Άκου να δεις τι έγινε. Μόλις γύρισα απ’ το πιο αλλόκοτο μνημόσυνο που έχω πάει ποτέ μου – και νομίζω, ρε συ, θα με στοιχειώνει για καιρό. Ο Μάριος Παπαδόπουλος στεκόταν μπροστά στα δυο ακατέργαστα...
Άκου να δεις τι έγινε. Μόλις γύρισα απ’ το πιο αλλόκοτο μνημόσυνο που έχω πάει ποτέ μου – και νομίζω, ρε συ, θα με στοιχειώνει για καιρό. Ο Μάριος Παπαδόπουλος στεκόταν μπροστά στα δυο ακατέργαστα φέρετρα, με τα χέρια σταυρωμένα και ένα ειρωνικό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο.
Ο αέρας απ’ το βουνό του γέμιζε τα παπούτσια – καλοντυμένος ο μπαγάσας, με ιταλικά παπούτσια, κοστούμι γκρι, ρολόι ελβετικό να λάμπει στον ήλιο.
Γύρω του καμιά τριανταριά άτομα, όλοι ντυμένοι στα μαύρα, μισοί συγγενείς μισοί συγχωριανοί.
Οι γυναίκες με μαύρα μαντίλια, οι άντρες με τα καπέλα στα χέρια, τα πιτσιρίκια να μην καταλαβαίνουν γιατί όλοι μεγάλοι κλαίνε.
Κι ο Μάριος στη μέση, μ’ αυτό το χαμόγελο που κανένας δεν άντεχε να δει. «Αυτό το φέρετρο είναι το καλύτερο που βρήκατε για τους γέρους μου;» είπε δυνατά, δείχνοντας το αριστερό με μια κίνηση όλο περιφρόνηση. «Σαν καφάσι για ροδάκινα απ’ τη λαϊκή». Σιωπή.
Οι γυναίκες κοιτάχτηκαν βαριά.
Ο μάστορας, ο κυρ-Νεκτάριος ο ξυλουργός που έφτιαξε τα φέρετρα με τα χέρια του ξημερώματα, έσφιξε τα δόντια, αλλά δεν ακούστηκε. Ο Μάριος γύριζε γύρω τους σαν να ‘ταν εμπόρευμα για επιστροφή, και τα λουλούδια; Από πού τα μαζέψατε; Απ’ τα χαντάκια του δρόμου.
Πιο πολύ για σκυλί παρά για άνθρωπο μοιάζει αυτό το μνημόσυνο.
Έμεινε ανάμεσα στα φέρετρα, γύρισε και πέταξε το ψυχρότερο πράγμα που έχω ακούσει σε κηδεία: «Ούτε πεθαμένοι δεν με ξεφτιλίζουν λιγότερο». Εκεί η ατμόσφαιρα άλλαξε μονομιάς.
Δεν ήταν σεβασμός στους νεκρούς πια, ήταν φουσκωμένη οργή. Η Ειρήνη, σκυμμένη πλάι στο φέρετρο, μάτια πρησμένα απ’ το κλάμα, σήκωσε το κεφάλι τρέμοντας: «Σεβασμό, Μάριε.
Γονείς σου είναι». Ο Μάριος ούτε που την κοίταξε.
Έβγαλε το κινητό, κοίταξε τι ώρα ήταν και αναστέναξε λες και έχανε το χρόνο του σε ασήμαντα πράγματα.
Τότε ήταν που φάνηκε απ’ το δρόμο ένα μαύρο αυτοκίνητο, ήσυχο, προσεγμένο.
Κατεβαίνει μια νέα γυναίκα, λεπτή, με χαρτοφύλακα στο ένα χέρι κι ένα φάκελο στο άλλο.
Περπατάει ανάμεσα στις ταφόπλακες, φτάνει μπροστά στον χασμουρητό του Μάριου, πάει κατευθείαν στον παπα-Νικηφόρο, του λέει δυο κουβέντες ψιθυριστά, εκείνος σοβαρεύει. Ο Μάριος καρφώνει το βλέμμα της στον φάκελο.
Για πρώτη φορά δεν χαμογελά.
Το βλέμμα του λέει πολλά.
Ο φάκελος είχε το όνομά του απ’ έξω και ό,τι έκρυβε εκεί μέσα, ετοιμαζόταν να ανατινάξει την πραγματικότητά του.
Μπαίνω σ’ ένα μικρό φλας-μπακ να σου πω τι παιδί ήταν ο Μάριος – για να βγάλει νόημα το πράγμα στη συνέχεια.
Σε καλώ να μου πεις όποια φορά σε σκλάβωσε και σένα έτσι μια ιστορία.
Να μου πεις από ποιο μέρος της Ελλάδας ακούς – Πήλιο, Θεσσαλονίκη, Νάξο, όπου να ‘σαι.
Αλλά άκου τώρα την αρχή του δράματος.
Όλα ξεκίνησαν πριν χρόνια, σ’ ένα πέτρινο σπίτι ένα βήμα πιο πέρα απ’ το τέλος του χωριού, σαν τα σπίτια με κεραμίδια που έχει ακόμα στα Ζαγοροχώρια.
Εκεί μεγάλωνε ο Μάριος, με ένα μπαμπά, τον Στέλιο, κι ένα μαμά, την Αργυρώ.
Το σπίτι ούτε ταβάνι σφραγισμένο δεν είχε, άχυρα παντού, σόμπα να καίει ξύλα και να ‘χεις το γλυκό άρωμα της βραστής φασολάδας.
Τρεις στραβοκαρέκλες και ένα τραπέζι σπασμένο, κι ένας εικονίσμα του Αγίου Γεωργίου να φωτίζει το βράδυ. Ο Στέλιος βάζει το χέρι του στην πέτρα, τη σήκωσε, έφτιαξε το σπίτι μόνος του – δούλευε στη στάνη και πότε-πότε έβαζε παραπανίσια δραχμή στην άκρη.
Γι’ αυτούς ήταν αρκετό.
Το μόνο που ήθελαν ήταν ζεστή γωνιά και να μην τους λείπει το ψωμί.
Μα για τον Μάριο δεν ήταν ποτέ αρκετό.
Βλέπει τα παιδιά να ‘ρχονται στο σχολείο με τσάντες και παπούτσια που δεν είχαν τρύπες, τάπερ με κρουασάν που δεν μπορούσε ούτε να προφέρει το όνομά τους. Ο Μάριος πήγαινε με τις παντόφλες του πατέρα, τσάντα μια πλαστική σακούλα, και κολατσιό, δυο ψωμοτύρια σε πετσέτα.
Τον κορόιδευαν οι άλλοι: «Να, αυτός που ‘ναι γιος του φτωχού μπαρμπα-Στέλιου!». Σφιγγόταν, έσκυβε το κεφάλι, σα να του σαπίζει κάτι μέσα του.
Θυμάται μια μέρα που η δασκάλα ζήτησε να φέρουν δώρο για τη γιορτή της μητέρας ο καθένας – και οι άλλοι φέρνουν φανταχτερές ανθοδέσμες, ο Μάριος μια πετσέτα που ‘χε ράψει η Αργυρώ με τα αρχικά του.
Τα γέλια, «Τι έφερες ρε, πανί κουζίνας;» Ένιωσε μια ντροπή που δεν ξεπέρασε ποτέ, τόσο δυνατή που ακόμα τον τρυπάει.
Επιστροφή σπίτι, η μητέρα ρωτάει, «Πώς πήγε;» «Καλά», κι έφυγε πίσω απ’ το σπίτι να κλάψει μόνος.
Τι δεν ήξερε; Η μάνα του είχε ξενυχτήσει να ράψει όσο πιο όμορφα μπορούσε.
Αυτή η πετσέτα δεν ξαναγύρισε στο σπίτι.
Την πέταξε σ’ έναν κάδο στο δρόμο για το σχολείο.
Ένα άλλο πρωινό, γύρω στα δέκα του, έρχεται κλαίγοντας: «Μπαμπά, θέλω λεφτά για την εκδρομή, πάνε όλοι και μένω μόνος». Ο πατέρας τον κοιτάει ήρεμα: «Δεν έχουμε, αγόρι μου.
Μάθε να ζεις μ’ αυτά που έχεις.
Εδώ θα μάθεις περισσότερα απ’ ό,τι σε μια εκδρομή». Ο Μάριος δεν είπε τίποτα – αλλά εκείνο το βράδυ ορκίστηκε σιγανά ότι θα φύγει και ποτέ δεν θα γίνει σαν τον πατέρα του.
Κι αυτή η υπόσχεση έγινε μέσα του δηλητήριο.
Δεν ήξερε βέβαια ότι λίγα χιλιόμετρα μακριά, στη Λάρισα, μια νέα δικηγόρος, η Κατερίνα Σταθάκη, διαχειριζόταν λογαριασμούς και επενδύσεις που είχαν μπει στο όνομα μιας εταιρείας του πατέρα του. Ο Στέλιος, ο ξυλουργός με το παντελόνι το μπαλωμένο, ήταν εύπορος – απλώς χωρίς ποτέ να το δείξει. Ο Μάριος, στα 19 του, φεύγει για Αθήνα – κανένα αντίο, καμία αγκαλιά, μια παλιά τσάντα, τα χαρτιά του, κι ένα εισιτήριο υπεραστικού για ΚΤΕΛ που το πλήρωσε με λεφτά απ’ το παντοπωλείο. Η Αργυρώ τον βλέπει να φεύγει – δεν του λέει τίποτα, μόνο σιγοψιθυρίζει «Παναγιά μαζί σου, παιδί μου». Δεν γύρισε να τη δει, χαιρέτησε με το χέρι και χάθηκε στο μονοπάτι με τη σκόνη να τον ακολουθεί. Ο Στέλιος στο κοτέτσι, ταΐζοντας τις κότες, άκουσε τη σιωπή του γιου του – δεν βγήκε καν να τον χαιρετίσει. «Θα γυρίσει», είπε στη μάνα του. «Άμα καταλάβει, θα γυρίσει». Αλλά ο Μάριος δεν γύρισε πίσω. Στην Αθήνα, τα νεύρα του έγιναν καύσιμο.
Δούλεψε φορτοεκφορτωτής, βοηθός υδραυλικού, διανομέας – ό,τι βρει.
Κοιμόταν σε σπίτι με άλλα τέσσερα άτομα στοιβαγμένα στο ίδιο δωμάτιο.
Έτρωγε μια φορά τη μέρα και κάθε βράδυ επαναλάμβανε, «Δεν θα γίνω ποτέ σαν τον πατέρα μου». Πέντε χρόνια μετά, με εξυπνάδα, αμείλικτη φιλοδοξία και παγωμένη καρδιά, έστησε δική του μικρή κατασκευαστική.
Δέκα χρόνια μετά είχε γραφεία στο Κολωνάκι, τρία φορτηγά με λογότυπο, και διαμέρισμα με θέα τον Λυκαβηττό – όλα με δάνεια, όλα στο τσακ νοικοκυρεμένα.
Έξω επιτυχημένος, μέσα κουφάρι.
Όσο πιο ψηλά ανέβαινε, τόσο πιο πολύ ξερίζωνε το παιδί που ήταν κάποτε.
Να ξεχάσει – αυτό του άρεσε.
Το πρώτο χρόνο πήρε τη μάνα του μια φορά. «Καλά είμαι, μαμά, δουλεύω». Η Αργυρώ έκλαψε από χαρά.
Τον δεύτερο, δυο φορές τη βδομάδα, μετά τίποτα.
Αυτή, καλά κρατεί – κάθε Κυριακή στις 7 σηκωνόταν όμορφα, έπαιρνε τηλέφωνο από το καφενείο του χωριού (ούτε καν γραμμή δεν είχαν). Το τηλέφωνο χτυπούσε, ποτέ δεν το σήκωνε ο Μάριος.
Ακόμα κι αν άκουγε το μήνυμα, το διέγραφε γελώντας. Ο Στέλιος έγραφε γράμματα – κι αυτά με γραμματόσημο, με χέρι που έτρεμε, τα έστελνε στο γραφείο του γιου στην Αθήνα.
Τον καιρό, τις βροχές, τον μεγάλο πλάτανο που τώρα έριχνε σκιά ως την πόρτα – τίποτα βαρύ, μόνο μικροπράγματα να του δείξει ότι η ζωή στο χωριό κυλάει ακόμα. Ο Μάριος ούτε που τα άνοιγε, τα πέταγε κατευθείαν στα σκουπίδια.
Οκτώ χρόνια σιγή, οκτώ χρόνια με τα καντήλια να καίνε κάθε νύχτα κάτω απ’ την εικόνα κι ένα μόνο θαύμα να ζητά η Αργυρώ: να γυρίσει πίσω το παιδί της.
Δεν ήξερε πως, όταν θα γυρνούσε, εκείνη δεν θα ήταν για να το δει.
Με έναν βήχα ξεκίνησαν όλα – τον πέρασαν για άγχος, μετά επίμονη κακουχία, μετά δεν μπορούσε να αναπνεύσει.
Πήγε στη Λάρισα σε γιατρούς – «Κατεστραμμένοι πνεύμονες» της είπαν.
Δεν υπήρχε χρόνος. Η Ειρήνη έτρεχε κάθε μέρα, της άλλαζε σεντόνια, της έφτιαχνε σούπες, της κρατούσε το χέρι.
Τα παιδιά της ίδιας, δυο έφηβοι, έκαναν πίσω για να βοηθήσουν τη «δεύτερη μάνα» τους.
Τις νύχτες η Αργυρώ κοίταζε το παράθυρο, «Λες να ‘ρθει σήμερα;» και κάθε φορά μια καλόκαρδη ψευτιά, «Μπορεί, κυρά Αργυρώ, μπορεί…» Ο Στέλιος δεν έλεγε τίποτα πια, φορτωνόταν όλα στις πλάτες του.
Προσπαθούσε να κάνει ό,τι μπορούσε.
Ο παπα-Νικηφόρος δύο φορές πήρε τον Μάριο τηλέφωνο.
Μία δεν απάντησε κανείς, τη δεύτερη μίλησε ο Μάριος, ψυχρός σαν μάρμαρο: «Σεβασμιότατε, αφήστε με ήσυχο.
Αν θέλετε λεφτά, βρείτε αλλού». Και το ‘κλεισε.
Το καταλαβαίνεις; Ένα τέτοιο τηλέφωνο σφραγίζει μοίρες. Η Αργυρώ βάρυνε κι άλλο μες το καταχείμωνο.
Ειρήνη κοιμόταν στην καρέκλα δίπλα της.
Ένα βράδυ η Αργυρώ ξύπνησε λαχανιασμένη και λέει, «Ήρθε ε; Ήρθε ο Μάριός μου;» Η Ειρήνη της ψιθύρισε «Ναι, εδώ είναι» κι εκείνη άναψε χαμόγελο πριν κλείσει τα μάτια.
Το τελευταίο βράδυ, της ζήτησε να της φέρει τη φωτογραφία που είχε από τον μικρό Μάριο, φθαρμένη, με εκείνο το στραβό χαμόγελο.
Την κράτησε σφιχτά στο στήθος, μουρμούρισε “παιδί μου…” και έφυγε. Η Ειρήνη της έκλεισε τα μάτια, τύλιξε τη φωτογραφία σε λευκό μαντήλι και βγήκε στον δρόμο να ειδοποιήσει τον παπά. Ο Στέλιος στάθηκε όρθιος στην κηδεία της, πετρώνει μπρος στον τάφο.
Τίποτα στη φάτσα του.
Δεν πήγε καν στο σπίτι – μόλις βράδυασε έμεινε πάνω απ’ τον τάφο ως που βγήκαν τα άστρα.
Μετά γύρισε στο σπίτι τους, κάθισε στη καρέκλα της γυναίκας του, πήρε μια φωτογραφία τους απ’ τον γάμο κι έκατσε, χαμένος στ’ όνειρο. Η Ειρήνη του πήγε φαγητό, τίποτα – οι φασολάδες άθικτες, το ζεστό ψωμί κι αυτό. «Έφαγα όσο είχα να φάω», της είπε.
Την τρίτη μέρα, τον βρήκαν ήσυχο, με το χαμόγελο εκείνο της γλυκιάς ανακούφισης στους νεκρούς που έφυγαν με όλη τους την αγάπη στα σπλάχνα.
Ο γιατρός έγραψε «καρδιοπάθεια» αλλά όλοι ξέραν πως έσπασε η καρδιά του επειδή έφυγε πρώτη η Αργυρώ.
Κάτω απ’ το μαξιλάρι του, ένα φάκελoς για τη δικηγόρο, «για όταν έρθει η ώρα», της Κατερίνας Σταθάκη.
Ο παπα-Νικηφόρος ειδοποίησε τον Μάριο για το διπλό θανατικό.
Εκείνος άκουγε το μήνυμα καθώς έδενε γραβάτα – δεν έδειξε ούτε δευτερόλεπτο να τον αγγίζει.
Πήγε βέβαια στο χωριό, όχι απ’ αγάπη, απ’ …χμ, να καταλάβει τι θα πάρει από την «περιουσία». Μαύρο τζιπ νοικιασμένο, κοστούμι πανάκριβο, παπούτσια που μέσα στις τρεις μέρες βρώμισαν απ’ το χώμα.
Ούτε που κοιτούσε συγγενή, πήγαινε κατευθείαν πάνω στα φέρετρα.
Φτάνει μπροστά, γελάει ψυχρά. «Πέθαναν όπως έζησαν: τίποτα.» Τα γερόντια έσταζαν σάλιο κάτω, γυναίκες σταυροκοπιόντουσαν στην άκρη, όλοι περίμεναν το επόμενο του καπέλωμα.
Χτυπά το φέρετρο με τα δάχτυλα. «Ούτε λούστρο δεν έβαλαν». Κανείς δεν αντέδρασε – μόνο ο κυρ-Νεκτάριος το θεωρούσε προσωπική προσβολή, αλλά η γυναίκα του τον κράτησε.
Και τότε, σήκωσε το ανάστημά της η Ειρήνη.
Απ’ τα λίγα της κιλά, με χέρια τραχιά απ’ τα λαντζέματα, τον κοίταξε στα ίσια: «Τελείωσες; Είσαι έτοιμος να σταματήσεις να γελάς;» Εκείνος ξαφνιάζεται. «Και συ ποια είσαι;» «Εγώ είμαι αυτή που έκλεισε τα μάτια της μάνας σου όταν πέθανε φωνάζοντας τ ’όνομά σου.
Αυτή που στεκόταν δίπλα στον πατέρα σου στις τρεις τελευταίες μέρες.
Εγώ που ήμουν εδώ όταν ήσουν στην Αθήνα και παρίστανες τον σπουδαίο.
Η μάνα σου πέθανε με το όνομά σου στα χείλη.
Ο πατέρας σου με φωτογραφία σου στο στήθος.
Και συ γυρνάς εδώ, δίπλα στα φέρετρα και χαχανίζεις». Κάγκελο το χωριό. Ο Μάριος πήγε να μιλήσει, τίποτα δεν βγήκε – για μια στιγμή γέμισαν τα μάτια του κάτι, ντροπή ή ένα παλιό χάδι ίσως, μα το ‘πνιξε αμέσως. «Ήρθα να κάνω τα κουμάντα μου και φεύγω», λέει.
Μέχρι που το αυτοκίνητο με τη δικηγόρο Κατερίνα φτάνει και πάλι.
Αυτή φοράει σκούρο ταγιέρ, μαλλί μαζεμένο, πρόσωπο σαν πέτρα.
Μαζεύονται όλοι. «Ονομάζομαι Κατερίνα Σταθάκη και είμαι η δικηγόρος του Στέλιου Παπαδόπουλου.
Έχω εντολή να διαβάσω τη διαθήκη του μπροστά σε όλους». Ο Μάριος τρίβει τα χέρια – να ‘το, περιουσία, λογαριασμοί, κτήματα, λεφτά.
Σκέφτεται θα ξεμπερδέψει, θα ρεφάρει τα χρέη του. Η Κατερίνα διαβάζει: «Ο Στέλιος Παπαδόπουλος, εν πλήρη διαύγεια, καταθέτει τα εξής: Ιδιοκτήτης τετρακοσίων στρεμμάτων καλλιεργήσιμης γης στα χωριά Σωτήρα και Ελευθεροχώρι, τριών οικιών στη Λάρισα, επενδύσεις σε αμοιβαία ύψους 254.000 ευρώ, καταθέσεις σε τραπεζικό λογαριασμό 120.000 ευρώ». Ο Μάριος μένει άφωνος – όσα λεφτά δεν έβγαλε ποτέ σε είκοσι χρόνια! «Σαν μοναχογιός…». Ξεκινά να χαμογελά πλατιά.
Μα η Κατερίνα συνεχίζει: «Δηλώνω πως όλη μου η περιουσία δωρίζεται στο Ορφανοτροφείο Άγιος Δημήτριος, που με μεγάλωσε.
Καμία εξαίρεση.
Το έγγραφο είναι αμετάκλητο». Το χαμόγελο του Μάριου παγώνει, λιώνει σιγά σιγά. «Τι;» ψελλίζει. Όλοι τον κοιτούν – όχι πια με μίσος, μα… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους