Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας δεν βρίσκεται σήμερα απέναντι απλώς σε μια κυβέρνηση. Βρίσκεται απέναντι σε έναν ολόκληρο κοινωνικό και οικονομικό μηχανισμό εξουσίας. Αυτή είναι η βασική διαφορά του...
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας δεν βρίσκεται σήμερα απέναντι απλώς σε μια κυβέρνηση.
Βρίσκεται απέναντι σε έναν ολόκληρο κοινωνικό και οικονομικό μηχανισμό εξουσίας.
Αυτή είναι η βασική διαφορά του από το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής αντιπολίτευσης.
Δεν πολιτεύεται ως «αντι-Μητσοτακική»δύναμη, αλλά ως αντικαπιταλιστική δύναμη.
Και αυτή η διαφορά δεν είναι ούτε μικρή ούτε συμβολική.
Μπορεί κανείς να ασκήσει στο ΚΚΕ βαθιά, αυστηρή και αιχμηρή κριτική.
Για τη στρατηγική του.
Για την αδυναμία οικοδόμησης ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών.
Για τη συχνή οργανωτική του περιχαράκωση.
Για την περιορισμένη δυνατότητα να μετατρέψει τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε ιστορική ηγεμονία.
Όμως άλλο η κομμουνιστική ή αριστερή κριτική και άλλο ο αντικομμουνισμός.
Διότι στην Ελλάδα του 2026, μέσα σε ένα πολιτικό σύστημα πλήρως ενσωματωμένο στις ανάγκες του κεφαλαίου, των αγορών, των ευρωατλαντικών συσχετισμών και της επικοινωνιακής διαχείρισης, το ΚΚΕ παραμένει η μοναδική κοινοβουλευτική δύναμη που εξακολουθεί να μιλά τη γλώσσα της ταξικής πάλης χωρίς ντροπή, χωρίς μεταμφιέσεις και χωρίς ιδεολογική απολογία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα φέρει νομοτελειακά την κοινωνική ανατροπή.
Η ιστορία δεν κινείται μηχανικά ούτε γράφεται από ένα κόμμα μόνο του.
Όμως από το 1918 μέχρι σήμερα, το ΚΚΕ κουβαλά κάτι που σχεδόν έχει εξαφανιστεί από τη δημόσια ζωή: τη μνήμη ότι ο καπιταλισμός δεν είναι το τέλος της ιστορίας.
Ότι οι εργάτες, οι φτωχοί, οι αποκλεισμένοι και οι ηττημένοι αυτού του κόσμου μπορούν να οργανωθούν όχι απλώς για να διαμαρτυρηθούν, αλλά για να αλλάξουν την κοινωνία.
Και ίσως τελικά, αν υπάρξει κάποτε μια πραγματική ιστορική ρωγμή στην Ελλάδα, αυτή να μη γεννηθεί μόνο από κομματικούς μηχανισμούς ή εκλογικά ποσοστά, αλλά από εκείνη τη «φλόγα» που επιμένει να επιβιώνει μέσα στη συλλογική μνήμη των κοινωνικών αγώνων.
Μια φλόγα που, παρά τις αντιφάσεις, τις ήττες και τις ανεπάρκειες, το ΚΚΕ εξακολουθεί ακόμη να κρατά αναμμένη. Σκαρίπας Νίκος ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΟΥ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ : Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο μιας διαρκούς πολιτικής κριτικής.
Κατηγορείται για οργανωτική περιχαράκωση, αδυναμία συμμαχιών, περιορισμένη κοινωνική διείσδυση και για το ότι συχνά μετατρέπει την ταξική πολιτική κυρίως σε συνδικαλιστική αντίσταση.
Πρόκειται για υπαρκτές και σοβαρές ενστάσεις, που δεν μπορούν να απορριφθούν εύκολα ούτε να αντιμετωπιστούν με απλές κομματικές βεβαιότητες.
Όμως υπάρχει ένα κρίσιμο ερώτημα που σπάνια τίθεται με την ίδια αυστηρότητα: όσοι άσκησαν αυτή την κριτική από τα αριστερά του ΚΚΕ ή έξω από αυτό, τι ακριβώς κατάφεραν να οικοδομήσουν ιστορικά ως εναλλακτική; Μετά τη διάσπαση του 1990–91, μεγάλο μέρος της ελληνικής ριζοσπαστικής και εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς επιχείρησε να παρουσιάσει ένα διαφορετικό μοντέλο πολιτικής συγκρότησης: πιο ανοιχτό, πιο κινηματικό, πιο δημοκρατικό, λιγότερο «δογματικό». Ωστόσο, τριάντα και πλέον χρόνια μετά, το αποτέλεσμα παραμένει αντιφατικό.
Σχήματα όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν κατάφεραν να αποκτήσουν μαζική κοινωνική γείωση ούτε να συγκροτήσουν ένα σταθερό λαϊκό μπλοκ με ιστορικό βάθος.
Συχνά αναπαρήγαγαν και τα ίδια φαινόμενα κατακερματισμού, ιδεολογικής καθαρότητας και μικροπολιτικής εσωστρέφειας που κατήγγελλαν στο ΚΚΕ.
Από την άλλη πλευρά, η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ αποκάλυψε έναν διαφορετικό κίνδυνο: ότι η εγκατάλειψη στρατηγικών και ιδεολογικών σταθερών στο όνομα του «ρεαλισμού» μπορεί να οδηγήσει όχι στην υπέρβαση του συστήματος αλλά στην πλήρη ενσωμάτωση σε αυτό.
Έτσι δημιουργήθηκε ένα ιστορικό παράδοξο της ελληνικής Αριστεράς: το ΚΚΕ κατηγορείται ότι δεν μπορεί να μετατραπεί σε ηγεμονική πολιτική δύναμη, όμως όσοι επιχείρησαν να το υπερβούν είτε παρέμειναν κοινωνικά περιθωριακοί είτε κατέληξαν να ενσωματωθούν στη διαχείριση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος που υποτίθεται ότι αμφισβητούσαν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το ΚΚΕ δεν έχει προβλήματα.
Σημαίνει όμως ότι η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται μόνο στο «τι δεν κάνει το ΚΚΕ», χωρίς να απαντάται ταυτόχρονα το βαθύτερο ιστορικό ερώτημα: ποια πολιτική μορφή μπορεί σήμερα να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε μαζικό, διαρκές και ιστορικά αποτελεσματικό αντικαπιταλιστικό σχέδιο; Και εδώ ακριβώς αρχίζει η ουσία του προβλήματος.
Γιατί η εποχή μας δεν μοιάζει ούτε με τη μεταπολίτευση ούτε με τη δεκαετία του 1990.
Ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει αλλάξει ριζικά: η εργασία γίνεται όλο και πιο επισφαλής, οι συλλογικές ταυτότητες αποσυντίθενται, η ψηφιακή ζωή ενισχύει τον ατομικισμό, η πολιτική μετατρέπεται σε επικοινωνιακή διαχείριση, ενώ η ίδια η κοινωνική συνείδηση γίνεται όλο και πιο αποσπασματική.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το πρόβλημα ίσως δεν είναι απλώς αν το ΚΚΕ «κάνει πολύ συνδικαλισμό». Το βαθύτερο ζήτημα είναι ότι ολόκληρη η Αριστερά — στην Ελλάδα και διεθνώς — δυσκολεύεται να βρει τις μορφές μέσα από τις οποίες η ταξική πολιτική θα ξαναγίνει μαζική ιστορική δύναμη στον 21ο αιώνα.
Και ίσως εκεί χρειάζεται μεγαλύτερη ιστορική ειλικρίνεια από όλες τις πλευρές.
Διότι η κριτική έχει νόημα μόνο όταν συνοδεύεται από πραγματική κοινωνική και πολιτική πρόταση.
Αλλιώς κινδυνεύει να μετατρέπεται σε έναν διαρκή σχολιασμό αδυναμιών χωρίς ιστορική διέξοδο. Το ΚΚΕ μπορεί να μην έχει καταφέρει ακόμη να απαντήσει ολοκληρωμένα στα νέα δεδομένα της εποχής.
Όμως μέχρι σήμερα ούτε οι διασπάσεις του, ούτε οι αντίπαλοί του, ούτε οι εναλλακτικές μορφές της ελληνικής Αριστεράς απέδειξαν στην πράξη ότι διαθέτουν ένα πιο αποτελεσματικό μοντέλο κοινωνικής συγκρότησης και ιστορικής προοπτικής.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο δύσκολο συμπέρασμα της εποχής μας: όχι ότι η Αριστερά έχασε απλώς τη δύναμή της, αλλά ότι ακόμη αναζητά τη μορφή με την οποία θα μπορέσει ξανά να μιλήσει ιστορικά στις κοινωνίες του 21ου αιώνα. Νίκος Σκαρίπας
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους