Διάβασα προσεκτικά τα σχόλιά σας κάτω από την ανάρτησή μου για τη Μαρία Καρυστιανού. Και ειλικρινά, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μου έμεινε μια λύπη. Όχι για τη διαφωνία. Η διαφωνία είναι υγεία...
Διάβασα προσεκτικά τα σχόλιά σας κάτω από την ανάρτησή μου για τη Μαρία Καρυστιανού.
Και ειλικρινά, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μου έμεινε μια λύπη.
Όχι για τη διαφωνία.
Η διαφωνία είναι υγεία στη δημοκρατία.
Αλλά για την ευκολία με την οποία σήμερα στην Ελλάδα, όποιος δεν συμφωνεί απόλυτα με κάτι, βαφτίζεται αμέσως “βολεμένος”, “τρολ” ή μέρος κάποιου μηχανισμού.
Δεν έκρυψα ποτέ ότι υπήρξα υποψήφια Ευρωβουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχω παρωπίδες ή ότι βλέπω τα πάντα ρόδινα.
Θα στεκόμουν με χαρά δίπλα σε οποιονδήποτε άνθρωπο με έπειθε πραγματικά ότι μπορεί να φέρει ουσιαστική αλλαγή σε αυτή τη χώρα.
Γιατί εγώ, όπως και χιλιάδες ελεύθεροι επαγγελματίες, δουλεύουμε ασταμάτητα για να κρατήσουμε όρθια τη ζωή και την αξιοπρέπειά μας μέσα σε μια Ελλάδα που κουράζει, πιέζει και εξαντλεί.
Και κάτι ακόμα που προσωπικά με προβληματίζει βαθιά. Η Μαρία Καρυστιανού δεν ξεκίνησε μόνη της αυτόν τον αγώνα.
Υπήρχαν άλλες 56 οικογένειες.
Άλλοι γονείς.
Άλλοι άνθρωποι που κουβαλούν τον ίδιο ανείπωτο πόνο.
Και απορώ ειλικρινά γιατί σχεδόν κανείς δεν συζητά το γεγονός ότι σε αυτή τη νέα πολιτική διαδρομή δεν την ακολούθησαν όλοι.
Είναι όλοι “τρολ”; Είναι όλοι “βολεμένοι”; Κανείς άλλος δεν πονάει; Ή μήπως ο κοινός πόνος δεν σημαίνει απαραίτητα και κοινή πολιτική έκφραση; Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον πόνο της. Κανείς.
Αλλά ο πόνος δεν υπήρξε μόνο δικός της.
Και ίσως κάπου εκεί, ανάμεσα στον θυμό, την ανάγκη για ελπίδα και τον φανατισμό, έχουμε χάσει την ψυχραιμία μας σαν κοινωνία.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους