένο σήμερα.

Όμως η ανάγκη να υποθέσουμε έναν άλλο μεγάλο, υψηλό, λίθινο, ορατό και οδικά συνδεδεμένο τύμβο, τόσο κοντά στο τοπίο της Αμφίπολης και της Πηγής Καστά, κάνει την εναλλακτική εξήγηση λιγότερο αποδεκτή.

Από όλες τις γνωστές επιλογές, ο Καστάς είναι ο φυσικότερος και ισχυρότερος υποψήφιος.

Η αξία του χωρίου του 1394 βρίσκεται ακριβώς εδώ.

Δεν μας δίνει το σημερινό όνομα του Καστά.

Μας δίνει όμως το τοπίο μέσα στο οποίο ο Καστάς σχεδόν αναγκαστικά εμφανιζόταν ως υψηλή τούμβα, ως λίθινο σημάδι, ως ορόσημο δίπλα σε δρόμο και ως μνημειακός λόφος στο όριο ανάμεσα στην αρχαία Αμφίπολη, τη βυζαντινή τοπογραφία του Μαρμαρίου και τη νεότερη μνήμη της Πηγής Καστά.

Με αυτή την έννοια, το έγγραφο του 1394 μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη τεκμηριωμένη, έμμεση αλλά ισχυρή, τοπογραφική αναφορά στον Καστά. Ὁ ἀνθρωποδαίμων, νυκτὸς φάος, τὴν ψυχήν μου ἐκίνησε. Χάρις αὐτῷ.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences