Υπάρχει ένα λάθος που κάνουμε συχνά όταν ακούμε μεγάλες δηλώσεις από Αρχηγούς ΓΕΕΘΑ. Μένουμε στη φράση, στην ατάκα, στο κομμάτι που θα παίξει στα δελτία, θα κυκλοφορήσει στα κοινωνικά δίκτυα και θα...
Υπάρχει ένα λάθος που κάνουμε συχνά όταν ακούμε μεγάλες δηλώσεις από Αρχηγούς ΓΕΕΘΑ.
Μένουμε στη φράση, στην ατάκα, στο κομμάτι που θα παίξει στα δελτία, θα κυκλοφορήσει στα κοινωνικά δίκτυα και θα σηκώσει για λίγο το φρόνημα.
Όμως έναν Αρχηγό ΓΕΕΘΑ δεν τον κρίνεις μόνο από εκείνη τη στιγμή.
Τον κρίνεις και από το μετά.
Από τη διαδρομή του, από τη συνέπεια του λόγου του, από το αν η στάση του άφησε πραγματικό αποτύπωμα ή αν έμεινε απλώς μια δυνατή φράση που πέρασε και ξεθώριασε.
Θα ξεκινήσω από τον αείμνηστο Μιχαήλ Κωσταράκο.
Και εδώ θέλω να βάλω μια ανθρώπινη σημείωση.
Τους προσφωνώ με τα ονόματά τους και όχι κάθε φορά με τον πλήρη, ακριβή θεσμικό τίτλο τους, όχι από ασέβεια.
Το αντίθετο.
Όταν μιλάς για ανθρώπους που υπηρέτησαν σε τέτοιο επίπεδο, και μάλιστα για έναν άνθρωπο που δεν είναι πια κοντά μας, η ουσία δεν βρίσκεται πάντα στην τυπική προσφώνηση.
Βρίσκεται στο αποτύπωμα. Ο Κωσταράκος δεν ήταν ο άνθρωπος της εύκολης ανάτασης.
Δεν μιλούσε για να χαϊδέψει αυτιά.
Έλεγε κάτι πιο δύσκολο και πιο άβολο.
Ότι η Τουρκία δεν μπλοφάρει.
Ότι δεν πρέπει να τη διαβάζουμε με αφέλεια.
Ότι η Άγκυρα κινείται με σχέδιο, ισχύ, επιμονή και αναθεωρητική λογική.
Αυτό δεν είναι σύνθημα.
Είναι προειδοποίηση.
Δεν σε κάνει απαραίτητα να σηκωθείς από την καρέκλα.
Σε αναγκάζει όμως να σκεφτείς σοβαρά. Ο Αποστολάκης είπε ίσως τη δυνατότερη φράση της τελευταίας δεκαετίας.
Το «αν ανέβουν σε βραχονησίδα, θα την ισοπεδώσουμε» ήταν καθαρό, δυνατό, άμεσο.
Δεν χρειαζόταν επεξήγηση.
Το καταλάβαινε ο πολίτης, το καταλάβαινε ο στρατιωτικός, το καταλάβαινε και η άλλη πλευρά.
Εκείνη τη στιγμή έδωσε ανάταση.
Έβαλε μια κόκκινη γραμμή σε μια πρόταση.
Όμως η κρίση για έναν Αρχηγό δεν τελειώνει εκεί.
Η μετέπειτα πολιτική του πορεία, οι ρόλοι που ακολούθησαν και οι ισορροπίες στις οποίες μπήκε αφαίρεσαν βάρος από εκείνη την εικόνα.
Δεν ακυρώνουν τη φράση.
Αλλά την κάνουν να φαίνεται περισσότερο σαν δυνατή στιγμή και λιγότερο σαν διαρκές προσωπικό αποτύπωμα. Ο Χριστοδούλου κινήθηκε διαφορετικά.
Δεν έμεινε στη μνήμη για κάποια πολεμική ατάκα.
Δεν έπαιξε με τη φωτιά της δημόσιας εντύπωσης.
Η γραμμή του ήταν πιο θεσμική, πιο χαμηλόφωνη, πιο ψύχραιμη.
Είπε όμως κάτι που στην ουσία του είναι σωστό.
Ότι αποστολή των Ενόπλων Δυνάμεων είναι η διατήρηση της ειρήνης, αλλά πρέπει πάντα να είμαστε έτοιμοι για πόλεμο.
Ο πυρήνας της αποτροπής.
Η ειρήνη χωρίς ετοιμότητα δεν είναι πολιτική.
Είναι ευχή. Ο Φλώρος είναι, κατά τη γνώμη μου, η πιο βαριά περίπτωση αυτής της περιόδου.
Όχι μόνο γιατί μίλησε σκληρά.
Όχι μόνο γιατί είπε το «όποιος πατήσει ελληνικό έδαφος, πρώτα θα τον κάψουμε και μετά θα ρωτήσουμε ποιος είναι». Ο Φλώρος έδωσε κάτι πιο βαθύ.
Έδωσε αίσθηση αποφασιστικότητας.
Έδωσε νεύρο.
Έδωσε την εικόνα Αρχηγού που δεν στέκεται απλώς πίσω από ανακοινώσεις, αλλά καταλαβαίνει το πεδίο, την ψυχολογία του αντιπάλου και την ανάγκη να μην εμφανίζεται η Ελλάδα φοβική μέσα στην ίδια της την κυριαρχία.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο σημαντικό. Ο Φλώρος συνδέθηκε με την περίοδο της μεγάλης εξοπλιστικής ανασύνταξης.
Ήταν, με πραγματικούς όρους, ένας από τους βασικούς αρχιτέκτονες αυτής της αλλαγής. Rafale, Belharra, F-35 , ενίσχυση κρίσιμων δυνατοτήτων, επαναφορά αυτοπεποίθησης στις Ένοπλες Δυνάμεις.
Δεν ήταν μόνο θέμα αγοράς οπλικών συστημάτων.
Ήταν αλλαγή ψυχολογίας.
Η χώρα έδειχνε ξανά ότι δεν αρκείται στην άμυνα της διαμαρτυρίας, αλλά χτίζει δύναμη.
Και σε αυτό ο Φλώρος άφησε αποτύπωμα.
Όχι μόνο στον δημόσιο λόγο, αλλά και μέσα στο στράτευμα, εκεί όπου οι άνθρωποι καταλαβαίνουν πολύ καλά πότε υπάρχει πραγματική ενίσχυση και πότε απλώς επικοινωνιακή διαχείριση. Ο Χούπης ανήκει στη σημερινή φάση και θα κριθεί αργότερα.
Δεν χρειάζεται εδώ μεγάλη ανάλυση.
Έχει μιλήσει για την Τουρκία ως απειλή και για δυνατότητα άμεσης αντίδρασης.
Αυτό έχει τη σημασία του.
Αλλά ακόμη είναι νωρίς για να πει κανείς τι ακριβώς θα μείνει στη συνείδηση του στρατεύματος και του κόσμου. Οι Αρχηγοί δεν κρίνονται μόνο την ώρα που αναλαμβάνουν.
Κρίνονται όταν φανεί αν το ύφος τους έγινε πράξη, αν η ετοιμότητα είχε βάθος και αν η χώρα βγήκε ισχυρότερη από τη θητεία τους.
Αν λοιπόν το δούμε ψύχραιμα, ο Κωσταράκος έμεινε ως στρατηγική προειδοποίηση.
Έλεγε να μη διαβάζουμε την Τουρκία με αφέλεια. Ο Αποστολάκης έμεινε με τη μεγάλη φράση της βραχονησίδας, αλλά η συνέχεια θόλωσε την εικόνα του. Ο Χριστοδούλου έμεινε ως πιο θεσμικός και μετρημένος, χωρίς μεγάλη δημόσια ανάταση. Ο Φλώρος έμεινε ως ο Αρχηγός που έδωσε νεύρο, φρόνημα και εξοπλιστική ώθηση. Ο Χούπης ακόμη γράφει το δικό του κεφάλαιο.
Και εδώ είναι η ουσία.
Άλλο να λες μια δυνατή κουβέντα και άλλο να μένεις στη συνείδηση του στρατεύματος.
Το στράτευμα δεν εντυπωσιάζεται εύκολα.
Ξέρει να ξεχωρίζει την ατάκα από την ουσία, το επικοινωνιακό ύφος από την πραγματική ισχύ, τον θόρυβο από τη διοίκηση.
Και ο κόσμος, όσο κι αν παρασύρεται στιγμιαία από μεγάλες φράσεις, στο τέλος θυμάται εκείνον που του έδωσε αίσθηση ασφάλειας.
Γι’ αυτό, αν πρέπει να μείνει ένα καθαρό συμπέρασμα, είναι αυτό. Ο Αποστολάκης είχε τη φράση. Ο Κωσταράκος είχε τη στρατηγική καθαρότητα. Ο Χριστοδούλου είχε τη θεσμική ψυχραιμία. Ο Χούπης θα κριθεί στη συνέχεια.
Αλλά ο Φλώρος ήταν εκείνος που, σε μια δύσκολη περίοδο, έδωσε την πιο έντονη αίσθηση ανάτασης, όχι μόνο με λόγια, αλλά με την εικόνα μιας Ελλάδας που ξαναχτίζει αποτροπή, εξοπλίζεται, στέκεται όρθια και δείχνει ότι δεν διαπραγματεύεται την κυριαρχία της με κατεβασμένο βλέμμα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους