Все началось тогда, когда мне позвонила соседка мамы. — Χριστιάννα μου, γεια σου. — Καλησπέρα σας, κυρία Παναγιώτα, — απάντησα με έκπληξη. — Πώς είστε; Πώς τα παιδιά; — συνέχισε εκείνη. — Όλα καλά...
Все началось тогда, когда мне позвонила соседка мамы. — Χριστιάννα μου, γεια σου. — Καλησπέρα σας, κυρία Παναγιώτα, — απάντησα με έκπληξη. — Πώς είστε; Πώς τα παιδιά; — συνέχισε εκείνη. — Όλα καλά, σας ευχαριστώ, — της είπα, αρχίζοντας να ανησυχώ.
Δύσκολα κάποιος παίρνει τηλέφωνο μόνο για να ρωτήσει τα οικογενειακά.
Το ένστικτό μου δεν με πρόδωσε. — Χριστιάννα, έχεις καιρό να δεις τη μαμά σου; Το πέπλο τύψεων με σκέπασε για τα καλά.
Αναστέναξα βαριά.
Από τότε που μετακομίσαμε μακριά, κι ο γιος μου άρχισε το σχολείο, τρέχω σαν το βαποράκι στο κύμα.
Ξύπνα νωρίς, ετοίμασε πρωινό, ντύσε, στείλε τον μικρό στο σχολείο, πήγαινε δουλειά, τρέχα στα μαγαζιά, γύρνα σπίτι, μαγείρεψε, τάισε οικογένεια, πλύνε πιάτα, κι έλεγξε τα μαθήματα… Το βράδυ μένω χωρίς σταγόνα δύναμης — τι επισκέψεις πια... Και τα Σαββατοκύριακα, καθάρισμα σπιτιού, μπουγάδα, σιδέρωμα, κανένα διάλειμμα… Δύσκολα βρίσκαμε χρόνο να έρθουμε στη μαμά, ας μην λέμε ψέματα. — Πολύ καιρό, κυρία Παναγιώτα, — ομολόγησα ταπεινα. — Όλο το λέω κι όλο αναβάλλω... Το Σάββατο είπα να έρθω... — Τίποτα περίεργο δεν έχεις παρατηρήσει στη μαμά σου; — με ρώτησε προσεκτικά η Παναγιώτα. — Τι εννοείτε; — ρώτησα ανήσυχα. — Ξέρεις... στη συμπεριφορά της.
Κάποια αλλαγή; — Όχι, — και μέσα μου με έπιασε ένα περίεργο άγχος. — Γιατί ρωτάτε; — Να, Χριστιάννα μου, δεν ξέρω πώς να το πω... — τραύλισε η κυρα-Παναγιώτα. — Μπορεί και να μην είναι δική μου δουλειά... — Τι έγινε πια;! — σχεδόν φώναξα στο ακουστικό, ενώ μες στη φαντασία μου άρχισαν να ξετυλίγονται οι χειρότερες ιστορίες. — Η μαμά σου, μου φαίνεται ότι τα ‘χει χάσει στα γεράματα – είπε μονομιάς. — Δηλαδή; Από πού κι ως πού το λες αυτό; — αγανάκτησα. — Ανέβαλε άντρα στο σπίτι, σου λέω! Έχει δεσμό! — Αποκλείεται! — γέλασα ελαφρώς ανακουφισμένη. — Εδώ έχει περάσει τα εβδομήντα, τι έρωτες τώρα! — Μη λες μεγάλες κουβέντες, κορίτσι μου! — είπε με παράπονο η κυρα-Παναγιώτα. — Τα είδα με τα μάτια μου, σου λέω! — Εραστή; — Όχι! Τη μαμά σου είδα! Αυτή μου τα είπε! — άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι. — Χτες τη συνάντησα στο δρόμο.
Έτρεχε σαν τον άνεμο, ούτε που με κατάλαβε.
Την φώναξα.
Και μου λέει: "Συγγνώμη, Παναγιώτα, βιάζομαι να πάρω ψάρι.
Τι λες, λαβράκι ή μπακαλιάρο;" Εγώ έμεινα. "Ρένα, εσύ δεν έτρωγες ποτέ ψάρι," της είπα.
Κι αυτή: "Δεν είναι για μένα, για τον Βασίλη το παίρνω.
Λατρεύει το ψάρι." Και λαμποκοπούσε ολόκληρη. — Ε, δεν ξέρεις, — ταράχτηκα, — μπορεί να είναι κάποιος γνωστός της... — μα δεν θυμόμουν κανένα Βασίλη στη μαμά. — Ποιος γνωστός και κουραφέξαλα! Εραστής, στο λέω! — αποφάνθηκε. — Και μάλιστα, τον μάζεψε από το δρόμο! Τον Βασίλη, τον έχει σπίτι της! Αν είναι κανένας άστεγος, απατεώνας ή χειρότερα... Δεν ξέρεις τι γίνεται πια στην Ελλάδα, γεμίσαμε λαμόγια και δόλιους.
Τρομερά ανήσυχη, για λίγο έμεινα άφωνη.
Η κυρα-Παναγιώτα συνέχισε: — Και τι να ‘δεις! Μου λέει: "Περνούσα, τον είδα βρεγμένο μέσα σε μια λακκούβα, τα μάτια του σαν να μου μιλούσαν.
Μόλις με είδε, τίναξε το κεφάλι του περήφανα και στάθηκε σαν λεβέντης.
Τον πήγα σπίτι, τον καθάρισα, τον έπλυνα, βγήκε κούκλος!" Σου λέω, Χριστιάννα, να προσέξεις! — Ευχαριστώ, — ξεφώνησα μόλις και έκλεισα το τηλέφωνο.
Σοκαρισμένη, δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά.
Έβλεπα μπροστά μου εικόνες με τη μάνα μου να σέρνει στο σπίτι της βρεγμένο, βρομιάρη τύπο. Μπρρ... Περίμενα απελπισμένα να γυρίσει ο άντρας μου. — Η μάνα μου βρήκε εραστή! — του ανακοίνωσα ξερά. — Τον λένε Βασίλη... — και του τα αφηγήθηκα όλα.
Άκουγε ο άντρας μου με έκπληξη.
Τελικά, με μια αχτίδα ελπίδας είπε: — Άλλα να φαντάζεται αυτή η κουτσομπόλα! Πήρες τηλέφωνο στη μαμά; — Όχι... — είπα ντροπαλά. — Ε, πάρε τώρα.
Θα δεις! Με καρδιοχτύπι τηλεφώνησα και έβαλα το ακουστικό στο μεγάφωνο. — Γεια σου, — της είπα. — Α, Χριστιάννα μου! Τι κάνεις; — Μαμά, — ρώτησα προσεκτικά, — είσαι μόνη; — Όχι, — άκουγα την ευτυχία στη φωνή της. — Είμαι με τον Βασίλη μου.
Με χτύπησε η καρδιά.
Άρα, όλα αλήθεια! — Μα πού τον βρήκες; — Α, ιστορία μεγάλη... — άρχισε αμέριμνα. — Τον βρήκα στο δρόμο, κατατρυπημένο στη βροχή, μια ψυχή χαμένη.
Δεν γινόταν να τον αφήσω.
Τον λυπήθηκα τόσο... Τώρα δεν νιώθω μόνη.
Έχω επιτέλους αντρική παρουσία στο σπίτι.
Και κάνει θραύση, να τον έβλεπες! — κι έβαλε τα γέλια.
Έκατσα εξαντλημένη στην καρέκλα.
Λες αλήθεια να της γύρισε το μυαλό; — Μαμά, αυτά δεν γίνονται, — βρήκα το θάρρος να πω. — Δεν μπορείς να φέρνεις αγνώστους σπίτι! Διώξ’ τον! — Πώς το είπες αυτό; Είμαστε υπεύθυνοι για όποιον δαμάσουμε, θυμάσαι; — είπε κι ακούστηκε πικραμένη. — Εσείς με βλέπετε σπάνια, η μοναξιά με τρώει.
Τώρα έχω ξανά λόγο να χαμογελώ. Ο Βασίλης θα μείνει, τελεία και παύλα! — και το ‘κλεισε.
Ο άντρας μου σηκώθηκε αγριεμένος. — Δεν μπορεί να το αφήσουμε έτσι! Ντύσου, πάμε στη μαμά! Άρχισα να τρέχω πελαγωμένη στο σπίτι, ο άντρας μου πίσω μου στη φούρια. — Η μάνα σου πέφτει εύκολα θύμα, όποιος να’ναι μπορεί να την κοροϊδέψει. Και λες τώρα Βασίλης; Θα … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους